Αν εξετάσετε ένα βιβλίο Ορθόδοξης θεολογίας, θα διαπιστώσετε ότι η αλήθεια δεν μπορεί να βρεθεί από τις δυνάμεις του ανθρώπου αβοήθητες. Μπορείτε να διαβάσετε τις Γραφές ή οποιοδήποτε ιερό βιβλίο και να μην καταλάβετε καν τι λένε.

Υπάρχει ένα τέτοιο παράδειγμα στο βιβλίο των πράξεων, στην ιστορία του Αποστόλου Φιλίππου και του Αιθίοπα ευνούχου:

Τότε ο άγγελος Κυρίου είπε στον Φίλιππο: «Πήγαινε προς νότον, στο δρόμο που κατεβαίνει από την Ιερουσαλήμ στη Γάζα (είναι δρόμος έρημος)». Και ξεκίνησε και πήγε. Ένας Αιθίοπας, ευνούχος, αξιωματικός της Κανδάκης, της βασιλίσσης των Αιθιόπων, ο οποίος ήταν γενικός ταμίας της, είχε έλθει στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει και επέστρεφε. Καθισμένος στο αμάξι του διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα. Είπε τότε το Πνεύμα στον Φίλιππο: «Πήγαινε και προσκολλήσου σ’ αυτό το αμάξι». Όταν ο Φίλιππος έφθασε κοντά, τον άκουσε να διαβάζει τον προφήτη Ησαΐα και του είπε: «Άραγε καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;» Αυτός είπε: «Πως να μπορέσω να καταλάβω εάν δεν με οδηγήσει κάποιος;»∙ και παρεκάλεσε τον Φίλιππο να ανεβεί και να καθήσει μαζί του. Η περικοπή της Γραφής που διάβαζε ήταν η εξής: Σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή και, όπως ο αμνός που είναι άφωνος εμπρός σ’ εκείνον που τον κουρεύει, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του∙ δια του πάθους του η καταδίκη έλαβε τέλος∙ την δε γενεά του ποιος θα μπορέσει να την διηγηθεί; Διότι έφυγε η ζωή του από την γη. Τότε ο ευνούχος είπε στον Φίλιππο: «Σε παρακαλώ, πες μου, για ποιον το λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλον;» Τότε ο Φίλιππος άνοιξε το στόμα του και, ξεκινώντας από τη γραφή αυτή, του κήρυξε τη χαρμόσυνη αγγελία περί του Ιησού. Καθώς δε προχωρούσαν στο δρόμο, έφθασαν σε ένα μέρος όπου υπήρχε νερό και λέει ο ευνούχος, Να, νερό, τι με εμποδίζει να βαπτιστώ; Και ο Φίλιππος του είπε: Εάν πιστεύεις με όλη την καρδιά σου, μπορείς. Εκείνος αποκρίθηκε: Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Και διέταξε να σταθεί το αμάξι και κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, και ο Φίλιππος και ο ευνούχος, και τον βάπτισε. Όταν ανέβηκαν από το νερό, το Πνεύμα του Κυρίου άρπαξε τον Φίλιππο και δεν τον είδε πλέον ο ευνούχος∙ και ο ευνούχος συνέχισε το δρόμο του χαρούμενος.

