Η Μνήμη του τιμάται στις 4 Μαρτίου

Παιδικὰ καὶ νεανικὰ χρόνια τοῦ Ὁσίου Γερασίμου

Στὰ πολὺ παλιὰ χρόνια, πρὶν περάσουν τετρακόσια χρόνια ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γεννήθηκε στὰ Μύρα τῆς Λυκίας ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἁγίους τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης.

Τὰ Μύρα ἦταν ἀρχαῖα πόλη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ποὺ ἦταν Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Βυζαντίου τὰ Μύρα ἔγιναν πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας τῆς Λυκίας καὶ μέχρι τὸν 17ο αἰώνα ἦταν ἕδρα ἐπισκόπου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους των Μύρων, ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ προστάτης τῶν θαλασσῶν. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος λάμπρυνε μὲ τὴν παρουσία του τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῶν Μύρων κατὰ τὸν 4ο αἰώνα καὶ πέθανε λίγα χρόνια πρὶν γεννηθεῖ ὁ Ὅσιος Γεράσιμος. Τὰ ἐρείπια ποὺ σώζονται δείχνουν ὅτι τὰ Μύρα βρίσκονται τέσσερα χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν θάλασσα.

Ὁ εὐλογημένος Γεράσιμος γεννήθηκε ὅταν αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου ἦταν ὁ Ζήνων, μεταξὺ 376 καὶ 391 μ.Χ. Οἱ γονεῖς του ἦσαν πλούσιοι, εὐσεβεῖς καὶ εὐλαβεῖς χριστιανοί. Τὰ ἄφθονα ὑλικὰ ἀγαθὰ δὲν τοὺς ἐμπόδισαν νὰ ἔχουν αὐστηρὲς ἠθικὲς ἀρχές. Τὸν πολυαγαπημένο τους γιὸ τὸν ἀνάθρεψαν σύμφωνα μὲ τὰ ἀθάνατα διδάγματα τῆς Ἁγίας μας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τοῦ ἔδωσαν μιὰ τέλεια χριστιανικὴ ἀνατροφή.

Ὅσο μεγάλωνε ὁ χαριτωμένος Γεράσιμος, τόσο πιὸ πολὺ πλουτιζόταν μὲ ἄφθονες ἀρετές, ποὺ τοῦ χάριζε ὁ φωτοδότης Χριστός. Δὲν ἤθελε νὰ ζεῖ ὅπως οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι της ἐποχῆς του καὶ νὰ φροντίζει μόνο τὸ σῶμα του, παραμελώντας τὴν ἀθάνατη ψυχή του. Ἦταν φρόνιμος καὶ προσεκτικός. Καταλάβαινε πὼς ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου πάνω στὴν γῆ εἶναι προσωρινή, ἐνῶ ὁ Παράδεισος εἶναι παντοτινὸς καὶ αἰώνιος. Ὁ μεγάλος σεβασμὸς στὸ Θεὸ ριζώθηκε γιὰ καλὰ στὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς του ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια. Οἱ γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν ἀπὸ βρέφος στὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ παιδὶ ζοῦσε τὴν μοναχικὴ ζωὴ σὲ κοινόβιο μοναστήρι.

Σὲ κοινόβιο Μοναστήρι – Στὴν ἔρημο τῆς Λυκίας

Ἡ ἀκλόνητη πίστη τοῦ γνωστικοῦ Γερασίμου καὶ ὁ διακαής του πόθος νὰ γίνει μοναχὸς τὸν ὁδήγησαν στὴν ἀπόφαση νὰ ἐγκαταλείψει ὁριστικὰ τὴν κοσμικὴ ζωή. Ἀφοῦ μοίρασε τὰ πλούσια ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἀφιερώθηκε στὴν ἤρεμη καὶ ἁπλὴ ζωὴ τῶν καλογήρων. Ἔγινε ἐπίσημα μοναχός, ἔδιωξε κάθε κοσμικὴ φροντίδα καὶ ἀφοσιώθηκε μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς του, στὴν ἀπόκτηση τῶν γνήσιων ἀρετῶν. Στὴν ἀρχὴ ἔγινε μοναχὸς σὲ κοινόβιο μοναστήρι.

