*Ορθόδοξος, πατριωτικός και διαχρονικός ο λόγος του Στρατηγού Μακρυγιάννη..

…Ὅποιος ἄνθρωπος μὲ ρωτάγει δι᾿ ἀλήθεια τοῦ λέγω δὲν ξέρω, ὅτι ηὗρα τὸν μπελᾶ μου κατατρέχοντας.

Ὁ ἅγιος Πρωτοσύγκελλος ὀνομαζόμενος Φραντζῆς, ὁ ῾στοριογράφος τοῦ Κολοκοτρώνη, μὸ ῾κάνε τὸν φίλο καὶ μοῦ εἶπε νὰ τοῦ δώσω ὕλη διὰ νὰ φκειάση ἱστορία, ὅτι συνάζει κι᾿ ἀπὸ ἄλλους πολλούς. Τοῦ εἶπα· «Ἡ ἱστορία θέλει πατριωτισμό, νὰ εἰπῆς καὶ τῶν φίλωνέ σου καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά, καὶ τοιούτως φωτίζονται οἱ μεταγενέστεροι ὁποῦ θὰ τὴν διαβάσουν, νὰ μὴν πέφτουν σὲ λάθη· καὶ τότε σκηματίζονται τὰ ἔθνη. Θὰ εἰπῆς διὰ τὸν Κολοκοτρώνη, τοῦ λέγω, καὶ τὰ καλά του καὶ τὰ κακά του.

–Μπορῶ νὰ εἰπῶ; μοῦ εἶπε. Ἂν ἐκεῖ ὁ Κολοκοτρώνης δὲν τὸν ἀπάταγαν, θὰ γένεταν ἐκεῖνο τὸ καλό. – Τοῦ εἶπα, δὲν ἔχω νὰ σοῦ εἰπῶ τίποτας». Ἀπὸ τότε οὔτε τοῦ ματάκρινα δι᾿ αὐτὸ καὶ διὰ ἕνα φέρσιμον ὁποῦ ἔκαμεν σὲ αὐτείνη τὴν ἡλικία μιᾶς φτωχῆς καὶ οἱ πράξες τοῦ κατάντησαν καὶ εἶναι εἰς τὸν Δεσπότη τῆς Ἀττικῆς. Ἀπὸ τοιούτους ἂς λείπη κι᾿ ὁ καρπὸς τοὺς τῶν παράσιτων, τῶν ξένων της παλιόψαθες, ὁποῦ αὐτεῖνοι κατάντησαν τὴν πατρίδα καὶ τὴν θρησκείαν καὶ κλονίζεται ἀπὸ τοὺς ἄθρησκους. Εἰς τὸν καιρὸν τῆς Τουρκιᾶς μίαν πέτρα δὲν πείραζαν ἀπὸ τὰ παλιοκκλήσια· κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ ἀπατεῶνες σύνδεσαν τὰ συνφέροντά τους μὲ τοὺς μολεμένους, Φαναργιῶτες κι᾿ ἄλλους τοιούτους, ὁποῦ ἦταν εἰς τὴν Εὐρώπη μόλεμα, καὶ μᾶς χάλασαν τὰ μοναστήρια καὶ τῆς ἐκκλησιές μας – μαγαρίζουν μέσα κι᾿ ἄλλες ἔγιναν ἀχούρια. Ἀπὸ τοὺς τοιούτους γερωμένους πολλοὺς πάθαμεν αὐτά· κι᾿ ἀπὸ τοὺς τοιούτους λαϊκούς, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς, ἀφοῦ χύσαμεν ποταμοὺς αἵματα, κιντυνεύομεν νὰ χάσωμεν καὶ τὴν πατρίδα μας καὶ τὴν θρησκεία μας.