Πράξεις Αποστόλων 8:26-39

Υπάρχουν πολλά υπερφυσικά, μυστικιστικά στοιχεία σ’ αυτό το γεγονός: ο άγγελος λέει στο Φίλιππο που να πάει (παρ’ ότι στον Αιθίοπα φαίνεται απλά σαν μια τυχαία συνάντηση σ’ έναν έρημο δρόμο), και αργότερα, μετά το βάπτισμα, το Πνεύμα του Κυρίου παίρνει μακριά τον Φίλιππο, που εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια του ευνούχου. Αλλά δεν είναι αυτό που κάνει τον ευνούχο να θέλει να βαπτιστεί και να γίνει Χριστιανός. Είναι κάτι άλλο που τον ελκύει: όχι τα θαύματα, αλλά κάτι στην καρδιά του. Τα θαύματα, μολονότι μερικές φορές βοηθούν κάποιον να φτάσει να πιστέψει, δεν είναι ο σωστός λόγος ν’ αποδεχθεί κανείς τον Χριστιανισμό. Στο ίδιο βιβλίο των Πράξεων διαβάζουμε την ιστορία του Σίμωνα του μάγου, που ήθελε να πληρώσει χρήματα για να μπει στην Εκκλησία και να κερδίσει τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, γιατί ήταν πολύ θεαματικά και θαυμαστά. Εξασκούσε το λίαν επικερδές «επάγγελμα» της μαγείας, σε μια εποχή όπου όσο πιο υπερφυσικά πράγματα μπορούσε να κάνει κάποιος, τόσο περισσότερα χρήματα και κύρος μπορούσε να αποκτήσει, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι συνέβαιναν περισσότερα τέτοια (υπερφυσικά) γεγονότα στο Χριστιανισμό απ’ ότι στον παγανιστικό κόσμο. Όπως γνωρίζουμε από το βιβλίο των Πράξεων, το αίτημα του Σίμωνα δεν έγινε δεκτό από τον Απόστολο Πέτρο κι αυτός είχε κακή κατάληξη, δίνοντάς μας τη λέξη «σιμωνία» για την έννοια του να προσπαθείς να αγοράσεις τη χάρη του Θεού.

Αντιθέτως, όταν ο Φίλιππος μίλησε στον Αιθίοπα ευνούχο, κάτι στην καρδιά του ευνούχου άλλαξε. Στις Πράξεις διαβάζουμε ότι έφτασε να πιστέψει∙ δηλαδή η καρδιά του μαλάκωσε από την αλήθεια που άκουσε. Οι λόγοι της Γραφής είναι πολύ ισχυροί, και όταν τους δίνεται η σωστή ερμηνεία, κάτι στην καρδιά διανοίγεται εάν η καρδιά είναι έτοιμη. Γι’ αυτό, ο ευνούχος δέχθηκε το Χριστό με όλη του την ψυχή∙ ήταν ένας αλλαγμένος άνθρωπος. Αυτό δεν έγινε για χάρη των θαυμάτων, αλλά για χάρη εκείνου που ο Χριστός ήρθε να φέρει στη γη.

