Νικόλαος Στανίτσας, Νοσηλευτής – Μάστερ Θεολογίας
Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή. Κάθε στοιχείο από μόνο του δεν αποτελεί τον άνθρωπο.

Ο άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και Μάρτυς, λέει ότι η ψυχή καθ’ εαυτήν δεν είναι άνθρωπος, αλλά λέγεται «ανθρώπου ψυχή». Καθώς επίσης και το σώμα δεν λέγεται άνθρωπος, αλλά «ανθρώπου σώμα». «Είπερ ουν κατ’ ιδίαν μεν τούτων ουδέτερον άνθρωπος εστίν, το δε εκ της αμφοτέρων συμπλοκής καλείται άνθρωπος, κέκληκεν δε ο Θεός εις ζωήν και ανάστασιν του ανθρώπου, ου το μέρος, αλλά το όλον κέκληκεν, όπερ εστί την ψυχήν και το σώμα».176
Κατά την πατερική διδασκαλία σώμα και ψυχή αποτελούν μια λειτουργική ενότητα. 177 Το σώμα του ανθρώπου είναι «ναός του εν ημίν αγίου πνεύματος» και η βιολογική ζωή ύψιστο δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Με αυτό το σώμα που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του ανθρώπου, εμφανίζει το πρόσωπο της η ψυχή στον χρονικό και υλικό αυτόν κόσμο, με αυτό το σώμα καταξιώνει ή απαξιώνει το αυτεξούσιο του ο άνθρωπος και απεργάζεται τη σωτηρία του, με αυτό το σώμα αναστημένο προορίζεται να ζήσει στη βασιλεία του Θεού. Αυτό το σώμα, συστατικό της ανθρώπινης φύσης ενδύθηκε ο Κύριος κατά την ενανθρώπιση Του, με αυτό θαυματούργησε, αυτό έπαθε, τάφηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε και διατηρεί εις τους αιώνες.Το πρώτο βασικό ιδίωμα του σώματος είναι ότι αποτελεί κάτι συνδεδεμένο μεν την ψυχή αλλά σαφώς διάφορο αυτής. Χαρακτηριστική διατύπωση αυτής της αλήθειας περιλαμβάνεται στο γνωστό αναστάσιμο τροπάριο, αναφορικά με τον

Κύριο: «Εν τάφω σωματικώς, εν αδου δε μετά ψυχής ως Θεός, εν παραδείσω σε μετά ληστού και έν θρόνω υπήρχες Χριστέ…».178 Η αναφορά εδώ στο σώμα και την ψυχή ξεχωριστά του Κυρίου δείχνει καθαρά και την διάκριση ψυχής και σώματος στον άνθρωπο.179

Δεύτερο ιδίωμα του σώματος είναι ότι νοείται πάντοτε μαζί με την ψυχή ως συστατικό όμως το κατ’ εικόνα Θεού πλασθέντος ανθρώπου. Ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός σε κάποια από τα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας επιβεβαιώνει αυτήν την αλήθεια: «και ίδω εν τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού φθαρείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος»180, παραπέμποντας στην αναφορά του Ησαΐα στο πρόσωπο του Κυρίου ότι «ουκ είχεν είδος ουδέ κάλλος».181

Το σώμα αποτελεί στοιχείο του κατ’ εικόνα Θεού, αφενός μεν με την έννοια ότι «ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού είναι το πρωτότυπο και αρχέτυπο του ανθρώπου, αφετέρου δε διότι, όπως ο Θεός ζωοποιεί ολόκληρη την κτίση, έτσι και η ψυχή του ανθρώπου ζωοποιεί το συνημμένο σώμα».182

Τρίτο γνώρισμα του σώματος είναι ότι είναι κατώτερο της ψυχής. Η θέση αυτή διήκει και με σαφήνεια διατυπώνεται στην Αγ.Γραφή. «Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι».183 Ο κίνδυνος να υποτιμηθεί η αξία του σώματος από επίδραση πλατωνικών αντιλήψεων οδηγεί συχνά σε μία τάση να ερμηνεύεται η υπεροχή της ψυχής έναντι του σώματος ως υπεροχή της έναντι της σάρκας, δηλαδή του σαρκικού φρονήματος και μόνον.184Τούτο όμως δεν είναι απόλυτα σωστό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
176 Ιουστίνου, «Περί Αναστάσεως», Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων, Αθήνα 1995, 4, 229-230
177 Ματσούκας Ν. «Δογματική και Συμβολική Θεολογία», Εκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1997, σελ.223
178 Πασχάλιος Ακολουθία, Πεντηκοστάριον, Εκδ. ΦΩΣ, σελ. 8
179 Νικόλαος (Χατζηνικολάου) Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, βλ. μν. εργ σελ. 124
180 Ευχολόγιον το Μέγα, εκδ. ΑΣΤΗΡ, 1980, σελ. 414
181 Ησαϊου νγ΄2
182 Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, «Η θεολογική άποψη και η εκκλησιολογικές συνέπειες της καύσεως των νεκρών», στο «Ταφή ή καύση των νεκρών», Ε.Μ.Υ.Ε.Ε., Αθήναι, 2000, σελ. 33