~ Ενώ συζητούσε ο Όσιος Ανδρέας με τον Επιφάνιο, ο σατανάς, που μόνο ο άγιος τον έβλεπε, στεκόταν εκεί και ετοίμαζε παγίδα για τον Επιφάνιο.

– Φύγε απ’ εδώ πονηρέ και ακάθαρτε, του λέει ο όσιος.

– Πιο πονηρός και πιο εμπαίκτης από σε΄να μέσα σ’ αυτή την πόλη δεν υπάρχει άλλος, απάντησε ο σατανάς.

– Κι αν θέλεις να σου πω την αλήθεια, θα έρθει καιρός που θα χάσω την τέχνη μου, γιατί οι άνθρωποι θα γίνουν πιο πονηροί από τους δαίμονες τόσο, που τα μικρά παιδιά θα πονηρεύονται περισσότερο απ’ τους μεγάλους. Εμείς λοιπόν θα παύσουμε τότε να πολεμούμε τους ανθρώπους, αφού θα γνωρίσουν από μόνοι τους την πονηρία.

– Που τα έμαθες αυτά; ρώτησε ο όσιος.

Ο πατέρας μας, αποκρίθηκε ο δαίμονας, είναι πεπειραμένος. Κάθεται στον άδη και μαντεύει τα πάντα. Έτσι διδάσκει κι εμάς, γιατί η φύση μας δεν γνωρίζει τίποτε.

– Με ποιές αμαρτίες χαίρεσθε περισσότερο εσείς οι δαίμονες; ρώτησε ο μακάριος.

– Με την ειδωλολατρία, τη μαγεία και τη φαρμακεία, απήντησε ο δαίμονας. Κυρίως όμως με τον φθόνο και τη μνησικακία που γίνονται αιτία για όλα τα κακά. Επίσης με τη σοδομιτική αμαρτία και τη μοιχεία.

– Αν κάποιος αρνηθεί τα δαιμονικά σας πάθη και πλησιάσει μετανοημένος στον Κύριο, τι νοιώθετε;

– Καλά, δεν ξέρεις ότι αυτό μας προξενεί αηδία και μας εκνευρίζει; Ελπίζουμε όμως τότε ότι θα επιστρέψει πάλι στο θέλημα μας, γιατί πολλοί, αν και μας αρνήθηκαν και μας πρόδωσαν, ξαναγύρισαν κοντά μας και τους κερδίσαμε.

Όταν άκουσε αυτά ο άγιος, τον φύσηξε και αμέσως έγινε άφαντος.

από το βιβλίο: «Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός» (Ιερά Μονή Παρακλήτου – Ωρωπός Αττικής 2009).