Ὁ κύριος Πρωτοσύγκελλος εἰς τὸ ἱστορικὸν τοῦ ἐκτάνθηκαν τὰ φῶτα του καὶ ἡ ἀρετὴ τοῦ κ᾿ ἔγραψε ἀντραγαθήματα ἀπὸ τὴν Βλαχίαν καὶ κάτου. Τὸν ρώτησαν· «Διατὶ δὲν ἔγραψες καὶ τῶν Ρουμελιώτων;» Ἀποκρίθη· «Τοὺς εἴχαμεν μιστωτούς. Ποῦ εἶχες αὐτὰ τὰ πλούτη, παραλυμένε, ἄσωτε, λοιμικὴ τῆς γερωσύνης; Πότε πολέμησες μόνος σου; Πές μου ἕναν πόλεμον καὶ νὰ μὴν ἦταν Ρουμελιώτης μαγιά· καὶ νὰ βάστησες μίαν θέση ῾σ ἕνα μέρος καὶ νὰ μὴν ἦταν Ρουμελιώτης, πονηρέ, κ᾿ ἐσὺ νὰ κέρδεσες νίκη; Κι᾿ ἂν δὲν ἦταν Ρουμελιώτης, ἔσκουζες κ᾿ ἔπαιρνες τὰ καταρράχια, τὰ βουνά. Ποιοὶ βαστοῦσαν τῆς θέσες εἰς τὰ στενά; Μὲ τὸ ντουφέκι σου χαλάστη ὁ Δράμαλης ἢ ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τόσοι ἄλλοι πασιάδες; Ποιοὶ κόβαν τοὺς ζαϊρέδες εἰς τὰ στενὰ τῶν Θερμοπύλων καὶ Πέτρα κι᾿ ἀλλοῦ καὶ τοὺς ἀφάνιζε ἡ πείνα καὶ χάθηκαν; Ἀπὸ ἐφύλιους πολέμους καὶ φατρίες καὶ δέσιμον τὰ συνφέροντά σας μὲ τοὺς νεκροθάφτες τῆς πατρίδος ἦταν ἄλλη ἡ τέχνη σας; Ποιοὶ ἀνάστησαν τὴν φατρίαν καὶ διχόνοιαν; Ἡ ἱστορία τοὺς λέγει καὶ Πελοποννήσιους καὶ Ρουμελιῶτες. Διατὶ ἡ κακία σου σὲ κάνει καὶ διαιρεῖς τὸ ἔθνος καὶ δὲν ξηγέσαι τὴν ἀλήθεια;

Λὲς ὅτι οἱ Ρουμελιῶτες ἕψησαν εἰς τὴν Πελοπόννησο φακὶ εἰς τὸ σουφλί. Ποιὸς ἔδωσε αἰτία τοῦ κακοῦ; Εἶσαι κ᾿ ἐσὺ ἕνας ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ καὶ φυλακώθης δι᾿ αὐτό. Ποιοὶ Πελοποννήσιοι καὶ Σπαρτιάτες καὶ νησιῶτες καὶ Ρουμελιῶτες πολέμησαν τοὺς ξέρει γενικῶς ἡ πατρίδα κι᾿ ὁ ἔξω κόσμος. Καὶ ποιοὶ τὴν ἀφάνισαν τὴν πατρίδα – εἶναι ἡ ψυχή τους καὶ ἡ ἀρετή τους σὰν τὴν δική σου – κι᾿ αὐτοὺς τοὺς ξέρουν· καὶ τῆς φατρίας σου τ᾿ ἀντραγαθήματα καὶ τὰ δικά σου, κύριε Φραντζή, τὰ ξέρουν. Ὅσο τὸ ἔθνος εἶχε εἰς τῆς ἀγκάλες τοῦ τὸν Κυβερνήτη, οἱ τίμιοι ἄνθρωποι τὸν ἔλεγαν Ἁγιάννη Χρυσόστομον· ὅταν τὸν περίλαβες ἐσὺ μὲ τὴν φατρία σου, κ᾿ ἐκεῖνον τὸν ἔχασες καὶ τὴν πατρίδα γενικώς· ὅτι τὸν συβούλευες ὅ,τι ἤθελες ἐσὺ καὶ ἡ φατρία σου. Ὅλο ἀδικημένοι ἦστε κι᾿ ὅλο ἐφύλιους πολέμους κάνετε. Οἱ Μαυρομιχάληδες σκοτώθηκαν ὅλοι εἰς τοὺς πολέμους, κι᾿ ὅσοι μείναν ζωντανοὶ σερνικοὶ ὅλους τους φυλακώσετε, καὶ φυλακωμένοι νηστικοὶ ζοῦσαν μ᾿ ἔλεος τοῦ ἑνοῦ καὶ τοῦ ἄλλου.

