Αποτέλεσμα εικόνας για διονυσιου αγιο ορος

ΓΕΡΩΝ ΔΑΒΙΔ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ (1890 – 5 Φεβρουαρίου 1983)

Μέσα στά μισοσκότεινα, μικρά καί χαμηλά κελλάκια τῆς Μονῆς Διονυσίου, σχεδόν στά ὑπόγειά της, ἀνέκαθεν κατοικοῦσαν μεγάλοι ἐραστές τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μεταβάλει τό ἀπέριττο κελλί τους σέ ἀσκητική παλαίστρα.

Μιά δωδεκάδα ἅγιοι ἱεράρχες, ὅσιοι καί ὁσιομάρτυρες σεμνύνουν τήν ἱερά Μετάνοιά τους μέ τά στέφανα τῶν ἐνθέων ἀρετῶν τους καί προβάλλουν στόν κάθε προσκυνητή ὡς πρότυπα πνευματικῆς τελειώσεως καί ὁσιακοῦ βίου.

Καί σήμερα ἀκόμη στό φημισμένο τοῦτο ἀσκητικό Μοναστήρι, κρύφθηκαν γιά πολλά χρόνια εὐλογημένς Ψυχές πού ἐδόξασαν μέ ἀληθινή μετάνοια τόν ἀγαπημένο Νυμφίο τους Χριστό καί ἔγιναν γιά ὅλους μας θερμοί ἱκέτες γιά τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν μας.

Μιά τέτοια ὁσιακή μορφή ἦταν καί ὁ Γέροντας Δαβίδ Διονυσιάτης. Ἁπλός σάν μικρό παιδί, ἄκακος, ταπεινός, γλυκύς στούς τρόπους καί τό πρόσωπο. Μιά ἀγγελική ψυχή!…

*****

Αποτέλεσμα εικόνας για ΓΕΡΩΝ ΔΑΒΙΔ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ

Ας δούμε τι έλεγε ο Γερώ Δαβίδ ο Διονυσιάτης σε ένα απόσπασμα από έναν διάλογο που είχε κάνει με τον π. Δαμασκηνό:

-Ἐδῶ σάν Καλόγερος εἶχες πειρασμούς ἀπό τόν διάβολο;

-Ναί, πολλές φορές καί τώρα μέ πειράζει. Δέν ἡσυχάζει. Ἐκεῖνος τήν δουλειά του κι ἐγώ τήν δική μου.

Κάποτε τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἦλθε νά μέ ταράξη. Ἀμέσως τόν πιάνω κι ἐγώ καί τοὔσπασα τό κεφάλι μέ τίς γροθιές. Φοβήθηκε κι ἔφυγε. Ἔλεγα, βλέπεις, καί τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…».

Ἄλλοτε πάλι θυμᾶμαι, τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, παρουσιάσθηκε μπροστά μου ἕνας λαμπρός νέος. Κατάλαβα ὅτι ἦταν ἄγγελος τοῦ Θεοῦ. Εἶχε τό κεφάλι του χαμηλωμένο. Ἐγώ προσευχόμουν κι αὐτός στεκόταν σεμνά ἀπέναντί μου. Δέν μοῦ μίλησε, οὔτε τοῦ μίλησα. Μετά ξαφνικά πέταξε ψηλά καί τότε ἐγώ σηκώνοντας τά μάτια μου εἶδα ἕνα πλῆθος ἀπό λευκοφορεμένους ἀγγέλους νά ψάλλουν στόν οὐρανό.

Μιά ἄλλη φορά ἦλθε ὁ σατανᾶς μέ τήν μορφή ἀγρίου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλο ἀνάστημα. Μ᾿ ἅρπαξε καί μέ τραβοῦσε γιά  τόν γκρεμό. Φώναζα σέ βοήθεια τόν Χριστό, τούς Ἁγίους…καί καθώς ἔπεφτα, μ᾿ ἔπιασε ὁ Τίμιος Πρόδρομος στήν ἀγκαλιά του καί μέ κατέβασε μαλακά κάτω στήν κοιλάδα. Κι ἐγώ δοξάζοντας τόν ἅγιο Πρόδρομο, ἦλθα στό Μετόχι μας.

Μιά ἄλλη φορά ἦλθε στό κελλί μου. Μοῦ ἔτριζε τά δόντια καί μ᾿ ἀπειλοῦσε, λέγοντας. Ἄχ, τί νά σοῦ κάνω. Δέν μπορῶ νά σοῦ κάνω τίποτε, γιατί φορᾶς αὐτό τό σχοινί στόν λαιμό σου.  (Εἶχα βλέπεις τόν σταυρό μου).

Δόξα σοι, ὁ Θεός. Ἀλλά καί πρό καιροῦ, τήν ὥρα πού ἀνέβαινα τίς σκάλες γιά νά πάω στήν ἐκκλησία, παρουσιάσθηκε μπροστά μου μέ τήν μορφή ἑνός γιγαντόσωμου μοναχοῦ καί μ᾿ ἐμπόδιζε νά προχωρήσω. Μάλιστα μοῦ ἅπλωνε τό χέρι νά τοῦ τό φιλήσω. Ἐγώ ὅμως κατάλαβα ὅτι ἦταν ὁ διάβολος. Ἔσκυψα καί πέρασα κάτω ἀπό τό χέρι του.

