Ομολογητής Αλέξανδρος (Ίλιένκωφ)

ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ στις 9 Απριλίου του 1896 στο χωρίο Σουντάκ της Ταυρίδας. Κατά τη βάπτισή του πήρε τε όνομα τού ιερέα πατέρα του Αλεξάνδρου Ίλιένκω.

Ό Αλέξανδρος σπούδασε στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο της Ταυρίδας και μετά την αποφοίτηση του επέστρεψε στην οικογένεια του, ή όποια το 1917 μετοίκησε στο Τσερνίγκωφ. Εκεί ό Αλέξανδρος γνωρίστηκε μέ την κατόπιν σύζυγό του Παρασκευή, μέ την όποια απέκτησε τρία παιδιά Είχε ήδη αρχίσει ό διωγμός της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από τούς μπολσεβίκους, όταν ό Αλέξανδρος αποφάσισε να γίνει ιερέας. Ή γυναίκα του εναντιώθηκε εξαρχής στην απόφασή του αυτή. Του τόνιζε πώς μια τέτοια απόφαση στούς χαλεπούς εκείνους καιρούς ήταν παράτολμη, γιατί και τη δική του ζωή θα έβαζε σε κίνδυνο και την οικογένεια τους σε οδυνηρές περιπέτειες. 

Παρ’ όλες, όμως, τις αντιρρήσεις της, εκείνος έμεινε αμετάπειστος. Έτσι, το 1924 δέχτηκε τη χάρη της ιεροσύνης από τον επίσκοπο Σέργιο (Ζβέρεφ) και διορίστηκε χωριό Νοβοπαβλώφ. Φιλάνθρωπος, ταπεινός και λειτουργός απαράμιλλος ό π. Αλέξανδρος , σύντομα κατέκτησε τον σεβασμό και την αγάπη των ενοριτών του.

Οι μπολσεβίκοι όμως  ανησύχησαν μέ την απρόσμενη πνευματική ανάμνηση του χωριού τους και μέ κάθε τρόπο προσπαθούσαν να τον δυσκολέψουν. Μια μέρα του 1930 μερικοί μεθυσμένοι κομσομόλοι, φωνάζοντας απειλητικά, έφτασαν ως το σπίτι του και άρχισαν να πυροβολούν το παράθυρο. Μια σφαίρα έπεσε στο σαμοβάρι, διαλύοντάς το. Κάποια περαστική γυναίκα έβαλε τις φωνές:

– Τον σκότωσαν τον παππούλη οι Ήρώδες!

Πολύς κόσμος κατέβηκε στον δρόμο και προκλήθηκε μεγάλη αναταραχή. Οι κομσομόλοι φοβήθηκαν και το έβαλαν στα πόδια.

Κατά τη δεκαετία του 1930 οι σοβιετικές αρχές άρπαζαν τις περιουσίες και τά προϊόντα των αγροτών, προβαίνοντας σε μαζικές κατασχέσεις. Παρ’ όλη τη δυστυχία τους, πάντως, οι χωρικοί δεν άφησαν ποτέ τον ιερέα τους και την οικογένεια του να πεινάσουν. Από το υστέρημά τους έδιναν σ’ αυτούς τά αναγκαία για την επιβίωση τους τρόφιμα, κυρίως σιτάρι και άλλα δημητριακά.

Μια μέρα εκπρόσωποι των αρχών πήγαν στο σπίτι του π. Αλεξάνδρου για να διενεργήσουν έρευνα. Βρήκαν δύο σακιά μέ σιτάρι και θέλησαν να τά πάρουν. Ό π. Αλέξανδρος προσπάθησε να τούς εμποδίσει, λέγοντάς τους ότι ό καρπός ήταν απαραίτητος για τη συντήρηση της μεγάλης οικογένειας του, και πήρε στα χέρια του το ένα σακί. Τότε εκείνοι, άρχισαν να χτυπούν αλύπητα και να τον σέρνουν από τά γένια. Το σακί τού ξέφυγε, έπεσε καταγής και σκίστηκε. Το σιτάρι σκορπίστηκε στο έδαφος. Αμέσως συνέλαβαν τον ιερέα μέ την κατηγορία δολιοφθοράς προϊόντων του κολχόζ. Τον έκλεισαν για μ. α εβδομάδα στη φυλακή και μετά τον άφησαν ελεύθερο.

Έξι μήνες αργότερα οι αρχές έκλεισαν τον ναό τού χωριού. Ή ιερατική οικογένεια αναγκάστηκε να μετοικήσει στο Μπεοντιάνσκ. Ό π. Αλέξανδρος, όπως και οι άλλοι ιερείς πού είχα. στερηθεί την ενορία τους, λειτουργούσε στον Ναό της Αγίας Σκέπης, τον μόνο πού είχε απομείνει ανοιχτός στην πόλη. Παράλληλα, για να συντηρήσει την οικογένεια του, δεν δίσταζε να καταπιαστεί μέ οποιαδήποτε εργασία έβρισκε. Δούλευε άλλοτε ως φύλακας, άλλοτε ως εργάτης και άλλοτε ως φορτοεκφορτωτής. Για ένα διάστημα, μάλιστα, καθάριζε τά δημοσία ουρητήρια.

Το καλοκαίρι του 1937 όλοι οι ιερείς τού Ναού της Αγίας Σκέπης συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν αρχικά στις φυλακές Μπερντιάνσκ και αργότερα στις φυλακές Ζαπορόζιε. Περισσότερο από δύο χρόνια κράτησαν ή φυλάκισή τους και τα ανείπωτα μαρτύρια πού υπέφεραν εκεί οι. λειτουργοί τού Κυρίου. Ό π. Αλέξανδρος, κατά τις πολύωρες ανακρίσεις, ξυλοκοπήθηκε ανελέητα και δέχτηκε αφόρητες πιέσεις, προκειμένου ν’ αναγκαστεί να υπογράψει ψευδή ομολογία ένοχης, αλλά δεν λύγισε.

Τελικά, στις 29 Οκτωβρίου τού 1939 ή τρόικα της ΝιΚαΒε- Ντε καταδίκασε τον π. Αλέξανδρο σε εγκλεισμό πέντε ετών σε Σωφρονιστικό Στρατόπεδο Εργασίας. Τον μετέφεραν στο Ούσολάγκ, κοντά στην πόλη Σολικάμσκ της επαρχίας Πέρμ. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή κάτω από άγνωστες συνθήκες στις 14 Μαρτίου τού 1942. Άγνωστος είναι ό τόπος της ταφής του.

Ή κόρη του, πού τότε βρισκόταν σε Γερμανικό Ειδικό Στρατόπεδο, δεν ήξερε τίποτα για τον πατέρα της. Τά ξημερώματα της 14ης Μαρτίου, ενώ κοιμόταν, είδε τούτο το όνειρο: Στον ουρανό εμφανίστηκε ένα τεράστιο και υπέροχο λουλούδι μέ κλειστά τά πέταλα. Όταν αυτά άνοιξαν, στο κέντρο τους παρουσιάστηκε ή μορφή τού Σωτήρα Χριστού. Δίπλα του ήταν γονατιστός, σε στάση προσευχής, ό π. Αλέξανδρος, φορώντας γαλάζια στολή μέ ρόδινες ανταύγειες. Πολλά χρόνια αργότερα έμαθε ότι ό πατέρας της έφυγε από τη ζωή την ημέρα πού εκείνη είχε δει αυτό το όνειρο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΓΙΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΟΙ. ΡΩΣΟΙ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΓΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.

πηγή: http://apantaortodoxias.blogspot.gr/