Τὸν 3ο μ.Χ. αἰώνα ζοῦσαν δύο εὐσεβεῖς Χριστιανοί, ὁ Δωρόθεος καὶ ἡ σύζυγός του ἡ Εὐσεβία. Ἦταν καὶ οἱ δύο μιὰ ψυχὴ καὶ μιὰ καρδιά, καθὼς τοὺς ἔνωνε ἡ μεταξύ τους ἀγάπη καὶ ἡ χριστιανική τους ζωή.

Ἦταν ἀρκετὰ πλούσιοι. Τὸν πλοῦτο, ὅμως, τὸν χρησιμοποιούσαν καὶ γιὰ νὰ βοηθοῦν ὅσους εἶχαν ἀνάγκη: φτωχοί, πεινασμένοι, ἄρρωστοι, ἔβρισκαν παρηγοριὰ στὸ σπιτικό τους, ποὺ εἶχε γίνει λιμάνι φιλοξενίας γιὰ κάθε πονεμένο. Ὅλοι εἶχαν νὰ λένε γιὰ τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴν ἀγάπη τους.

Μόνο μιὰ σκιὰ μελαγχολίας σκοτείνιαζε τὴ ζωή τους. Ἦταν ἡ θλίψη γιὰ τὸ ὅτι δὲν εἶχαν παιδιά. Παρακαλοῦσαν θερμὰ τὸν Κύριο μὲ ὅλη τους τὴν καρδιὰ νὰ τοὺς ἀξιώσει νὰ ἀποκτήσουν ἕνα παιδί.

Καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἄκουσε. Ἡ Εὐσεβία γέννησε ἕνα κορίτσι. Ἡ χαρά τους ἦταν ἀπερίγραπτη καὶ εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεὸ γιὰ τὸ δῶρο ποὺ τοὺς χάρισε. Τὴν ὀνόμασαν Κυριακή, ἐπειδὴ γεννήθηκε τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Ἡ φροντίδα τους ἦταν νὰ τὴ μεγαλώσουν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἀπὸ πολὺ μικρὴ, στόλισαν τὴν παιδική της ψυχὴ μὲ τὰ στολίδια τῶν ἀρετῶν.

Καθώς περνοῦσαν τὰ χρόνια γινόταν ὅλο καὶ πιὸ λαμπρὸς ὁ χαρακτήρας της καὶ διακρινόταν ἀπὸ τὶς ἄλλες νέες τῆς ἐποχῆς της. Ἡ εὐγένεια στὰ λόγια, ἡ καλοσύνη στοὺς τρόπους, ὁ σεβασμός, ἡ προθυμία στὸ νὰ βοηθᾶ τοὺς γονεῖς της καὶ ὅποιον εἶχε ἀνάγκη καὶ, πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ ἀγάπη της πρὸς τὸ Θεό, ἦταν κάποια ἀπὸ τὰ σπάνια στολίδια τῆς ψυχῆς της. Στολίδια ποὺ ἀντανακλοῦσαν καὶ στὸ πρόσωπό της καὶ τὴν ἔκαναν νὰ ξεχωρίζει.

Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν δύσκολη γιὰ τοὺς Χριστιανούς. Αὐτοκράτορες τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἦταν ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ὁ Μαξιμιανός. Καὶ οἱ δύο ἔβαψαν τὸ ὄνομά τους στὸ αἷμα χιλιάδων Χριστιανῶν μαρτύρων καὶ ἔμειναν στὴν ἱστορία ὡς φοβεροὶ διῶκτες τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐξαιτίας τῶν διωγμῶν ἐναντίον τῶν πιστῶν.

Ἡ Κυριακὴ ἔβλεπε τὴν παράλογη καὶ ἀπάνθρωπη στάση τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ ἡ καρδιά της γέμιζε θλίψη γιὰ τὸ σκοτάδι τοῦ κακοῦ ποὺ κυριαρχοῦσε στὶς ψυχές τους. Ἔβλεπε, ὅμως, καὶ τὸν ἡρωισμὸ μὲ τὸν ὁποῖο οἱ Χριστιανοὶ ὑπέμεναν τὰ μαρτύρια καὶ γέμιζε θαυμασμὸ γιὰ τὴ δύναμη τῆς πίστεως. Προσευχόταν μὲ θέρμη νὰ δίνει καὶ σ’ αὐτήν τέτοια πίστη ὁ Θεός.