Το ίδιο μπορούμε να δούμε σ’ ένα άλλο σημείο της Καινής Διαθήκης, όταν δύο από τους μαθητές του Χριστού βάδιζαν στο δρόμο προς Εμμαούς (κατά Λουκάν, κεφ. 24). Ο ίδιος ο Χριστός, ακριβώς την ημέρα της Ανάστασής Του, τους συνάντησε και προχώρησε μαζί τους, ρωτώντας τους γιατί ήταν τόσο ταραγμένοι. Αυτοί με τη σειρά τους άρχισαν να Τον ρωτούν αν ήταν ο μόνος που δεν ήξερε τι είχε συμβεί στην Ιερουσαλήμ. Είπαν ότι υπήρχε ένας μεγάλος προφήτης που είχε φονευθεί και μετά υπήρξαν ισχυρισμοί ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς∙ αλλά εκείνοι δεν ήξεραν τι να πιστέψουν. Τότε ο Χριστός άρχισε να ανοίγει τις καρδιές τους και να τους εξηγεί τι έλεγε η Παλαιά Διαθήκη ότι επρόκειτο να συμβεί στο Μεσσία. Όλη εκείνη την ώρα οι μαθητές δεν Τον αναγνώριζαν, γιατί δεν ήρθε να τους καταπλήξει με σημεία και τέρατα. Αργότερα, όταν έφτασαν στους Εμμαούς, ο Χριστός έκανε σαν να επρόκειτο να συνεχίσει πιο πέρα, και θα έφευγε από κοντά τους χωρίς να τον αναγνωρίσουν αν δεν Του ζητούσαν – από απλή αγάπη για ένα ξένο που βρισκόταν σε δυσχέρεια – να περάσει τη νύχτα μαζί τους. Τελικά, όταν κάθησε μαζί τους στο τραπέζι και έκοψε τον άρτο όπως στο Μυστικό Δείπνο, τα μάτια τους ανοίχθηκαν, είδαν ότι ήταν ο ίδιος ο Χριστός, και τότε χάθηκε ακριβώς μπροστά στα μάτια τους. Άρχισαν να αναρωτιούνται και να θυμούνται ότι, όλη την ώρα που Εκείνος ήταν μαζί τους, είχαν ένα φλόγισμα στην καρδιά τους, παρ’ ότι δεν Τον είχαν αναγνωρίσει ακόμα. Αυτό που τελικά τους έκανε να αναγνωρίσουν το Χριστό ήταν αυτή η φλεγόμενη καρδιά, κι όχι απλά το γεγονός ότι χάθηκε από μπροστά τους, γιατί αυτό μπορούν να το κάνουν επίσης και οι μάγοι. Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι τα θαύματα που αποκαλύπτουν πρώτα απ’ όλα το Θεό στους ανθρώπους, αλλά κάτι σχετικά με το Θεό το οποίο αποκαλύπτεται σε μια καρδιά που είναι έτοιμη γι’ αυτό. Αυτό εννοούμε λέγοντας «φλεγόμενη καρδιά» μέσω της οποίας οι δύο μαθητές είχαν επαφή με τον Ενσαρκωμένο Θεό.

Εδώ βλέπουμε πως προκύπτει αυτό που λέγεται αποκάλυψη: η καρδιά συγκινείται και αλλοιώνεται από την παρουσία του Θεού, ή από κάποιον που είναι πληρωμένος με το Πνεύμα Του, ή απλά ακούγοντας να κηρύσσεται η αλήθεια γι’ Αυτόν. Επίσης, έτσι οι Απόστολοι είχαν τη δύναμη να πάνε σε όλη σχεδόν την οικουμένη – στην Ινδία (και πιθανώς ακόμα μακρύτερα, στην Κίνα), στη Ρωσία στο Βορρά, όπου ζούσαν οι Σκύθες, στη Βρετανία στη Δύση, και στην Αβησσυνία στο Νότο – με σκοπό να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλους τους λαούς μέσα στις πρώτες δεκαετίες μετά την ανάσταση του Χριστού.

