Η Κύπρος ευλαβείται πάρα πολύ τον Απόστολο Ανδρέα. Δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει Ανδρέα ή Ανδρούλα.

Και ακριβώς εκεί που υπάρχει η μύτη της Κύπρου, το ακρωτήρι, γράφει στο χάρτη Ακρωτήριο Αποστόλου Ανδρέου, και ακριβώς εκεί έκτισε η Αγία Ελένη, επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη από τα Ιεροσόλυμα, τη μονή του Αποστόλου.

Το 1974 με την κατάληψη δυστυχώς του μέρους από τους Τούρκους έμειναν ορισμένες χιλιάδες άνθρωποι εγκλωβισμένοι και έχουμε το δράμα των ανθρώπων αυτών των λεγομένων εγκλωβισμένων εις την περιοχή της Καρπασίας όπου περικλείεται και το μοναστήρι. Η γνωστή τακτική. Ήταν αρκετές χιλιάδες, άρχισε η μέθοδος των Τούρκων όπως ακριβώς και στην Πόλη, 500.000, 300.000. 100.000. 50.000. Σήμερα ακριβώς 2000. Όπως και στην Ίμβρο 10.000, 1000 άνθρωποι σήμερα. Όπως ακριβώς στην Τένεδο, 7 άνθρωποι σήμερα. Με τις ταλαιπωρίες με τους εκφοβισμούς έφυγαν οι άνθρωποι. Έμειναν στην Καρπασία 800 άνθρωποι, Χριστιανοί άνθρωποι και έμειναν και δάσκαλοι και ιερείς. Έμειναν 4 ιερείς μαζί τους. Δυστυχώς οι Τούρκοι συνέχισαν το σχέδιο τους: έκαιγαν, φυλάκιζαν, εκφόβιζαν και συνεχώς έφευγε ο κόσμος. Από τους τέσσερις ιερείς ο ένας εμαρτύρησε, οι άλλοι δύο απέθαναν και έμεινε ένας να λειτουργεί στις εκκλησίες, να εξυπηρετεί τις ανάγκες τις θρησκευτικές των Χριστιανών και να είναι και στο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, ο πατήρ Ζαχαρίας. Ο ιερέας αυτός ήταν έγγαμος και είχε τέσσερα παιδιά και οι Τούρκοι σιγά σιγά λόγω που έφευγαν τα παιδιά έκλειναν τα σχολεία και όταν τα παιδιά του ιερέα έφτασαν να πάνε στο λύκειο δεν υπήρχε πια σχολείο ελλείψει μαθητών. Και τότε άρχισε ο καυγάς μεταξύ παπά και παπαδιάς.

“Δεν βλέπεις τι γίνεται, πάτερ Ζαχαρία; Οι Τούρκοι δεν φεύγουν από εδώ, τα σχολειά έκλεισαν, το χωριό ερήμωσε, όλοι έφυγαν, θα μου καταστρέψεις τα παιδιά μου;”

Ο καημένος ο παπάς προσπάθησε να την πείσει ότι παπάς σημαίνει αυταπάρνηση και καθήκον, αλλά κι αυτή σαν μάνα έβλεπε το μέλλον των παιδιών της να καταστρέφεται, έστειλε τα παιδιά στο ελεύθερο μέρος της Λευκωσίας να μπορέσουν να σπουδάσουν, να προχωρήσουν και συνέχεια γκρίνιαζε: “Να φύγουμε κι εμείς.”

Ένα βράδυ λέει στον παπά: “Δεν γίνεται άλλο, εγώ πάω στα παιδιά μου κι εσύ κάτσε εδώ με τον Άγιο Ανδρέα και με τους Τούρκους”.

Και άρχισε μάλιστα να σιδερώνει τα ρούχα για να φύγει, να τα βάλει στις βαλίτσες για να φύγει. Και αδελφοί μου, εκείνη τη στιγμή εις την δική μας εποχή, εις τον 20ο αιώνα, όπως τα διηγήθηκε η ίδια τώρα που άνοιξαν τα σύνορα και πήγε ο Μητροπολίτης Μόρφου στον Άγιο Ανδρέα και του τα διηγήθηκε και μου τα μετέφερε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή ενεφανίσθη μέσα σε ένα πλούσιο φως ο Απόστολος του Χριστού, ο Πρωτόκλητος Ανδρέας και της είπε:

“Παπαδιά, να πας στη Λευκωσία, να πας με τα παιδιά σου, αλλά σε παρακαλώ άσε τον παπά να ανοίγει την εκκλησιά μου, να ανοίγει το μοναστήρι μου, γιατί αν φύγει ο παπά Ζαχαρίας θα κάμουν το μοναστήρι σταύλο, ή τζαμί, ή αποθήκη, όπως έκαμαν τόσες και τόσες άλλες εκκλησιές”.

Ακούτε, αδελφοί μου, τι άλλο συμπλήρωσε ο Απόστολος. Όταν το άκουσε ο δεσπότης, ο Μόρφου συνεκλονίσθη και συγκλονίζομαι κι εγώ που το ακούω: “Θα σου στέλνω στη Λευκωσία τον παπά,ξέρω κι εγώ από οικογένεια, παντρεμένος ήμουνα, αλλά άσε τον παπά να λειτουργεί”.

Αδελφοί μου, οι Άγιοι πόσο συγκαταβατικοί, πόσο ανθρώπινοι, πόσο κοντά μας είναι. Και της είπε μάλιστα ότι μετά από λίγα χρόνια θα ανοίξουν τα σύνορα και θα έρχεται τόσος κόσμος εδώ ώστε δεν θα φτάνουν τα κεριά για να ανάβει ο κόσμος στο προσκύνημά του.

Και πράγματι, μετά από πέντε χρόνια από την εμφάνιση του άνοιξαν τα σύνορα και σήμερα επειδή είναι το πιο προσφιλές, το πιο λαοφιλές προσκύνημα ο Απόστολος Ανδρέας, σχηματίζει ουρά ο κόσμος να προσκυνήσει τον Άγιο, να τον παρακαλέσει να ελευθερώσει τον τόπο και τις καρδιές τους.

*Από e-mail αναγνώστη. Το συγκλονιστικό αυτό θαύμα το ανέφερε ο π. Γεράσιμος, ο οποίος δεν αρκέστηκε στη διήγηση του Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτου, αλλά πήγε στην Κύπρο και συνάντησε την παπαδιά για να έχει μιαν άμεση ενημέρωση.