Ἡ ὀμορφιὰ καὶ τὰ χαρίσματα τῆς Κυριακῆς ἔκαναν ἕναν νέο εἰδωλολάτρη νὰ τὴ ζητήσει γιὰ γυναίκα του. Ἡ ἀπάντησή της, ὅμως,  ἦταν ἀρνητική. Μόλις ἔμαθε ὁ πατέρας του ὅτι ἡ γυναίκα ποὺ ἤθελε γιὰ σύζυγο ἦταν Χριστιανὴ, ταράχτηκε. Φοβήθηκε μήπως ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴ νέα τὸν μεταβάλει σὲ Χριστιανό. Ἔτσι κατήγγειλε τὸ Δωρόθεο, τὴν Εὐσεβία καὶ τὴν Κυριακὴ ὅτι ἦταν Χριστιανοί.

Ἡ καταγγελία ἔγινε στὸν ἔπαρχο Μελιτηνῆς, τὸν Ἰοῦστο. Αὐτὸς κάλεσε τὸ Δωρόθεο καὶ τὴν Εὐσεβία καὶ ἄκουσε ἀπὸ τὸ στόμα τους ὅτι ἦταν Χριστιανοί. Προσπάθησε νὰ τοὺς μεταπείσει χρησιμοποιώντας διάφορες ὑποσχέσεις. Βλέποντας ὅμως ὅτι δὲν μεταπείθονται, τοὺς ἀπείλησε ὅτι θὰ γίνουν ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ θάνατο τῆς κόρης τους. Ἀλλὰ ἐκείνοι ἀπάντησαν:

-Ὅλα καὶ ὅλοι ἀνήκουμε στὸ Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι δημιουργὸς καὶ κύριός μας. Αὐτὸς μᾶς χάρισε τὴν κόρη μας καὶ ἐμεῖς τὴν ἀναθρέψαμε σὰν δική Του κόρη καὶ μόνος μας πόθος εἶναι νὰ βρίσκεται πάντα κοντά Του. Κάλεσε τότε τὴν Κυριακὴ, καὶ αὐτὴ ὅμως ἀπάντησε μὲ τὴν ἴδια ἀποφασιστικότητα.

-Ἀρνήσου τὸ Χριστό, Κυριακή, καὶ ἕνα λαμπρὸ μέλλον σὲ περιμένει: πλούτη, δόξα καὶ τιμές, καθὼς τόσοι ἄρχοντες ἐπιθυμοῦν νὰ σὲ κάνουν γυναίκα τους. Πρόσεξε ὅμως, ἂν ἐπιμείνεις στὴν ἀνόητη πίστη σου, βασανιστήρια καὶ θάνατος περιμένουν καὶ ἐσένα καὶ τοὺς γονεῖς σου.

-Εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον σου, ἔπαρχε, ἀλλὰ οὔτε τὰ πλούτη καὶ οἱ τιμὲς μὲ συγκινοῦν, οὔτε τὰ βασανιστήρια καὶ ὁ θάνατος μὲ φοβίζουν. Γιὰ τίποτα δὲν θὰ ἀλλάξω τὴν πίστη μου στὸ Χριστό!

Μπροστὰ σὲ αὐτὴ τὴν κατηγορηματικὴ ἄρνηση ὅλων τους, ἀποφασίστηκε ὁ θάνατος τῶν γονέων της. Τὰ κεφάλια τους ἔπεσαν ἀπὸ τὸ σπαθὶ τοῦ δημίου μπροστὰ στὰ μάτια τῆς κόρης τους, καθὼς ὑμνοῦσαν τὸ Θεὸ καὶ Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τὴν ἐνισχύει. Τὸ μαρτύριο τῶν γονιῶν της τὴ γέμισε μὲ πόνο γι’ αὐτούς, μὲ θλίψη γιὰ τὴν κακία τῶν εἰδωλολατρῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ ἡρωισμό. Ἦταν πιὰ κόρη μαρτύρων!…

