Ένα απόγευμα είχαν πάει πάλι εκατοντάδες άνθρωποι στο Μοναστήρι (Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως στην Κύμη) για αγρυπνία και με την ελπίδα πως ίσως υπήρχε και δυνατότητα να φάνε κάτι, γιατί η πείνα θέριζε τον κόσμο.

Έτος 1943, γερμανική κατοχή. Στο Μοναστήρι είχαν μόνο μια φούχτα ρεβίθια σε ένα σακκουλάκι και μία φούχτα πλιγούρι σε ένα άλλο. Ο π. Σίμων είπε στη μαγείρισσα Μοσχούλα: Άκουσε τι θα κάνεις. Θα βάλεις στη φωτιά τα δύο μεγάλα καζάνια και θα γεμίσεις ως τη μέση νερό. Μόλις δεις να κοχλάζει το νερό, ρίξε τα ρεβίθια στο ένα καζάνι και το πλιγούρι στο άλλο, για να κάνουμε φαγητό και να φάει ο κόσμος.

Η Μοσχούλα είχε ζωηρές αμφιβολίες γι’ αυτά που άκουσε, αλλά ο π. Σίμων την ήλεγξε αυστηρά και της είπε:

-Κάνε, παιδί μου, υπακοή. Κάνε ό,τι σου λέω εγώ και άφησε τις κουβέντες.

Η Μοσχούλα φοβήθηκε, βλέποντας τόσο αυστηρό και στεναχωρημένο τον Γέροντα και είπε:

-Καλά πάτερ Σίμων. Θα κάνω όπως είπες.

Μόλις έβρασε το νερό, η Μοσχούλα έριξε τα υλικά στα δυο καζάνια. Μετά από λίγο πήγε να δει, τι γίνεται με το φαγητό. Και τι να δει! Βλέπει τα δύο καζάνια να έχουν γεμίσει φαΐ και να φουσκώνουν! Στις φωνές της έτρεξαν όλοι, φέρνοντας διάφορα δοχεία και τα γέμισαν φαγητό, να προλάβουν, να μη ξεχειλίσουν τα καζάνια και χυθεί το φαΐ. Το πρωί έφαγαν όλοι όσοι είχαν πάρει μέρος στην αγρυπνία. Και ήταν πολύς λαός! Και οι πατέρες της Μονής είχαν για αρκετές ημέρες πλούσια και χορταστική τροφή!

Πολύ αργότερα μετά από το παραπάνω θαύμα, ο πατήρ Σίμων διηγήθηκε σε Μοναχούς, ότι προβληματίσθηκε, βλέποντας όλα τα θαύματα που γινόντουσαν στο Μοναστήρι και, όπως περπατούσε στον κήπο, έλεγε απευθυνόμενος προς τον Κύριο:

«Κύριέ μου, παρακαλώ, δεν ξέρω εγώ ποιος είμαι; Δεν ξέρω εγώ ότι είμαι ένας μεγάλος αμαρτωλός; Αυτά τα θαύματα γίνονται μόνο από Αγίους. Πώς συμβαίνει να γίνονται και με μένα; Κύριέ μου, σε παρακαλώ να μου λύσεις την απορία μου αυτή».

Εκείνη τη στιγμή μου έγινε μια ζωντανή αποκάλυψη, είπε ο Γέροντας. Άκουσα δυνατά τη φωνή του Θεού να μου μιλάει, αναφέροντας το όνομά μου και ένοιωθα κάθε λέξη να μου χτυπάει αισθητά το μέτωπο:

«Σίμων, λες πως είσαι αμαρτωλός. Είσαι! Δεν σε έχω κατατάξει στους αγίους μου, αλλά στους δικαίους. Όταν βλέπω να με παρακαλάς νύχτα-μέρα να σου στέλνω βοήθεια για να φάει ο κόσμος και τους έχεις σαν μπαρμπούνια κι’ εσύ να μην τρως, αλλά να μένεις μερόνυχτα νηστικός, να είσαι σαν μια σκιά του εαυτού σου, αφού έχεις τόσο μεγάλη αγάπη για τα πλάσματά μου, πώς Εγώ να μη σου στέλνω αυτό που μου ζητάς; Γι’ αυτό σου λέω πως, αν συνεχίσεις να έχεις αυτή την αγάπη μέχρι τέλους, εγώ θα σε ευλογώ και δεν θα σου λείψει τίποτε».

Ο Κύριος σταμάτησε να μιλάει. Ήμουν έπειτα από αυτό, συνέχισε ο Γέροντας, όλος χαρά.

πηγή: http://www.imdleo.gr/