Κοινόβιο λέγεται τὸ μοναστήρι στὸ ὁποῖο ζοῦν μαζὶ πολλοὶ μοναχοί, ἐκκλησιάζονται ὅλοι μαζί, ὑπακούουν καὶ ἐξομολογοῦνται στὸν ἴδιο ἡγούμενο, τὸ γέροντά τους, τρῶνε σὲ κοινὸ τραπέζι, καθένας τους κάνει κάποια ἐργασία, τὸ διακόνημα, καὶ δὲν ἔχουν δικά τους χρήματα ἢ ὁποιαδήποτε περιουσία.

Ἀφοῦ πέρασε ἀρκετὸ καιρὸ στὸ κοινόβιο, ὁ ἐνάρετος Γεράσιμος ἀπόκτησε πείρα τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ προόδευσε περισσότερο στὶς ἀσκητικὲς ἀρετές. Τότε, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ γέροντά του, ἔφυγε ἀπὸ τὸ κοινόβιο καὶ ζοῦσε μόνος του, σὰν ἀσκητής, στοὺς πιὸ ἀπρόσιτους καὶ ἔρημους τόπους τῆς Λυκίας.

Ὁ καλοκάγαθος Γεράσιμος δὲν ἀγαποῦσε νὰ ζεῖ ὅπως οἱ περισσότεροι νέοι τῆς ἐποχῆς του, ποὺ φρόντιζαν μόνο τὸ σῶμα τους καὶ ἀδιαφοροῦσαν γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς τους. Ἤξερε ὅτι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ προσευχή, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ἀρετὲς ποὺ καλλιεργοῦσε συστηματικά, ἦταν τὰ σκαλοπάτια ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσαν στὴν Αἰώνιο Βασιλεία.

Ἀγωνιζόταν συνέχεια γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν ψυχή του ἀπὸ κάθε πάθος καὶ ἀκαθαρσία κι ἔτσι νὰ φωτισθεῖ ὁ νοῦς του ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μὲ εὐχαρίστηση ἀπέφευγε τὰ πολλὰ καὶ νόστιμα φαγητὰ καὶ καθετὶ ποὺ βάραινε τὴν κοιλιὰ τὸ θεωροῦσε βάρος καὶ ἐνόχληση γιὰ τὴ φύση. Ἔτσι ὁ νοῦς του διατηροῦνταν καθαρὸς καὶ ἥσυχος. Κοιμόταν πολὺ λίγο, ὅσο χρειαζόταν γιὰ νὰ διατηρεῖται στὴ ζωὴ καὶ δὲν ἀπέφευγε τοὺς κόπους καὶ τοὺς μόχθους. Ἀγαποῦσε ν᾿ ἀσχολεῖται μὲ τὶς ἀγρυπνίες, τὶς προσευχὲς καὶ τὴ μελέτη τῶν ἁγίων πατέρων. Γιὰ τὸ θέμα τοῦ ὕπνου ἔλεγε: «Ὅποιος θέλει νὰ ζήσει περισσότερο, πρέπει νὰ κοιμᾶται λιγότερο. Ὁ πολὺς ὕπνος κάνει τὸ σῶμα ἀδύναμο καὶ ἀσθενικό. Ζωὴ εἶναι κυρίως τὸ μέρος τοῦ χρόνου κατὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε ξύπνιοι. Γι᾿ αὐτὸ οἱ παλιοὶ σοφοὶ ἔλεγαν τὸν ὕπνο ἀδελφὸ τοῦ θανάτου. Τὸ κρεβάτι εἶναι ἕνα εἶδος φερέτρου, διότι μᾶς ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ εἶναι ἡ βάση τῆς ζωῆς».