Ἀκολούθησε ὁ δικός της βασανισμός. «Δὲν μπορεῖ, θὰ λυγίσει», σκέφτηκε ὁ ἄρχοντας, «δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἀδύνατο κορίτσι». Ἐκείνη, ὅμως, ἔμενε ἄκαμπτη. Ὑπέμενε τὸ μαρτύριο μὲ γενναιότητα. Κατόπιν τὴν ὁδήγησαν στὴ φυλακὴ μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ ἄλλαζαν τὴ γνώμη της καὶ θὰ τὴν ἔκαναν νὰ θέλει νὰ μείνει στὴ ζωή. Ἀλλὰ οἱ ἡμέρες περνοῦσαν χωρὶς ἐκείνη νὰ ἀλλάζει τὴ γνώμη της.

Ὁ ἔπαρχος τῆς Βιθυνίας Ἰλαριανὸς εἶχε τὴ φήμη πὼς κατόρθωνε νὰ ἐπαναφέρει στὴν εἰδωλολατρία ἀρκετοὺς Χριστιανούς. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα ἔστειλαν σὲ αὐτὸν τὴν Κυριακή.

-Δὲν εἶναι τυχαῖο, τῆς εἶπε ὑποκριτικά, ποὺ ὁ αὐτοκράτορας σὲ ἔστειλε σὲ μένα. Γνωρίζει πὼς ἀντιμετωπίζω μὲ ἀνθρωπιὰ καὶ κατανόηση τοὺς Χριστιανούς. Σὲ ἔστειλε ἐδώ, γιατὶ εἶναι βέβαιος ὅτι τελικὰ δὲν θὰ θελήσεις νὰ κάνεις κάποια ἀνοησία. Ἔτσι, ἄρχισε νὰ τῆς μιλάει γιὰ τὶς ὀμορφιὲς τῆς ζωῆς, γιὰ τὰ νιάτα…

-Δὲν θὰ ἀρνηθῶ τὸ Χριστὸ, ἔπαρχε, εἶπε ἡ Κυριακὴ χωρὶς περιττὰ λόγια. Ἔχασε γρήγορα τὴν ψυχραιμία του ὁ Ἰλαριανός.

-Ἡ στάση σου αὐτὴ θὰ μὲ ἀναγκάσει νὰ σοὺ δείξω τὴν ἄλλη ὄψη μου. Ἂν δὲν Τὸν ἀρνηθεῖς, σὲ περιμένουν φρικτὲς περιπέτειες καὶ τέλος αὐτὸς ὁ θάνατος.

-Καὶ νομίζεις πὼς ἐγώ, μιὰ Χριστιανή, θὰ κάνω τὴν ἀνοησία νὰ ἀρνηθῶ τὸ Χριστό μου καὶ νὰ χάσω τὴν αἰωνιότητα, γιὰ νὰ μείνω λίγο περισσότερο στὴ γῆ αὐτή; Σοῦ εἶπα ἤδη τὴν ἀπάντησή μου, τὴ λέω καὶ πάλι: ἔπαρχε, εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο Χριστιανή!

Μεγάλα βασανιστήρια ἀκολούθησαν τὴ δήλωσή της αὐτή. Τὸ μαχαίρι ἄνοιγε πληγὲς στὸ σῶμα τῆς ἁγίας καὶ οἱ ἀναμμένες λαμπάδες ἔκαιγαν τὸ κορμί της. Ὅμως καὶ ἡ ὑπομονή της ἦταν ἀξιοθαύμαστη. Στὴ φυλακὴ ποὺ τὴν ἔριξαν εὐχαρίστησε τὸν Κύριο ποὺ τῆς ἔδωσε δύναμη καὶ τὴ φώτισε. Τὴ νύχτα ἕνας ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε, θεράπευσε ὅλες τὶς πληγές της καὶ τὴν ἐνθάρρυνε.

