«Κλαίγοντας πάντοτε, βγήκα στην αναζήτησή Σου, Άγνωστε. 

Συντετριμμένος από τη θλίψη και από την κατάνυξη, απολησμόνησα εντελώς τον εαυτό μου και όλο τον κόσμο και όσα βρίσκονται στον κόσμο, μη διατηρώντας στο πνεύμα μου τίποτα απ’ ότι είναι αισθητό.

Τότε φανερώθηκες Εσύ, Αόρατε, Άπιαστε, Ανέγγιχτε. Αισθάνθηκα πως μου καθαρίζεις το νου, πως μου ανοίγεις τα μάτια της ψυχής μου, πως μου επέτρεψες να θαυμάσω πιο τέλεια τη δόξα σου και πως Συ ο ίδιος μεγάλωνες μέσα στο φως…

Αστραποβολούσες πέρα από κάθε μέτρο και φαινότανε σα να μου παρουσιαζόσουνα ολόκληρος, στο καθετί, σε μένα που έβλεπα καθαρά. Τόλμησα τότε να σε ρωτήσω λέγοντας: «Ποιος είσαι Κύριε; Πότε για πρώτη φορά με καταξίωσες εμένα τον άθλιο αμαρτωλό, ν’ ακούσω τη γλύκα της φωνής Σου;»

Μου μίλησες με τέτοια τρυφερότητα, που ρίγησα και καταγοητεύτηκα. Αναρωτιόμουν πως και γιατί ευεργετήθηκα με τις χάριτές Σου. Μου είπες: «Είμαι ο Θεός που έγινα άνθρωπος για την αγάπη σου. Κι επειδή με πόθησες και με αναζήτησες μ’ όλη σου την ψυχή, τώρα θα’ σαι αδελφός μου, φίλος μου, συγληρονόμος της δόξας μου». Μου το πες και σώπασες.

Έπειτα; Αργά απομακρύνθηκες από μένα, λατρευτέ μου και γλυκέ μου Δάσκαλε, Κύριε Ιησού Χριστέ μου».

Απόσπασμα από τη δεύτερη Ευχαριστία προς το Θεό, στη Φιλοκαλία 19Α (Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» – Θεσσαλονίκη 1983).