Ὁ γενναῖος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ, ἐφαρμόζοντας ὅσα πίστευε, κοιμόταν μόνο ὅσο τοῦ ἦταν ἀναγκαῖο, ὅσο τοῦ χρειαζόταν γιὰ νὰ ζεῖ. Τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς του τὸν ἐξόδευε σὲ προσευχή, σὲ μελέτη, σὲ αὐτοεξέταση, σὲ ἀγαθοεργίες καὶ σὲ ἄλλο Θεάρεστο ἔργο. Μὲ τοὺς πολύμοχθους ἀγῶνες του στὴν ἔρημο τῆς πατρίδας του, τῆς Λυκίας, ὁ μακάριος Γεράσιμος ἔδειξε στοὺς μοναχοὺς τὸν ὀρθόδοξο δρόμο τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Πάλεψε σκληρὰ ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἀσκήτευε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο μὲ ἱδρῶτες, πόνους καὶ μόχθους καὶ στὸ τέλος ἀναδείχθηκε νικητής.

Στοὺς Ἁγίους Τόπους – Κοντὰ στὸν Μέγα Εὐθύμιο – Στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου

Ἀπὸ μικρὸς ὁ Ἀββὰς Γεράσιμος εἶχε μεγάλο πόθο νὰ ἐπισκεφθεῖ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ὁ σκοπὸς τῆς σφοδρῆς αὐτῆς ἐπιθυμίας του ἦταν διπλός. Ἤθελε νὰ προσκυνήσει τὰ μέρη ποὺ ἁγίασε μὲ τὸν παρουσία Του ὁ Πανάγιος Θεάνθρωπος Χριστὸς καὶ νὰ ἀσκητεύσει στὰ θεοβάδιστα μέρη τῆς ἐρήμου τοῦ Ἰορδάνου. Θεωροῦσε τὴν ἔρημο καταλληλότερη γιὰ τοὺς μεγαλύτερους ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, τοὺς ὁποίους πάντοτε ἀγαποῦσε.

Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ πολλοὶ διαλεχτοὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση, ἔπαιρναν τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν Ἁγία Πόλη, τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀρκετοὶ ἀπ᾿ αὐτούς, ἀφοῦ προσκυνοῦσαν τοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐπέστρεφαν χαρούμενοι στὶς πατρίδες τους. Ἄλλοι πάλι ἀφιέρωναν τὸν ἑαυτό τους στὸ Θεὸ καὶ ἔμεναν μόνιμα στὰ ἁγιασμένα αὐτὰ μέρη καὶ γίνονταν μοναχοί. Μερικοὶ ἐγκαταστάθηκαν στὶς ἐρήμους καὶ ἵδρυσαν μοναστήρια. Τέτοιοι ἦσαν ὁ Μέγας Εὐθύμιος, ὁ Θεόκτιστος, ὁ Κυριακὸς ὁ Ἀναχωρητὴς καὶ ἄλλοι.

Ἐπιτέλους ὁ εὐσεβὴς πόθος τοῦ Ὁσίου Γερασίμου νὰ προσκυνήσει τοὺς τόπους ποὺ ἁγίασε μὲ τὴν παρουσία Του ὁ Κύριος μας πραγματοποιεῖται. Τὸ 451 μ.Χ. φτάνει στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκυνεῖ τὸν Πανάγιο Τάφο καὶ τὰ ἄλλα ἱερὰ προσκυνήματα. Τὸ ἴδιο ἔτος εἶχε φτάσει ἐκεῖ καὶ ὁ Ἀββὰς Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης.

Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη, μεγάλη του ἐπιθυμία πραγματοποιεῖται. Ὁ πανάγαθος Θεὸς στέλνει πλούσια τὴν εὐλογία Του στοὺς γνήσιους στρατιῶτες Του. Μετὰ τὴν προσκύνηση στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Γεράσιμος καταφεύγει στὴν ἔρημο τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης γιὰ νὰ ἀσκητεύσει. Ἀφοῦ ἄκουσε γιὰ τὴ φήμη τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου, ποὺ ἀσκήτευε τότε στὴ γειτονικὴ ἔρημο τοῦ Ρουβᾶ, πῆγε κοντά του γιὰ λίγο καιρὸ καὶ τὸν συμβουλεύτηκε. Πολὺ ὠφελημένος ἀπὸ τὴν πείρα καὶ τὶς συμβουλὲς τοῦ γίγαντα αὐτοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, φτάνει στὴ γειτονικὴ ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἀποφασίζει νὰ ἐγκατασταθεῖ μόνιμα καὶ νὰ περάσει μὲ αὐστηρὴ ἄσκηση τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τοῦ ἐπιγείου βίου του.