Έτσι συμβαίνει και σήμερα, μολονότι οι άνθρωποι έχουν γίνει πολύ περισσότερο αναίσθητοι και ρηχοί πνευματικά, πολύ λιγότερο απλοί, και δεν ανταποκρίνονται τόσο εύκολα στην αλήθεια. Στην περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, αυτοί που έρχονταν στην πίστη μέσω αυτού δεν είχαν κινηθεί πρώτα πρώτα από τα θαύματά του, αλλά από κάτι σχετικό μ’ αυτόν που συγκινούσε τις καρδιές τους. Θα δώσω ένα παράδειγμα από τη ζωή του, ένα γεγονός που συνέβη στη Σαγκάη, όπου ήταν επίσκοπος κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μας το εξιστόρησε μια καλή μας φίλη που πέθανε πριν μερικά χρόνια, μια εκπαιδεύτρια ομιλίας που λεγόταν Άννα. Όπως μας εξήγησε, η νηστεία του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη ήταν τόσο αυστηρή, που η κάτω σιαγόνα του έχανε δύναμη κατά τις περιόδους νηστείας και μιλούσε πολύ συγκεχυμένα. Είχε το καθήκον να του παραδίδει μαθήματα για να ασκηθεί το σαγόνι του και να τον κάνει να μιλά λίγο καθαρότερα. Ερχόταν σ’ αυτήν σε τακτικά διαστήματα, και όταν τελείωνε κάθε μάθημα συνήθιζε ν’ αφήσει ένα αμερικανικό χαρτονόμισμα των είκοσι δολλαρίων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η γυναίκα αυτή τραυματίστηκε και πέθαινε σ’ ένα γαλλικό νοσοκομείο στη Σαγκάη. Ήταν αργά τη νύχτα∙ έξω υπήρχε μια τρομερή καταιγίδα, και οι επικοινωνίες στην πόλη δεν ήταν δυνατές. Αλλά εκείνη είχε μόνο μια ιδέα στην καρδιά της. Καθώς οι γιατροί της είχαν πει ότι επρόκειτο να πεθάνει, η μόνη της ελπίδα ήταν ότι θα ερχόταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, θα της έδινε Θεία Κοινωνία και με κάποιον τρόπο θα την έσωζε. Ικέτεψε τους ανθρώπους να του δώσουν μήνυμα, αλλά εκείνοι είπαν ότι ήταν αδύνατον. Τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν λόγω της καταιγίδας, και το νοσοκομείο (εφ’ όσον ήταν καιρός πολέμου) ήταν κλειδωμένο για τη νύχτα. Γι’ αυτό, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φωνάξει: «Βοήθεια! Αρχιεπίσκοπε Ιωάννη έλα!» Φυσικά, οι άνθρωποι είπαν ότι η φτωχή γυναίκα παραληρούσε, αφού δεν ήταν δυνατή η επαφή μαζί του. Αλλά εκείνη τη νύχτα, καθώς η Άννα φώναζε αυτά τα λόγια, οι πόρτες άνοιξαν και στη μέση της καταιγίδας ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης μπήκε μέσα με Θεία Κοινωνία. Ήρθε κοντά της, την εξομολόγησε, την καθησύχασε (ήταν, φυσικά, ενθουσιασμένη), την μετέλαβε κι έφυγε.

Μετά από αυτό η γυναίκα κοιμήθηκε για 18 ώρες και, ξυπνώντας την επόμενη μέρα, ένοιωσε ότι είχε αναρρώσει. «Πρέπει να ευθύνεται το γεγονός ότι ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης», είπε. Ποιος Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, ρώτησαν οι νοσοκόμες, λέγοντας ότι ήταν απίθανο να έμπαινε στο κλειδωμένο νοσοκομείο μια τέτοια νύχτα. Το πρόσωπο στο κρεββάτι δίπλα της είπε ότι κάποιος είχε στ’ αλήθεια έρθει εκεί, αλλά και πάλι κανείς δεν την πίστευε. Άρχισε να αναρωτιέται μήπως είχε παραισθήσεις. Όμως καθώς εκείνη την ημέρα οι νοσοκόμες έστρωναν το κρεββάτι της, ανακάλυψαν κάτω από το προσκέφαλό της ένα αμερικάνικο χαρτονόμισμα των είκοσι δολλαρίων. «Αχά», είπε εκείνη, «αυτό είναι η απόδειξη ότι ήταν εδώ!»

