Αποτέλεσμα εικόνας για Β΄ Κυριακή των Νηστειών (Γρηγορίου Παλαμά)

Μετά τόν σταθμό πού ἐκάναμε γιά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀκολουθεῖ ἡ δεύτερη Κυριακή καί ἑβδομάδα μέ τήν συνηθισμένη τάξη. 

Ὁμοίως καί τώρα οἱ ἱερές Ἀκολουθίες, οἱ Ψαλμωδίες καί οἱ ἀναγνώσεις ὄρθρου καί ἑσπερινοῦ μᾶς ἀνδρειώνουν στούς πνευματικούς μας ἀγῶνες. Τό τέλος κάθε ἑβδομάδος συνδέεται μ᾿ ἕνα ἰδιαίτερο γεγονός. Στήν ἑβδομάδα αὐτή τίθεται ἐνώπιόν μας παράδειγμα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη.

«Νηστεία τόν Μωϋσέα, θεόπτην ἀπειργάσατο, Ἠλίαν πάλαι φλογερόν ἡνίοχον…». «Ἀδελφοί ἐργασάμενοι ὡς ὁ Ἠλίας ὁ θεσβίτης, τάς τέσσαρας μεγάλας ἀρετάς..», δηλαδή τήν προσευχή, τήν ἐλεημοσύνη, τήν ταπείνωσι καί τήν νηστεία. Οἱ τρεῖς πρῶτες ἐνισχυόμενες μέ τήν νηστεία, ἀναδείχθηκαν δυνατώτερες καί ἀπό τό πῦρ, καί μέ τήν νηστεία θά λυτρωθοῦμε κι ἐμεῖς ἀπό τό πῦρ τῆς γεέννης.

Ἡ νηστεία ὅμως εἶναι ἀνεκτέλεστη, χωρίς τήν ταπείνωσι καί τήν ἐλεημοσύνη. Συνεπῶς πρέπει νά τήν στολίσουμε μέ τήν συγχώρησι αὐτῶν πού μᾶς ἔφταιξαν καί μέ τήν ἐλεημοσύνη πρός τούς πτωχούς, ἡ ὁποία πρέπει νά γίνεται κρυφά, ὥστε νά μή γνωρίζη τό ἀριστερό τί κάνει τό δεξιό. Διότι τίποτε δέν σώζει τήν ψυχή, ὅσο οἱ δωρεές γιά τούς πτωχούς πού ἑνώνονται μέ τήν νηστεία καί λυτρώνουν ἀπό τόν αἰώνιο θάνατο. Ἔτσι, λοιπόν τροφοδοτούμεθα μέ τίς δωρεές τοῦ Πνεύματος καί ὡσάν ἕνα ποτό νά πίνουμε ἀπό τίς πηγές τῶν δακρύων καί νά δοξολογοῦμε τόν Θεό, ὥστε κι ἐμᾶς νά χαροποιήση μέ τόν ἐρχομό τῆς μεγάλης χαρᾶς κατά τό τέλος τῆς νηστείας.

Ἡ Κυριακή πού στεφανώνει αὐτή τήν ἑβδομάδα εἶναι ἀφιερωμένη στόν μέγα ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, τόν ὑπέρμαχο καί θεολόγο τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τό ὁποῖον, ὅταν τό εἶδαν οἱ Μαθητές στό Ὄρος Θαβώρ, κατά τήν Μεταμόρφωσι τοῦ Κυρίου, δέν ἤθελαν νά τό στερηθοῦν, γι᾿ αὐτό καί ἔλεγαν: «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι..»

Ὁ Θεός εἶναι Φῶς. «Ἐγώ εἰμί τό Φῶς τοῦ κόσμου», λέγει ὁ Κύριος «Ἰωάν.8,12), ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει: «Φῶς ἐστιν ὁ Πατήρ, Φῶς ὁ Υἱός, Φῶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον». Ὁ Θεός φανερώθηκε ἐν εἴδει πυρός στό Χωρήβ καί μέ τήν φωτεινή νεφέλη, ὁ Υἱός ἔλαμψε ὡς ἥλιος στό Θαβώρ, ἐνῶ τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Τό φῶς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ δόξα τῆς ὀγδόης καί αἰωνίου ἡμέρας, στήν ὁποία θά δοξασθοῦν ἐν οὐρανῷ οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι «ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος», διότι φῶς εἶναι ἡ δόξα τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Ἀπ᾿ αὐτό τό φῶς ὅμως, ἠμποροῦν νά κοινωνήσουν καί οἱ ἄνθρωποι, ὅσο εἶναι δυνατόν, ἐνῶ εὑρίσκονται ἀκόμη σωματικά σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν γῆ. Τό εἶδαν μέ τά αἰσθητά τους μάτια οἱ Μαθητές στό Θαβώρ καί πολλοί Ὅσιοι καί περικυκλώθηκαν ἀπ᾿ αὐτό σάν μιά φλόγα πυρός. Ὁ ὅσιος Παῦλος τοῦ Λάτρου τό εἶδε σάν πῦρ καί φάνηκε ὁ μανδύας του σάν μιά μεγάλη φλόγα, τήν ὥρα πού ὕψωνε τά χέρια του στήν προσευχή, σάν νἆταν  δύο ἀναμμένες λαμπάδες…