Μετὰ τὴν ἐγκατάστασή του στὴν περιοχὴ τοῦ Ἰορδάνου, ὁ Ὅσιος συνέχισε τοὺς σκληροὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες του. Ὁ ἀγώνας του ἦταν πολὺ δύσκολος καὶ κουραστικός, διότι γινόταν ἐναντίον τοῦ σατανᾶ, ποὺ μισεῖ πολὺ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θέλει τὴν καταστροφή τους, ὀδηγώντας τους μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, στὴν αἰώνια κόλαση. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων δυσκολιῶν ἐδῶ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει καὶ τὸν ἀφόρητο καύσωνα, διότι ἡ περιοχὴ εἶναι ἔρημος καὶ βρίσκεται σχεδὸν τετρακόσια μέτρα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς Μεσογείου.

Τέτοιους σκληροὺς ἀγῶνες ἔκανε ὁ Γεράσιμος σ᾿ αὐτὴ τὴν ἔρημη περιοχή. Ἡ θεία χάρις ὅμως τὸν ἐνδυνάμωνε καὶ μὲ ἀκαταμάχητα ὅπλα τὴ βαθιὰ πίστη, τὴν ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ ἔφτασε στὴν τελικὴ νίκη. Ἔτσι μετὰ τὸ θάνατό του ἡ Ἐκκλησία μας τὸν ἀνακήρυξε ἅγιο. Εἶναι γνωστὸς ὡς ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης καὶ τὸν τιμοῦμε στὶς τέσσερις Μαρτίου. (Ὅσιοι λέγονται οἱ ἅγιοι ποὺ πεθαίνουν εἰρηνικά, εἴτε στὰ γεράματά τους, εἴτε ἀπὸ κάποια ἀρρώστια. Οἱ ἅγιοι ποὺ θανατώνονται βίαια καὶ ὑποφέρουν πολλὰ βάσανα, διότι δὲν ἀρνοῦνται τὸ Χριστό, λέγονται μάρτυρες.)

Τώρα ὁ Ἅγιος ζεῖ μέσα στὴν ἀγαπημένη του ἔρημο. Ἀγωνίζεται ἀδιάκοπα γιὰ ν᾿ ἀποκτήσει μεγαλύτερες ἀρετές. Δὲν ἤθελε νὰ μένει στάσιμος, ἀλλὰ ἤθελε κάθε μέρα νὰ ξεπερνᾶ τὸν ἑαυτό του στοὺς κόπους καὶ τοὺς μόχθους τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Ποτέ του δὲν ἐκοίταζε πίσω ἀλλὰ μπροστά. Ὁπλισμένος μὲ τὰ ἀνίκητα ὅπλα τῆς ἀρετῆς καὶ δυναμωμένος μὲ τὴ Θεία Χάρη, νικᾷ τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς ἀναγκάζει νὰ τραποῦν σὲ ἄτακτη φυγή.

Ἡ φωνή του ἕλκει σὰν μαγνήτης κοντά του πολλοὺς μοναχοὺς καὶ ἀσκητές, ἀπὸ διάφορα μέρη, ποὺ ἤθελαν νὰ τὸν ἔχουν ὁδηγὸ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἤθελαν νὰ γίνουν μαθητές του ἦσαν καὶ ὁρισμένοι ξακουστοὶ μοναχοὶ καὶ μεγάλοι ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου.

Βλέποντας ὁ Ὅσιος τόσους ἀσκητὲς νὰ τὸν περιτριγυρίζουν, ὅπως οἱ μέλισσες κυκλώνουν τὴν κηρήθρα, ἀποφασίζει νὰ ἱδρύσει κοινόβιο μοναστήρι καὶ λαύρα ἕνα περίπου μίλι μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμό.

