Στου Διονυσίου παλιότερα, ήταν ένας μοναχός αγωνιστής. Είχε το διακόνημα του μάγκιπα, έκανε και τα πρόσφορα.

Ήταν πολύ πρόθυμος στα διακονήματα και συμβούλευε νεώτερο: «Ότι κάνεις εδώ μέσα, έχεις μισθό από τον Πρόδρομο». Επίσης έκανε και μεγάλο αγώνα. Εξομολογήθηκε ότι κάνει χίλιες μετάνοιες και δεν τον ταπείνωσε ο Πνευματικός, αλλά του είπε: «Τόσες πολλές!», και έτσι δέχτηκε τον έπαινο και έπεσε σε υπερηφάνεια.

Κάποτε στο Απόδειπνο τον είδε αδελφός να σηκώνει το κεφάλι του και να κοιτάζει με περιφρόνηση όλη την Αδελφότητα. Μια ημέρα την ώρα της θείας Λειτουργίας στο παρεκκλήσι έβγαλε τα ρούχα του, πήγε στην Εκκλησία με τη φανέλα και έψαλλε το «Άξιον Εστί» μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Έβγαζε φωτιές από το στόμα του και μύρισε θειάφι όλο το Μοναστήρι.

Μετά τον έστειλαν δεμένο και κουρεμένο στο τρελοκομείο. Εκεί ταπεινώθηκε, συνήλθε, αφού κατάλαβε το σφάλμα του, και έκλαιγε συνέχεια με μετάνοια. Στο Νοσοκομείο της Μονής που ήταν κατάκοιτος, έκλαιγε συνέχεια ενθυμούμενος την πτώση του. Στο τέλος μια εβδομάδα ψυχορραγούσε και δυσκολευόταν.

Στην αρχή της αγρυπνίας των αγίων Αποστόλων είπε ο Ηγούμενος να κάνουν κομποσχοίνι όλοι οι πατέρες, και πριν από το «Ευλογημένη…» εκοιμήθη ειρηνικά.

*από το βιβλίο: «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ» (Άγιον Όρος 2011).