Διηγείται ο μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.

Ο Θεός, τοῦ ὁποίου οἱ βουλές εἶναι ἀνεξιχνίαστες, δέν ἔπαυσε νά σηματοδοτεί τήν παρουσία Του διά ἐνεργειῶν τοῦ π. Κοσμᾶ του Γρηγοριάτη καί μετά τόν θάνατό του.

Ὀλίγα ἀπό τά ἀδημοσίευτα θαυμαστά περιστατικά θά παραθέσουμε ἐδῶ πρό τιμήν τοῦ μακαριστοῦ Ἀδελφοῦ μας.

1) Ὁ Κατηχητής τῆς ἐνορίας τῆς Ἀναλήψεως τοῦ χωριοῦ Κανιάμα, ὀνόματι Σεραφείμ Ἰλούνγκα, μᾶς διηγεῖται: «Τόν Αὔγουστο τοῦ 1989 γέννησε ἡ γυναῖκα μου. Μετά ἀπό 40 ἡμέρες ἀναρωτιώμουν τί ὄνομα νά δώσω στό παιδί μου. Τήν νύκτα ἦλθε στόν ὕπνο μου ὁ π. Κοσμᾶς καί μοῦ εἶπε: «Νά δώσεις τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ».

2) Ὁ ἴδιος πάλι μᾶς διηγεῖται: «Δύο χρόνια μετά τόν θάνατο τοῦ π. Κοσμᾶ, δηλ. τό 1991, ἀρώστησα κι ἔφυγα ἀπό τό Λουμπουμπάσι, ὅπου σπούδαζα, γιά τό χωριό μου Κανιάμα. Ἕνα βράδυ εἶδα στό ὄνειρό μου ὅτι ἦλθε κοντά μου ὁ π. Κοσμᾶς καί μοῦ εἶπε:

«Γνωρίζω τήν ἀρρώστεια σου καί ἦλθα νά σέ θεραπεύσω». Ἐγώ νόμιζα ὅτι εὑρισκόμουν μέσα στήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Κολουέζι. Ἐκεῖνος τότε μέ ἐφώναξε:

-Σεραφείμ, ἔλα ἔξω καί βγάλε τό ὑποκάμισό σου.

Τό ἔβγαλα καί εἶδα ὅτι ἔβγαινε ἀκαθαρσία ἀπό τό στῆθος μου.
Ξύπνησα καί αἰσθανόμουν τελείως καλά. Τό εἶπα στή γυναῖκα μου τήν Θεμελίνα καί σέ ἄλλους φίλους καί ἀδελφούς. Ὅλοι μας ἐδοξάσαμε τόν Θεό γιά τόν π. Κοσμᾶ πού βρῆκε παρρησία ἐνώπιόν Του. Ἀπό τότε δέν ἀρώστησα πάλι.

3) Ὁ Κατηχητής τῆς ἐνορίας τῶν ἁγίων Θεοδώρων τοῦ χωριοῦ Μουσονόϊ, ὀνόματι Συμεών, μᾶς διηγήθηκε τά ἑξῆς: «Ὁ μακαριστός διδάσκαλος καί πνευματικός μας πατέρας, ὁ παπᾶ Κοσμᾶς, κάθε χρόνο ἐπισκέπτεται τά παιδιά τῆς ἐνορίας μας, ἡλικίας ἑπτά, ὀκτώ, καί ἐννέα χρονῶν τήν ἡμέρα τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου, τήν 27ην Ἰανουαρίου. Μᾶς ἐλύπησε τό γεγονός καί πολύ στενοχωρηθήκαμε, ὅταν μᾶς εἶπαν τά παιδιά μας, ὅτι τό ἔτος 1996 δέν τά ἐπισκέφθηκε».

4) Στήν παραπάνω Ἐνορία συνέβη καί τό ἑξῆς γεγονός πού ἔχει σχέσι μέ τόν π. Κοσμᾶ. Καί αὐτή τήν ἱστορία μοῦ τήν εἶπε ὁ Κατηχητής Συμεών:

Ἕνα παιδί, μιᾶς ὀρθοδόξου οἰκογενείας, ὁ Σταμάτιος, ἀρώστησε βαρειά. Ὁ πατέρας του παρακαλοῦσε τόν Θεό μέ δάκρυα νά τόν λυπηθῆ. Μιά νύκτα εἶδε στόν ὕπνο του τόν π. Κοσμᾶ, ὁ ὁποῖος καί τοῦ εἶπε: «Πᾶμε στό σπίτι σου». Ἀφοῦ πῆγαν τόν παρηγόρησε ὁ π. Κοσμᾶς λέγοντάς του: «Μή κλαῖς. Τό παιδί σου ἀπό τώρα εἶναι καλά». Πράγματι τώρα ὁ Σταμάτιος εἶναι δέκαπεντε ἐτῶν. Ἀπό τότε πού τόν ἐπισκέφθηκε ὁ π. Κοσμᾶς, δέν ἀρρώστησε πάλι.

από το βιβλίο: «Γρηγοριάτικο Γεροντικό» – Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης (Ι.Μ.Οσίου Γρηγορίου, 2005)