Ἡ λαύρα ἀποτελεῖται ἀπὸ σπηλιές, σὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες μένει μόνος του ἕνας μοναχός. Στὴ λαύρα ἔμεναν οἱ μεγαλύτεροι μοναχοὶ κι αὐτοὶ ποὺ εἶχαν πείρα στὴ μοναχικὴ ζωή. Στὸ κοινόβιο ζοῦσαν οἱ νεότεροι καὶ οἱ ἀρχάριοι.

Ἐπειδὴ ὁ θεοφόρος Γεράσιμος εἶχε φήμη σπουδαίου ἀσκητή, ἡ λαύρα του γέμισε γρήγορα μὲ μοναχούς, ποὺ ζοῦσαν σκορπισμένοι στὴν περιοχὴ τῆς Ἱεριχοῦς καὶ στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνου. Ἔτσι δίκαια ὁ Ἅγιος ὀνομάστηκε Ἰορδανίτης, διότι ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ κατοίκησε συστηματικὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν ἔρημο καὶ συγκέντρωσε ἐδῶ μοναχούς.

Τὸ κοινόβιο μοναστήρι βρισκόταν στὴ μέση της λαύρας. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τοῦ κοινοβίου τηροῦσαν τοὺς κανόνες ποὺ ἔβαζε ὁ Ἅγιος καὶ ἔκαναν ἀσκητικὴ ζωή, μετὰ ἀπὸ μακροχρονίους ἀγῶνες, μποροῦσαν νὰ ἐγκατασταθοῦν σὲ ξεχωριστὰ κελιά, στὴ λαύρα.

Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος εἶναι ὁ πρῶτος ἱδρυτὴς τοῦ κοινοβιακοῦ καὶ τοῦ ἀναχωρητικοῦ βίου. Ἀναχωρητὲς λέγονταν οἱ μοναχοὶ ποὺ ζοῦσαν στὴ λαύρα.

Οἱ κανόνες ποὺ ἔβαλε ὁ Ἅγιος στοὺς Ἀναχωρητές

Ὁ Ὅσιος μᾶς ἀγαποῦσε πολὺ τὴ ζωὴ τῶν ἀναχωρητῶν. Γι᾿ αὐτὸ περνοῦσε μέρος τῆς μοναχικῆς του ζωῆς στὴν ἔρημο. Κατοικοῦσε κοντὰ στοὺς μαθητές του καὶ ἀναγνωρίστηκε ὡς μέγας καθηγητὴς τῆς ἐρήμου, ὅπως ὁ Ἀββὰς Ἀντώνιος, ὁ Σάββας ὁ Ἡγιασμένος, ὁ Μέγας Εὐθύμιος, ὁ Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης καὶ ἄλλοι.

Οἱ μοναχοὶ ποὺ ζοῦσαν στὴ λαύρα λέγονταν ἀναχωρητές, διότι ἔφευγαν (ἀναχωροῦσαν) ἀπὸ τὸ κοινόβιο καὶ ζοῦσαν μόνοι στὶς σπηλιὲς τῆς ἐρήμου. Ἀργότερα πολλοὶ μοναχοὶ ἀπὸ ὅλα σχεδὸν τὰ μοναστήρια ἔφευγαν στὴν ἔρημο, στὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἐπέστρεφαν τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.

Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Ἀββὰς Ζωσιμᾶς ποὺ ἐξομολόγησε, κοινώνησε καὶ ἔθαψε, μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς λιονταριοῦ, τὴν Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία. Αὐτὴ ἔζησε 47 χρόνια στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου, κοντὰ στὸ μοναστήρι τοῦ Ἀββᾶ Γερασίμου. Μάλιστα κοντὰ στὸ μοναστήρι σώζεται μιὰ σπηλιὰ ἀπόκρημνη, ὅπου ἡ παράδοση λέει ὅτι κατοικοῦσε ἡ Ὁσία γιὰ ἀρκετὸ καιρό.