Τὸ πρωὶ ἔκπληκτος εἶδε τὰ σημεία αὐτὰ ὁ Ἰλαριανός. Μὲ τὴν πανουργία του, προσπάθησε νὰ παραπλανήσει τὴν Κυριακή, λέγοντάς της ὅτι τὴ γιάτρεψαν οἱ θεοὶ καὶ ἄρα θὰ πρέπει νὰ τοὺς εὐχαριστήσει. Ἡ Κυριακὴ χαμογέλασε πικρά.

-Οἱ θεοί σου τίποτα δὲν μποροῦν νὰ κάνουν σὲ μιὰ Χριστιανή, τὴν ὁποία προστατεύει ἀπὸ κάθε κακὸ ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός. Τὴ θεραπεία μοῦ τὴν ἔδωσε ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος φανερώθηκε στὴ φυλακή. Θέλεις νὰ γνωρίσεις τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ μου καὶ τὴν ἀδυναμία τῶν θεῶν σας; Νὰ οἱ ναοί σας. Ἂν συμφωνεῖς, ἂς πᾶμε μέχρι ἐκεῖ, καὶ θὰ σοῦ δοθεῖ ἡ ἀπόδειξη. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση θὰ εἶσαι ἐσὺ νικητής.

Ἡ Κυριακή τὰ εἶπε ὅλα αὐτὰ καθοδηγούμενη ἀπὸ τὴ Θεία Χάρη, ὁ δὲ Ἰλαριανὸς κοντοστάθηκε μὲ ἀπορία μπροστὰ σὲ αὐτὴ τὴν πρόταση. Μὲ τὴν ἰδέα ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη δὲν θὰ δινόταν καὶ ὅτι ἡ ἀποτυχία της θὰ διευκόλυνε τὴν ἐπάνοδό της στὴν εἰδωλολατρία, δέχτηκε. Ἔτσι αὐτὸς καὶ ἄλλοι ἐπίσημοι πήγαν στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ μὲ τὴν Κυριακὴ νὰ ὁδηγεῖται ἐκεῖ ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες.

Ὅταν μπῆκαν, ἡ Κυριακὴ εἶδε μπροστά της τὰ εἴδωλα καὶ ἡ θεία φλόγα τῆς ψυχῆς ἐντάθηκε. Τί κρίμα, σκέφτηκε, τόσος κόσμος νὰ ζεῖ στὸ σκοτάδι καὶ τὴν πλάνη. Ἔπειτα γονάτισε καὶ προσευχήθηκε:

-Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, Ἐσὺ ποὺ μόνος ἔχεις τὴν ἐξουσία τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἄκουσε, σὲ παρακαλῶ, τὴν ταπεινὴ δούλη Σου καὶ κάνε νὰ συντριβοῦν τὰ μάταια αὐτὰ εἴδωλα, ὥστε νὰ γίνει γνωστὸ ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς ποὺ κάνει θαύματα.

Πρὶν προλάβει νὰ τελειώσει τὴν προσευχή της, σεισμὸς δυνατὸς κούνησε ὅλο τὸ ναό, καὶ τὰ εἴδωλα μετακινήθηκαν ἀπὸ τὶς βάσεις τους, ἔπεσαν καὶ διαλύθηκαν. Τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ γεγονὸς προκάλεσε πανικὸ σὲ ὅλους. Ἔτρεχαν πρὸς τὴν ἔξοδο τοῦ ναοῦ, ἐνῶ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς πίστεψαν στὸ Χριστό.

Μόνο ὁ Ἰλαριανὸς ἐκείνη τὴ στιγμὴ διατήρησε τὸ μῖσος ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄρχισε νὰ βλασφημεῖ. Ἀλλὰ, μέσα στὴν ταραχή του, ἔφτασε πολὺ κοντὰ σὲ ἕνα ἄγαλμα, τὸ ὁποῖο ἔπεσε ἐπάνω του καὶ τὸν θανάτωσε. Ἡ Κυριακὴ εἶδε τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ, παρὰ τὴ λύπη τὴν ὁποία ἔνιωσε γιὰ τὸ θλιβερὸ τέλος τοῦ διώκτη της, γιὰ νὰ δώσει θάρρος στοὺς διωκόμενους Χριστιανοὺς, φώναξε:

-Ἔτσι θὰ συντριβοῦν καὶ θὰ ἐκλείψουν ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι ἐχθροὶ τῆς ἀληθινῆς πίστης καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς θὰ ἐξαφανιστεῖ ἡ ἀνόητη λατρεία τῶν εἰδώλων.