Φαίνονται καὶ οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ θυσίες αὐτεινῶν. Κι᾿ ἀπατήσετε τὸν Κυβερνήτη καὶ τὸν χάσετε· κι᾿ ἀφανίσετε καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ τώρα ἐγκωμιάζεστε ὅλοι ἕνας τὸν ἄλλον. Κι᾿ ἀπό σας τοὺς ἀπατεῶνες κι᾿ ὅμοιούς σας ἀφάνισε καὶ τώρα ἡ τζελατίνα τὰ καλύτερα παληκάρια, ὁποῦ ἀδικηθήκανε καὶ πᾶνε εἰς τῆς κακὲς στράτες νὰ φᾶνε ψωμί· καὶ τοὺς κατασκοτώνουν· κι᾿ ὅλες οἱ χάψες εἶναι γιομάτες ἀπὸ αὐτούς. Ὅτι ἐσεῖς οἱ ψωργιασμένοι ἐγίνετε κόντηδες, κ᾿ ἐκεῖνοι ὀπὸ ῾χυσαν τὸ αἷμα τους οὔτε ἕνα σίδερον σταυρὸν δὲν ἔχουν. Ἀναίρεσέ μου ἕνα ἀπὸ αὐτά, κύριε Φραντζῆ. Τί πλούτη εἶχε ἡ φατρία σου πρῶτα ὅλος ὁ κόσμος τὴν ξέρουν· καὶ τί ἔχουν τώρα φαίνεται. Κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾χαν τὰ πλούτη πεθαίνουν νηστικοί· κι᾿ ὅποιος ἔχει ῾διοχτησίαν τὴν βάνει ἀμανέτι εἰς τοὺς τοκογλύφους καὶ δανείζεται τρία τὰ ἑκατὸ τὸν μήνα καὶ τὸ διάφορον κεφάλι, καὶ ῾σ ἕνα χρόνο τοῦ τρώγει τὸ ὑποστατικόν του καὶ μένει ὁ νοικοκύρης κι᾿ ὁ ἀγωνιστὴς διακονιάρης. Καὶ οἱ φίλοι της φατρίας σας καὶ τῶν ἀλλουνῶν, ψεύτων συνταματικῶν, πιάσαν ὅλες της θέσες καὶ μεράζουν ψέματα εἰς τοὺς ξένους κ᾿ ἐγκώμια μὲ τῆς ῾φημερίδες τους ῾στους τοκογλύφτες, τοὺς νομικούς σας, τοὺς ἀβοκάτους σας. Ὅλοι μία μασιά, ποιὰ φατρία Κυβερνητικὴ καὶ ποιὰ Ψευτοσυνταματική.

Τὸ Ἔθνος ἀφανίστη ὅλως διόλου· καὶ ἡ θρησκεία – ἐκκλησία εἰς τὴν πρωτεύουσα δὲν εἶναι καὶ μᾶς γελᾶνε ὅλος ὁ κόσμος. Οἱ φατρίες σας, τὸ ῾να τὸ μέρος καὶ τ᾿ ἄλλο, θέλετε θέατρο· τὸ φκειάσετε κι᾿ αὐτὸ διὰ νὰ μᾶς μάθη τὴν παραλυσία. Καὶ δι᾿ αὐτὸ παίρνουν δυὸ ἀδέλφια δυὸ ἀδελφές. Ὅ,τι τοῦ λὲς – «ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας!» Καὶ τὰ παιδιὰ ὁποῦ τὰ στέλνουν νὰ φωτιστοῦν γράμματα κι᾿ ἀρετή, ἀπὸ μέσα τὸ κράτος κι᾿ ἀπόξω, φωτίζονται τὴν τραγουδικὴ καὶ ἠθικὴ τοῦ θεάτρου· καὶ πουλοῦνε τὰ βιβλία τους οἱ μαθηταὶ νὰ πᾶνε ν᾿ ἀκούσουνε τὴν Ρίττα Βάσσω τὴν τραγουδίστρα τοῦ θεάτρου· ὅτι παλαβώσανε οἱ γέροντες ὄχι τὰ παιδάκια νὰ μὴν πουλήσουνε τὰ βιβλία τους. Τὸ γέρο Λόντο, ὁποῦ δὲν ἔχει οὔτε ἕνα δόντι, τὸν παλάβωσε ἡ Ρίτα Μπάσσω τοῦ θεάτρου καὶ τὸν ἀφάνισε τόσα τάλλαρα δίνοντας κι᾿ ἄλλα πισκέσια.

Δὲν ρωτήσαμεν τὴν Εὐρώπη· ὅταν ἦταν ῾στὴν δική μας κατάστασιν ἤθελε νὰ φκειάσῃ θέατρα, ἢ τήραγε τῆς ἄλλες της ἀνάγκες κ᾿ ἔφκειανε τοὺς ναούς της, νὰ δοξάζῃ τὸν Θεὸν νὰ τοὺς φωτίζῃ εἰς τὸ καλό, καὶ σκολειὰ νὰ γιομίζῃ ὁ μαθητὴς προκοπὴ κι᾿ ἀρετή, νὰ γένῃ ἄξιος τῆς κοινωνίας – καὶ ὄχι ἄξιος της ἀπιστίας καὶ παραλυσίας, νὰ πουλῆ δι᾿ αὐτὰ τὰ βιβλία του; Δι᾿ αὐτείνη τὴν προκοπή σου στέλνει κάθε γονέος τὸ παιδί του εἰς τὴν πρωτεύουσα; Αὐτὰ τὰ φῶτα νὰ γυμναστῆ; Ἀλλοίμονο ῾σ ἐκείνους ὁποῦ χύσανε τὸ αἷμα τους καὶ θυσιάσανε τὸ δικόν τους νὰ ἰδοῦνε τὴν πατρίδα τους νὰ εἶναι τὸ γέλασμα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νὰ καταφρονιῶνται τ᾿ ἀθώα αἵματα ὁποῦ χύθηκαν!…

απόσπασμα από το βιβλίο: Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη – Ἀπομνημονεύματα – Βιβλίον Γ´, Κεφάλαιον τέταρτον