Στοὺς μοναχοὺς ποὺ ζοῦσαν στὴ λαύρα ὁ Γεράσιμος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τοὺς πιὸ κάτω αὐστηροὺς κανόνες:

Τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας ὁ καθένας νὰ ἡσυχάζει στὸ κελί του. Νὰ τρώει μόνο ψωμὶ καὶ φοινίκια καὶ νὰ πίνει νερό. Τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ νὰ πηγαίνουν στὸ ναὸ τοῦ μοναστηριοῦ, νὰ ψάλλουν, νὰ ἐξομολογοῦνται, νὰ συμμετέχουν στὴ Θεία Λειτουργία καὶ Θεία Κοινωνία καὶ μετὰ νὰ τρῶνε στὸ Κοινόβιο μαγειρεμένο φαγητὸ καὶ νὰ πίνουν καὶ λίγο κρασί.

Πρόσταξε στὰ κελιά τους νὰ μὴν ἔχουν τίποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα, νὰ μὴν ἀνάβουν λυχνάρι ἢ φωτιὰ καὶ νὰ μὴν τρῶνε μαγειρεμένο φαγητό. Ἀπέφευγαν ἐπίσης τὴν γαστριμαργία καὶ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ὅπως τὴν λύπη, τὴν ὀργή, τὴν δειλία καὶ τὴν λήθη.

Καθένας ἦταν ὑπόχρεος νὰ συνεισφέρει στὸ Κοινόβιο ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό του, κάθε Σάββατο, ποὺ θὰ ἐρχόταν σ᾿ αὐτό. Τὸ δειλινὸ τῆς Κυριακῆς, ἀφοῦ θὰ ἔπαιρνε τὸ ἐφόδιό του γιὰ ὅλη τὴν ἑβδομάδα, δηλαδὴ ψωμί, καρποὺς φοινικιᾶς, νερὸ καὶ κλαδιά, ἀναχωροῦσε γιὰ τὸ κελί του.

Δὲν εἶχαν ἄλλη ἐνδυμασία, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνη ποὺ φοροῦσαν. Ὡς στρῶμα εἶχαν ψαθὶ ἢ κάποιο ἐλαφρὸ σκέπασμα. Εἶχαν ἕνα πήλινο ἀγγεῖο γιὰ νερό, γιὰ νὰ πίνουν καὶ γιὰ νὰ διατηροῦν φρέσκα τὰ κλαδιὰ ποὺ θὰ ἔπλεκαν. Ὅταν ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ κελιά τους ἔπρεπε νὰ τὰ ἀφήνουν ἀνοικτά, ὥστε ὅποιος ἤθελε νὰ μπορεῖ νὰ μπαίνει σ᾿ αὐτὰ καὶ νὰ παίρνει ὅ,τι χρειάζεται. Ὅλα τὰ πράγματα ἦσαν κοινά.

Ὁρισμένοι κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Γερασίμου, λυποῦνταν τοὺς ἀσκητὲς καὶ τοὺς πήγαιναν κάθε Σάββατο καὶ Κυριακὴ λιτὰ φαγητὰ καὶ τρόφιμα. Αὐτοὶ ὅμως δὲν τὰ δέχονταν καὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀποφύγουν ἔφευγαν μακριά.

Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος τηροῦσε ὅλους αὐτοὺς τοὺς κανόνες καὶ ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς δὲν ἔτρωγε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία, ποὺ ἔπαιρνε τὴν Κυριακή.

Ἀφοῦ ἔζησε μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἀναχωρητής, δικαίως ἔγινε πρότυπο ἀρετῆς καὶ σωτηρίας.

Φρόντιζε περισσότερο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐργασία, ἀλλὰ δὲν παραμελοῦσε τελείως καὶ τὴν πρακτική. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε μεγάλη χάρη. Τέτοια χάρη εἶχε ὅπως ὁ Ἀδάμ, πρὶν ἀπὸ τὴν παρακοή..

πηγή: http://users.uoa.gr/