-Πάτερ Δαβίδ, ἐδῶ βλέπω στό δωμάτιό σου νά ἔχης κρεμάσει παντοῦ σταυρούς. Τί συμβαίνει;

-Ἄαα! Τί νά σοῦ εἰπῶ! Βρῆκα αὐτό τό κόλπο καί λυτρώθηκα. Ἔρχεται ἐκεῖνος καί μέ πειράζει. Δέν μέ ἄφηνε σέ ἡσυχία. Τώρα δόξα σοι ὁ Θεός, ἐκρέμασα τούς σταυρούς αὐτούς καί ἀναπαύθηκα. Στήν ἀρχή ἐρχόταν ἀπό τήν πόρτα. Κολλάω ἐκεῖ ἕνα σταυρό. Μετά φανερωνόταν ἀπό τούς τοίχους, κολλάω κι ἐκεῖ σταυρούς, τό ἴδιο καί στά παράθυρα. Μετά ἐρχόταν ἀπό τό νταβάνι. Τί νά κάνω; Ἐκρέμασα σταυρούς μέ κλωστή, νά κρέμωνται στόν ἀέρα γιά νά διώχνουν τά ἐναέρια πνεύματα. Καί παντοῦ ἔχω βάλει. Τώρα δέν ἔχει ἀπό ποῦ νά περάση!

Ἐθαύμαζα τήν σοφία καί τήν πρωτότυπη ἁπλότητά του. Τόν καμάρωνε ἡ ψυχή μου καί δέν ἐχόρταινα νά τόν κυττάζω. Αὐτός ἦταν πολύ ἀμέριμνος, ἥσυχος, εἰρηνικός καί χαρούμενος διότι μέ αὐτό τό «κόλπο» του κατώρθωσε μέ ἐπιτυχία νά διώχνη τά δαιμόνια.

Ἴσως ἐρωτήσει κάποιος. Πού τούς βρῆκε τόσους σταυρούς; Δέν τούς ἀγόραζε. Ἕνωνε δύο ξύλα μ᾿ ἕνα σύρμα στήν μέση καί ἦταν ἕτοιμοι. Κομμάτια λωρίδες ἀπό χαρτοσακκοῦλες, ἀπό χαρτόνια, ἀπό παλαιές λαμαρίνες, ὅ,τι δήποτε εὕρισκε μπροστά του ἔφτειαχνε τά πολύτιμα ὅπλα του γιά νά πολεμήση τόν ἐχθρό τῆς ψυχῆς του. Καί πάλι τόν ρώτησα:

-Τώρα Γέροντα, δέν ἔχεις πειρασμούς;

-Τώρα ἔρχεται καί μέ πειράζει κάτω ἀπό τίς φτέρνες, στά πόδια. Ὅταν πάω νά ξαπλώσω μέ τραβάει ἀπό τά πόδια. Τότε σηκώνομαι κι ἐγώ κι ἀρχίζω τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ στίς φτέρνες μέ τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…» καί τότε φεύγει. Ἄμα ξανάρθη, ἐγώ τά ἴδια. Δέν γίνεται ἐκεῖ νά σημειώσω παντοτεινά σταυρό, διότι εἶναι ἁμαρτία.

Καί μέ τήν μακάρια ἁπλότητά του ἄρχιζε μπροστά μου νά σταυρώνη τίς πτέρνες του  καί νά μοῦ δείχνη πῶς νικάει τόν ἀντίπαλο. Χαμογελαστός σάν μικρό παιδί, καθόταν καί μοῦ τά ἔλεγε, μακριά ἀπό κενοδοξίες καί ἐπάρσεις, γιατί εἶχε ντυθῆ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ.

-Γιατί, πάτερ Δαβίδ, δέν παρουσιάζεται καί σ᾿ ἐμᾶς ὁ διάβολος;

-Καί σέ σᾶς παρουσιάζεται, ἀλλά δέν τόν βλέπετε. Ἄμα ἔχη ὁ ἄνθρωπος πάθη, κακίες, ἁμαρτίες, ἔχει μέσα στήν καρδιά του καί στό μυαλό του τόν διάβολο. Γιατί αὐτός κάνει ὅλα αὐτά τά πράγματα καί ἡ κακή προαίρεσις τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτός, μωρέ παιδί μου, παρουσιάζεται μόνο στούς πράους καί ταπεινούς. Ξέρεις, αὐτούς τούς φοβᾶται, ἀλλά δέν μπορεῖ νά τούς κάνη τίποτε, διότι εἶναι μέ τόν Χριστό…

από το βιβλίο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ» – Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου – ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ  ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΑΘΩ 2005

*Για τα βιβλία της Ι.Μ.Οσίου Γρηγορίου μπορείτε να δείτε: ΕΔΩ