ΓΕΡΩΝ  ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ (+ 1907 – 1977)

-῎Εχετε δοκιμάσει φανερούς πειρασμούς ἀπό τόν διάβολο, πάτερ Σωφρόνιε;

-Ναί, πολλούς. ῞Οταν εἶχα ἔλθει ὡς Δόκιμος στήν Μονή, μερικά βράδυα, ὅταν ἐξάπλωνα, ἔβλεπα μπροστά μου ὁλοζώντανη τήν μορφή τῆς Μάννας μου. Μέ κυττοῦσε ἀμίλητη καί μέ σοβαρότητα. Τό εἶπα στόν Γέροντά μου, καί μοῦ εἶπε: «Τό βράδυ, ἄν ξαναέλθῃ, νά μοῦ τό εἰπῇς». Πράγματι ἦλθε. Τό εἶπα στόν Γέροντα. Μοῦ ἐδιάβασε ἐκεῖνος τούς ἐξορκισμούς τοῦ Μ. Βασιλείου, καί ἔκτοτε δέν παρουσιάστηκε.

Μιά ἄλλη φορά, ἤμουν παραμάγειρας, καί μοῦ εἶπε ὁ διακονητής μου Γέρο Αὐξέντιος, νά κατέβω μιά Κυριακή πρωῒ στό μαγειρεῖο νά μαγειρέψω ρεβύθια. Τήν νύκτα, πρίν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία, κατέβαινα γιά τό μαγερεῖο. ῎Ακουσα νά κτυποῦν τά τάλαντα, εἶδα μέσα στήν ἐκκλησία ἀναμμένες λαμπάδες, πολύ φωτοχυσία μέσα. Σκέφθηκα ὅτι οἱ Πατέρες διαβάζουν τήν ἀκολουθία τοῦ ῎Ορθρου. Ἐπῆγα στό μαγειρεῖο, ἄναψα τήν φωτιά, ἔβαλα τά ρεβύθια ἐπάνω καί τραβοῦσα τό κομποσχοίνι μου. ῞Οταν τελείωσα τό μαγείρευμα, ἀκούω τόν Μοναχό Βασίλειο νά κτυπᾷ τό τάλαντο. Τόν φωνάζω «Τί συμβαίνει, τοῦ λέγω, βρέ  πάτερ Βασίλειε; Γιατί κτυπᾶς πάλι τό τάλαντο; Δέν τό κτύπησες πρίν δύο ὧρες πάλι;». Ἐκεῖνος μέ ἐθεώρησε πλανεμένο καί δέν μοῦ ἔδωσε σημασία. ῏Ηλθε ὁ διακονητής μου π. Αὐξέντιος. Τοῦ ἐξήγησα τό περιστατικό. ῾Η ὑπόθεσις ἐπῆγε κατ᾿ εὐθείαν στόν ῾Ηγούμενο. Ἀπεδείχθη ὅτι ἦταν διαβολική πλεκτάνη. ῾Ο ῾Ηγούμενος ἔκτοτε μοῦ ἀπηγόρευσε νά κατεβαίνω μόνος μου στό μαγειρεῖο, παρά μόνο μέ τόν ὑπεύθυνο ἀδελφό.

Μιά ἄλλη φορά ἐπήγαινα μέ τά πόδια ἀπό τήν Μονή Ἰβήρων στήν Μεγίστη Λαύρα. Ἐστάθμευσα γιά λίγο νά ξεκουρασθῶ στό ῾Αγίασμα τοῦ ῾Αγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, ὅπου πλησίον ὑπάρχει τό Ρουμάνικο κελλί τῶν ῾Αγίων 40 Μαρτύρων. Ἐκεῖ εἶδα ἕνα Μοναχό. Τοῦ μίλησα: «Παρίντε, παρίντε (πάτερ) τί κάνεις; Εὐλογεῖτε. Ἐπῆγα κοντά, τόν ἔπιασα ἀπό τά γένεια. Καί τί λές ἔπιασα; Μιά τούφα ἀπό πράσινα χόρτα. ῏Ηταν ὁ διάβολος μέ τήν μορφή Μοναχοῦ πού ἤθελε νά μέ πειράξῃ.

῎Αλλοτε πάλι, ἕνα πρωῒ κατέβαινα γιά τήν ἐκκλησία. Στήν ἡμικυκλική πετρόσκαλα τῆς ἐσωτερικῆς αὐλῆς, συνήντησα μπροστά μου ἕνα Μοναχό. Μοῦ εἶπε τά ἑξῆς: «Ἐγώ εἶμαι ὁ Μοναχός Αὐξέντιος πού πνίγηκα μέ ἄλλους δύο στό πέλαγος τῆς Σιθωνίας, ὅταν πηγαίναμε πρό ἐτῶν, κατ᾿ ἐντολή τῶν Γεροντάδων στό Μετόχι μας, στό χωριό Νέος Μαρμαρᾶς Χαλκιδικῆς. Νά εἰπῇς σ᾿ αὐτούς τούς Γεροντάδες, πού μᾶς ἔστειλαν ὅτι ἐμεῖς δέν πνιγήκαμε, γιατί μᾶς ἔσωσε ἡ ὑπακοή».

῎Αλλοτε πάλι ὁ ἴδιος Μοναχός Αὐξέντιος, παρουσιάσθηκε μία νύκτα στόν ἐπίτροπο τῆς Μονῆς παπᾶ Φώτιο, τοῦ κτύπησε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του. ῾Ο παπᾶ Φώτιος τοῦ ἀποκρίθηκε.

-Ἐμπρός, ποιός εἶναι;

-Εἶμαι ὁ Αὐξέντιος.

-Μά, αὐτός πνίγηκε προχθές στήν θάλασσα.

-Αὐτοί πού τελειώνονται στήν ὑπακοή δέν πνίγονται. Καί ἐξαφανίσθηκε.

από το βιβλίο: «ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΙΚΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ» – Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου – ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ – ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΑΘΩ – 2005

Advertisements