Πως, μπορεί να ρωτήσει κάποιος, ήξερε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης; Πως κατάφερε να φτάσει εκεί, αφού ήταν απίθανο η ανθρώπινη επικοινωνία να του μεταδώσει το μήνυμα; Κάποιος μπορεί να πει ότι αυτό του αποκαλύφθηκε, γιατί του αποκαλύφθηκαν τόσα πολλά πράγματα σαν αυτό. Αλλά πως του αποκαλύφθηκε; Γιατί σ’ αυτόν και όχι σε κάποιον άλλον; Γιατί αλήθεια αποκαλύπτεται σε κάποιους και όχι σε άλλους; Υπάρχει κάποιο ειδικό όργανο για να δέχεται αποκαλύψεις από το Θεό; Ναι, σίγουρα υπάρχει ένα τέτοιο όργανο, παρ’ ότι συνήθως το κλείνουμε και δεν το αφήνουμε ν’ ανοίξει: η αποκάλυψη του Θεού δίνεται σε κάτι που λέγεται καρδιά που αγαπά. Ξέρουμε από τις Γραφές ότι ο Θεός είναι αγάπη∙ ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. (Μπορεί να κοιτάξετε στις αποτυχίες, να βλέπετε ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται Χριστιανοί και δεν είναι, και να λέτε ότι δεν υπάρχει αγάπη εκεί∙ όμως ο Χριστιανισμός είναι πράγματι η θρησκεία της αγάπης όταν έχει επιτευχθεί και ασκείται με το σωστό τρόπο). Ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός λέει ότι οι πραγματικοί μαθητές Του διακρίνονται πάνω από όλα για την αγάπη τους.

Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε γνώριζε τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη τι ήταν αυτό που έλκυε τους ανθρώπους σ’ αυτόν, – και που ελκύει ακόμη ανθρώπους που δεν τον γνώρισαν ποτέ – η απάντηση είναι πάντα η ίδια: ξεχείλιζε από αγάπη∙ θυσίαζε τον εαυτό του για τους συνανθρώπους του, από εντελώς μη εγωϊστική αγάπη για το Θεό και γι’ αυτούς. Γι’ αυτό του αποκαλύπτονταν πράγματα τα οποία δεν μπορούσαν να εξιχνιαστούν από τους άλλους ανθρώπους, και τα οποία δεν θα μπορούσε να είχε μάθει με φυσικά μέσα. Ο ίδιος δίδασκε ότι, παρ’ όλο το «μυστικισμό» της Ορθόδοξης Εκκλησίας που βρίσκεται στους βίους των Αγίων και στα γραπτά των αγίων Πατέρων, ο πραγματικά Ορθόδοξος πατά πάντα και με τα δυο του πόδια σταθερά στη γη, αντιμετωπίζοντας οποιαδήποτε κατάσταση βρίσκεται ακριβώς μπροστά του. Αποδέχεται τις δεδομένες καταστάσεις, πράγμα που απαιτεί μια καρδιά που αγαπά. Αυτή η καρδιά που αγαπά είναι ο λόγος που κάποιος φτάνει στη γνώση της αλήθειας, παρ’ ότι μερικές φορές ο Θεός πρέπει να συντρίψει και να ταπεινώσει μια καρδιά για να την κάνει δεκτική – όπως στην περίπτωση του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος κάποτε έπνεε μένεα κατά των Χριστιανών και τους καταδίωκε. Αλλά για το Θεό το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρώπινης καρδιάς είναι όλα παρόντα, κι Εκείνος βλέπει που μπορεί να παρέμβει και να επικοινωνήσει.

Το αντίθετο της καρδιάς που αγαπά και δέχεται αποκάλυψη από το Θεό, είναι ο ψυχρός υπολογισμός, το να βγάζεις ό,τι μπορείς από τους ανθρώπους. Στη θρησκευτική ζωή αυτό παράγει απάτη και τσαρλατανισμό κάθε είδους. Αν κοιτάξετε στο θρησκευτικό κόσμο σήμερα, βλέπετε να συμβαίνει αυτό σε μεγάλη ευρύτητα: τόση πολλή απάτη, προσποίηση, υπολογισμός, τόση χρησιμοποίηση των ανέμων της μόδας, που φέρνουν στη μόδα πότε μια θρησκεία ή θρησκευτική συμπεριφορά, πότε μια άλλη. Για να βρεις την αλήθεια, πρέπει να κοιτάξεις βαθύτερα.

από το βιβλίο: «Η αποκάλυψη του Θεού στην ανθρώπινη καρδιά» – Ιερομονάχου Σεραφείμ Ρόουζ