Στην Ελλάδα, ο «συμβιβασμός» που επιτεύχθηκε τελικά, άφησε σε όλους μια πικρή γεύση και την αίσθηση ότι τίποτα δεν επιλύθηκε, ενώ ταυτόχρονα επιβλήθηκε μια λύση δια της βίας…

του Φιόντορ Λουκιάνοφ

Ετσι όπως είναι η κατάσταση σήμερα στο διεθνές πολιτικό-διπλωματικό σκηνικό, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλοκαιρινή ανάπαυλα. Παρόλα αυτά, ενόψει του Αυγούστου, μπαίνουμε σε μια πιο ήσυχη φάση. Ποια είναι όμως, τα κυριώτερα εκκρεμή ζητήματα, μέχρι το Φθινόπωρο;

Ανησυχητικό σύμπτωμα της περιόδου που παρήλθε, ήταν οι όλο και πιο συχνές συζητήσεις για έναν μεγάλο πόλεμο. Ο φόβος, ο οποίος φάνηκε να φεύγει για πάντα στο σύνορο της δεκαετίας του 1990, κάνει ξανά την εμφάνισή του. Την ίδια ώρα, όπως επισημαίνουν πολλοί ειδικοί, δεν υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος ούτε για κούρσα εξοπλισμών, ούτε για σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων. Στο σύγχρονο κόσμο όμως το σύνορο ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

Τα σημαντικότερα γεγονότα της σεζόν που τελείωσε, είναι η διαδικασία του Μινσκ, η επιδείνωση της κρίσης του ελληνικού χρέους και η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Το καθένα από αυτά έχει την προϊστορία και τη λογική του. Συνολικά ωστόσο, αυτά συνθέτουν μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα της παγκόσμιας πολιτικής. Ουκρανία, Ελλάδα και Ιράν, είναι τα τρία πρόσωπα του σημερινού σκηνικού της διεθνούς πολιτικής και διπλωματίας.

Η διαδικασία του Μινσκ είναι το παράδειγμα της απελπισμένης προσπάθειας να σταματήσει η μεγάλη αιματοχυσία. Οι προσπάθειες των συνομιλητών κατευθύνονται στη διαμόρφωση διατυπώσεων, οι οποίες θα είναι συγκεκριμένες στον ελάχιστο βαθμό, επειδή σαφείς και επακριβώς καθορισμένες υποχρεώσεις δεν θέλησε κανείς να αναλάβει. Εν τω μεταξύ όλοι επαναλαμβάνουν σαν ευαγγέλιο ότι εναλλακτική λύση στα συμφωνηθέντα στο Μινσκ δεν υπάρχει, και αυτό είναι αλήθεια. Η διακοπή του μεγάλου πολέμου αποτελεί ήδη επίτευγμα, αλλά η εγκαθίδρυση μιας διαρκούς ειρήνης φαίνεται αδύνατη. Είναι κατανοητό ότι η κατάσταση είναι εύθραυστη και επικίνδυνη, αλλά καταδεικνύει μια από τις σημερινές αλήθειες. Δηλαδή, ότι στον κόσμο που βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο και είναι άγνωστο που οδεύει, υπάρχουν προβλήματα τα οποία δεν λύνονται με τίποτα και το μέγιστο που μπορεί να γίνει, είναι η προσπάθεια να ελαχιστοποιηθεί η έντασή τους.

Υπό αυτό το φόντο, οι συνομιλίες για το Ιράν είναι ο αντίθετος πόλος. Αυτές διήρκεσαν τόσο πολύ καιρό επειδή οι βασικοί μετέχοντες, Τεχεράνη και Ουάσιγκτον, επεδίωξαν να καταγράψουν ξεχωριστά κυριολεκτικά το κάθε βήμα, και μάλιστα όσο γίνεται πιο συγκεκριμένα ώστε να μην προκύψει διπλή ερμηνεία. Η αιτία ήταν απλή, δηλαδή η πλήρης δυσπιστία του ενός απέναντι στον άλλο. Δεν υπήρχε χώρος για κανενός είδους συμφωνίες μεταξύ κυρίων, τα πάντα έπρεπε να είναι πρωτοκολλημένα και οι μηχανισμοί ελέγχου να έχουν προβλεφθεί εκ των προτέρων. Μόνο σε αυτή την περίπτωση υπάρχει ελπίδα για υλοποίηση και η πρόσφατη συμφωνία επιτρέπει να υπάρξει αυτή η ελπίδα. Η διαδικασία Γενεύης-Βιέννης (σε αντίθεση με αυτή του Μινσκ) απέδειξε ότι αν οι ενδιαφερόμενες πλευρές γνωρίζουν επακριβώς τι θέλουν και επιθυμούν πραγματικά να φτάσουν σε συμφωνία, τότε μπορούν να πετύχουν πολλά. Είναι κατανοητό, βέβαια, ότι καθοριστικό ρόλο σε όλα αυτά έπαιξε η γενική πολιτική κατάσταση, καθώς η καταρρέουσα Μέση Ανατολή υποχρεώνει να υπερπηδηθούν οι προηγούμενοι περιορισμοί και να αναζητηθούν νέες μορφές πολιτικής επιβίωσης.

Πικρή γεύση για την Ελλάδα

Στην Ελλάδα, ο «συμβιβασμός» που επιτεύχθηκε τελικά, άφησε σε όλους μια πικρή γεύση και την αίσθηση ότι τίποτα δεν επιλύθηκε, ενώ ταυτόχρονα επιβλήθηκε μια λύση δια της βίας. Από τη μία πλευρά, είναι σαφές από καιρό ότι στην Ευρωζώνη πρέπει να μπει μια τάξη, αλλά για να συμβεί αυτό, αν η συναίνεση δεν διαμορφώνεται από μόνη της, τότε χρειάζεται η πολιτική βούληση κάποιου. Αυτός ο κάποιος είναι προφανώς η Γερμανία, η ισχυρότερη χώρα της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, η εμφάνιση αυτής της βούλησης τρόμαξε αμέσως τους πάντες και το κυριότερο, προέκυψε το ερώτημα: Ξέρει άραγε ο ηγέτης τι κάνει; Όπως και να έχει, η κρίση στην Ευρωζώνη έδειξε έναν τρίτο τύπο διαπραγματευτικής προσέγγισης, την επιβολή του ισχυρότερου την οποία, άλλος τη δέχεται εθελούσια ή πρόθυμα, και άλλος με φόβο και αμφιβολία.

Το τέταρτο σημαντικό γεγονός της σεζόν που εκπνέει, οι επιτυχίες του Ισλαμικού Κράτους, επισκιάζει εν μέρει όλα τα παραπάνω, καθώς επιδεικνύει μια θεομηνία ενώπιον της οποίας η διπλωματία και η πολιτική είναι ανίσχυρες, σε οποιαδήποτε μορφή και αν εκδηλώνονται. Το ΙΚ είναι μια συστημική θραύση του μοντέλου, του σχήματος, βάσει του οποίου είχε δομηθεί η Μέση Ανατολή. Ο κόσμος ζει επώδυνες αλλαγές εδώ και πολύ καιρό. Σήμερα όμως επεκτείνεται η αβεβαιότητα, όχι μόνο για το μέλλον, αλλά και για το ότι οι γνωστοί τρόποι επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων δεν είναι καθόλου αποτελεσματικοί.

Φιόντορ Λουκιάνοφ είναι επικεφαλής του προεδρείου του Συμβουλίου εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.

πηγή: http://gr.rbth.com/ ,  Rossiyskaya Gazeta