Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ ΣΕ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΟΛΟΥΣ· ΠΑΠΑΔΕΣ, ΔΕΣΠΟΤΑΔΕΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΑΔΕΣ ΚΑΙ ΛΑΟ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ

«…Ἐμεῖς σή­­μερα εἴμεθα περισσότερο ἁμαρτωλοί. Ζοῦμε σὲ χρόνια μεγάλης διαφθορᾶς. Ποτέ ἄλλοτε οἱ ἄνθρωποι δὲν ἁμάρταναν ὅπως τώρα.

Ἡμέρες συντελείας μοιάζουν οἱ μέρες μας. Μπορεῖ νά ’χουμε σπίτια μεγάλα μὲ ῥαδιόφω­να καὶ τη­λεοράσεις· μπορεῖ τὰ παιδιά μας νὰ σπου­δάζουν, νά ’χουμε τὸ πορτοφόλι γε­μᾶ­το, νὰ διαθέτουμε αὐτοκίνητο, νὰ γλεν­τοῦμε καὶ νὰ διασκεδά­ζουμε· ἀλλὰ εἴμεθα ἁ­μαρτωλοί, πολὺ ἁμαρτωλοί. Τὸν παλιὸ καιρὸ στὰ χωριά μας εἶχαν καλύ­βες, ἀλ­λὰ μέσ᾿ στὶς καλύβες, μὲ τὰ κεριὰ καὶ τὰ δᾳ­διά, κατοικοῦσαν ἅγιοι. Τώρα μέσα στὰ μέγαρα κατοικοῦν δαίμονες.
Ἀλλάξαμε, διαφέρουμε πολὺ ἀπὸ τοὺς προ­γό­νους μας. Πρὸ ἑκατὸ ἐτῶν δὲν ὑπῆρχε ἄ­πιστος, τώρα καὶ μικρὰ παιδιὰ σοῦ λένε «Δὲν ὑπάρχει Θεός». Ἄλλοτε οἱ ἄνθρωποι δὲν ἅ­πλωναν σὲ δικαστήριο τὸ χέρι στὸ Εὐαγγέλιο, τώρα μὲ εὐκολία παίρνουν καὶ ψεύτικο ὅρ­κο. Ἄλλοτε δὲ βλαστημοῦσαν, τώρα μέρα – νύ­χτα βλαστημοῦν ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὅσιο. Ἄλλοτε χτυποῦσε ἡ καμπάνα καὶ ―φτερὰ στὰ πό­δια― ὅλοι ἔτρεχαν στὴν ἐκκλησία, καὶ κλαίγανε ὅ­ταν περνοῦσαν τὰ ἅγια καὶ βρέχανε τὴ γῆ τὰ δάκρυά τους, καὶ γίνονταν θαύματα· τώρα χτυπᾷ ἡ καμπάνα καὶ μέσα στοὺς δέκα Χριστιανοὺς ἕνας ἔρχεται, κι αὐτὸς δὲ βλέπει τὴν ὥρα πότε νὰ σχολάσῃ ἡ ἐκκλησία νὰ βγῇ ἔξω. Ἄλλοτε τὸ διαζύγιο ἦταν ἄγνωστο, τώρα βγάζουν τὰ διαζύγια ὅπως ἡ φάμπρικα βγάζει τὰ τοῦβλα· οἱ δικηγόροι ζοῦν ἀπὸ τὰ διαζύγια, καὶ οἱ γιατροὶ ἀπὸ τὶς ἐκτρώσεις.
Ἐκεῖ φθάσαμε. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ἔρχεται τιμωρία· σεισμοί, πλημῦρες, ἀνομβρίες, ἀ­σθένειες ἄγνωστες ἄλλοτε (ὅπως ὁ καρκίνος ποὺ θερίζει), ῥύπανσι τῆς ἀτμοσφαίρας, καὶ μάλιστα ὁ κίνδυνος ἀπὸ τὴ ῥαδιενέργεια ποὺ φαρμακώνει τὰ πάντα. Ἀχάριστε ἄνθρωπε, ποὺ βλαστημοῦσες τὸ Θεό, θὰ φοβᾶσαι νὰ φᾷς καὶ νὰ πιῇς, γιατὶ θὰ πικραθῇς καὶ θὰ πεθάνῃς κατὰ τὴν προφητεία τῆς Ἀποκαλύψεως (βλ. 8,10-11). Θὰ ’ρθῇ μέρα, ποὺ ἕνα ποτήρι καθαρὸ νερὸ θὰ δίνῃς μιὰ λίρα καὶ δὲ θὰ τὸ βρίσκῃς. Θὰ μᾶς τιμωρήσῃ ὁ Θεός, γιατὶ ὅλοι φύγαμε ἀπὸ κοντά του, παπᾶδες, δεσποτάδες, πατριαρχάδες, μικροί, μεγάλοι, δεξιοί, ἀριστεροί, μαῦροι, ἄσπροι, κόκκινοι, πράσινοι, ὅλοι ἀνεξαιρέτως.

* * *

Τί νὰ κάνουμε; ν’ ἀπελπιστοῦμε; Ὄχι. Μᾶς δίνει ἐλπίδα ἡ Σαμαρεῖτις, ποὺ ἦταν τόσο ἁ­μαρτωλὴ καὶ σώθηκε. Αὐτὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας! Παίρνει τὸ κοράκι καὶ τὸ κάνει περιστέρι, παίρνει τὴ μοιχαλίδα καὶ τὴν κάνει ἀπόστολο, παίρνει τὸ λῃστὴ καὶ τὸν κάνει ἅγιο. Μεγάλη ἡ δύναμις τῆς μετανοίας. Γι’ αὐτὸ δὲ θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς ἐπειδὴ ἁμαρτάνουμε· θὰ μᾶς δικάσῃ ἐπειδὴ δὲν μετανοοῦμε.
Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια ὅλους. Παπᾶδες, δεσποτάδες, πατριαρχάδες, μικροὶ καὶ μεγάλοι, δεξιοὶ καὶ ἀριστεροί, περιμένει νὰ ἐπιστρέψουμε κοντά του, διότι πλησιάζει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου.
Νὰ προσευχηθοῦμε, νὰ νηστεύσουμε, νὰ τρέξουμε στὴν ἐκκλησία, νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεός. Αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ στὴν ἀγάπη σας.

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Ἀθανασίου Σιταριᾶς – Φλωρίνης 1-6-1986)

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/

Advertisements