Μόνη πιὰ βγῆκε ἀπό τὸ ναό, χωρὶς νὰ τολμήσει κανεὶς νὰ τὴ συλλάβει, ἐπειδὴ οἱ εἰδωλολάτρες νόμιζαν πὼς ἦταν ὑπερφυσικὴ ὕπαρξη. Ἔτσι, ἐλεύθερη, ξεκίνησε τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, στὸ ὁποῖο προσέλκυε πολλοὺς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Στὴ θέση τοῦ Ἰλαριανοῦ ἦρθε νέος ἔπαρχος, ὁ Ἀπολλώνιος, ὁ ὁποῖος συνέλαβε πάλι τὴν Κυριακή. Προσπάθησε κι αὐτός, χωρὶς ὅμως νὰ μπορέσει νὰ τὴ μεταπείσει μὲ τὰ λόγια του καὶ τὶς ἀπειλές του. Μετὰ τὴν ἔριξε στὴ φωτιά, ὁ Θεός, ὅμως, ποὺ διαφύλαξε ἀβλαβεῖς τοὺς τρεῖς παῖδες στὴν κάμινο, ἔσωσε καὶ ἐκείνη. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸ λιοντάρι, στὸ ὁποῖο μετὰ τὴν ἔριξαν γιὰ τροφή. Ὁ λυτρωτὴς τοῦ Δανιήλ στὸ λάκκο τῶν λεόντων ἀνανέωσε τὸ θαῦμα Του καὶ στὴν Κυριακή. Τότε αὐτή, γυρίζοντας πρὸς τὸν Ἀπολλώνιο, τοῦ εἶπε: «Βλέπεις, ἔπαρχε, ὅτι ὅλη ἡ ἐξουσία σου εἶναι σκιὰ ἀπέναντι στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ μου. Καὶ θὰ δεῖς καὶ κάτι ἀκόμα. Θὰ πεθάνω, ὄχι ὅμως ὅπως θέλεις ἐσύ, ἀλλὰ ὅπως θέλει Ἐκεῖνος».

Ὁ Ἀπολλώνιος ἔξαλλος διέταξε νὰ τὴ θανατώσουν μὲ ἀποκεφαλισμό. Οἱ στρατιῶτες χωρὶς ἀργοπορία τὴν ὁδήγησαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἡ Κυριακὴ παρακάλεσε τοὺς δημίους της νὰ τὴν ἀφήσουν νὰ προσευχηθεῖ γιὰ λίγο. Γονάτισε καὶ προσευχήθηκε θερμὰ στὸν Κύριό μας. Τὸν εὐχαρίστησε γιὰ ὅλα καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ μὴν ἐπιβαρύνει μὲ τὴν σφαγή της τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ἀλλὰ νὰ πάρει αὐτὸς τὴν ψυχή της καὶ νὰ τὴν ἀναπαύσει στὴ βασιλεία Του. Καὶ ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή της. Μόλις τελείωσε, τῆς δόθηκε ἥσυχο τέλος. Ἡ ψυχή της εἶχε ταξιδέψει καὶ τὸ λείψανό της ἀναπαυόταν ἤρεμο.

Ἔκπληκτοι οἱ στρατιῶτες ἔφυγαν, χωρὶς νὰ ξέρουν τί νὰ ποῦν, ἀλλὰ καὶ αὐτοί, παρὰ τὴν πλάνη τους, καταλάβαιναν ὅτι εἶχε κάτι τὸ θαυμαστό. Κάποιοι Χριστιανοὶ ἦλθαν ἐκεῖ ὅπου βρισκόταν τὸ λείψανό της καὶ τὸ ἔθαψαν εὐλογώντας καὶ δοξάζοντας τὸ Θεό.

Ἡ Ἐκκλησία μας ὅρισε νὰ τιμᾶται ἡ μνήμη της στὶς 7 Ἰουλίου.

πηγή: http://www.inak.gr/

Advertisements