Ο Όσιος Γρηγόριος ο Διάλογος, πάπας Ρώμης, έζησε τον 6ο αιώνα.

Πριν ανεβεί στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης, ίδρυσε στο Μόντε Τσέλιο μονή στο όνομα του αγίου αποστόλου Ανδρέα, όπου και ηγουμένευσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, διάγοντας βίο αυστηρό και ασκητικό.

Κάποια μέρα χτύπησε την πύλη της μονής ένας φτωχός και ζητούσε ελεημοσύνη. Ο άγιος του έδωσε έξι νομίσματα. Ο φτωχός σε λίγο ξαναγύρισε και ζήτησε πάλι. Ο όσιος του έδωσε άλλα έξι νομίσματα. Αυτό επαναλήφθηκε και τρίτη φορά, οπότε μη έχοντας τι να του δώσει, του χάρισε πρόθυμα ένα ασημένιο πιάτο του μοναστηριού.

Οι κανόνες της μονής απαγόρευαν κάτι τέτοιο, αλλά η σπλαχνική καρδιά του οσίου δεν άντεχε ν’ απομακρύνει τον φορτικό ζητιάνο με άδεια χέρια.

Την ίδια τακτική ακολουθούσε ο άγιος Γρηγόριος κι όταν αργότερα έγινε πάπας Ρώμης.

Κάποια μέρα έστειλε και κάλεσαν δώδεκα φτωχούς για να φάνε μαζί του. Την ώρα του γεύματος, παρατήρησε ο όσιος – και μόνο αυτός – πως υπήρχε και δέκατος τρίτος καλεσμένος. Φαινόταν όμως διαφορετικός από τους άλλους. Στο πρόσωπό του καθρεφτιζόταν μια εξαιρετική ευγένεια ψυχής. Στο τέλος τον καλεί και τον ρωτάει:

Ποιος είσαι και πως ήρθες εδώ;

-Είμαι άγγελος Κυρίου, αποκρίθηκε εκείνος. Είμαι ο ίδιος που είχα έρθει και παλιότερα, σταλμένος από το Θεό για να σου ζητήσω ελεημοσύνη, και μου έδωσες το ασημένιο πιάτο. Με είχε στείλει ο Κύριος για να δοκιμάσει την ευσπλαχνία σου. Γι’ αυτό και σε προχείρισε αρχιερέα. Από τότε πήρα τη θεϊκή εντολή να βρίσκομαι πάντα κοντά σου και να σε προστατεύω.

από το βιβλίο: «Εμφανίσεις και θαύματα των αγγέλων» – Ιερά Μονή Παρακλήτου