Τόν ἅγιο Γρηγόριο Δεκαπολίτη συχνά ἔβλεπε ὁ μαθητής του νά εἶναι λαμπρός σάν τόν ἥλιο, ἐνῶ ἀπό τό στόμα του ἐξερχόταν πῦρ, ὅταν ὡμιλοῦσε. Στίς ἡμέρες μας ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ ἐμφανίσθηκε στόν μαθητή του Μοτοβίλωφ νά λάμπει σάν τόν ἥλιο, ἐνῶ ὁ ὅσιος Μαρκιανός, ἔγκλειστος στήν λαύρα Πετσέρσκα, τίς νυκτερινές ὧρες ἀκτινοβολοῦσε σάν ἕνα θεῖο φῶς. Μάλιστα οὐδέποτε ἄναψε στό κελλί του κερί, διότι ἠμποροῦσε νά διάβάζη μόνο μ᾿ αὐτό τό θεῖο φῶς. Καί οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων εἶναι γεμᾶτοι ἀπό τέτοιου εἴδους παραδείγματα.

Ἀλλά γιά ν᾿ ἀξιωθῆ αὐτῆς τῆς λαμπρότητος ὁ ἄνθρωπος σήμερα, πρέπει νά καταβάλη μεγάλους κόπους, καθώς τό ἀναφέρει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος Δεκαπολίτης στόν μαθητή του. «Καί σύ, τέκνον μου, λέγει ὁ ἴδιος, ὅταν ἀγωνισθῆς νά καθαρίσης τόν ἐαυτό σου ἀπό τά σωματικά καί ψυχικά πάθη καί κόψεις μέ τό σπαθί τοῦ Πνεύματος τ᾿ ἀγκάθια τῶν παθῶν καί προσεύχεσαι ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς σου στόν Θεό, ὅπως Αὐτός ὁ Ἴδιος ἔχει φυτεύσει μέ τό θεῖον Του πῦρ τούς καρπούς τῶν ἀρετῶν, τότε καί ἐσύ θά γίνης καθαρό δοχεῖο τοῦ Θεοῦ καί οἱ λόγοι σου θά εἶναι γεμᾶτοι ἀπό θεῖο φῶς». (Ἀπό τό συναξάρι του).

Τό ἔργο εἶναι φυσικό γι᾿ αὐτούς πού ἀγωνίζονται στό πνευματικό στάδιο. Ὅπως ὅλα τά πράγματα διά τοῦ φωτός μεταβάλλονται σέ φῶς π.χ. τό νερό, τό ξύλο, ὁ σίδηρος κλπ. καί ὅσο τό πῦρ εἶναι δυνατώτερο, τόσο καί ὁ ἄνθρωπος μέ τήν φλόγα τῆς πίστεως καί τῶν πνευματικῶν ἀσκήσεων γίνεται διάφανος καί ξεχύνεται αὐτό τό φῶς τῆς Χάριτος καί ἐξωτερικά, τό ὁποῖον κατοικεῖ μέσα του ἀπό τό Ἅγιο Βάπτισμά του. Τό κερί πού ἀνάβει ὁ Πιστός στό μανουάλιο, τό λάδι πού ρίχνει στό καντήλι αὐτό ἀκριβῶς τό πρᾶγμα συμβολίζει, ὅτι ὁ ἄνθρωγπος ἠμπορεῖ καί πρέπει νά μεταμορφωθῆ σέ φῶς, ἔτσι ὅπως τό κερί μετατρέπεται σέ φῶς. «Ἐγώ εἰμί τό Φῶς τοῦ κόσμου», λέγει ὁ Σωτήρ, θέλοντας ἔτσι νά μᾶς διδάξη ὅτι μόνο, ὅταν ἐλλαμφθοῦμε ἀπό τό Φῶς-Χριστόν γινόμεθα καί ἐμεῖς φῶς.

Ἡ ὁδός τοῦ φωτός εἶναι ἀνοικτή γιά ὅλους τούς Πιστούς, ἀλλά, ὅπως μᾶς ἐδίδαξαν τά ἀνωτέρω παραδείγματα, αὐτή τήν ὁδό ἀξιώθηκαν νά τήν βαδίσουν οἱ μεγάλοι ὅσιοι καί ἀναχωρήσαντες ἀπό τόν κόσμον ἐρημῖτες, ζώντας στήν ἁγία ἡσυχία μέ τέλεια ξενιτεία, μέ ἐνασχόλησι στίς ἱερές θεωρίες, μέ ἀκατάπαυστο ἔργο τήν νῆψι καί τήν νοερά προσευχή πού ἐπιστεγαζόταν μέ τό γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Ἡ ἐπιτέλεσις αὐτῆς τῆς ἐργασίας μέ τήν συγκέντρωσι τοῦ νοῦ στήν καρδιά, μέ ἀδίστακτη πίστι, μέ φλογερά ἀγάπη πρός τόν Θεό καί μέ ἁγία εὐλάβεια. Αὐτή ἡ προσευχή καθαρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν ἀκάθαρτη ὕλη τῶν παθῶν. Τόν κάνει  φωτεινό κατοικητήριο τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τόν ἀξιώνει νά ἰδῆ τό θεῖον φῶς ἀπό τήν παροῦσα ζωή, ὡσάν ἕνα ἀρραβῶνα τῆς μακαρίας καί αἰωνίου ζωῆς.

Ἐάν ἡ Χάρις τόν καταυγάση στήν παροῦσα ζωή, τήν ὁποία χαρίζει ὁ Θεός μόνο στούς ἐκλεκτούς Του, κατόπιν ἡ λαμπρότης τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ὅπου «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος», θά εἶναι χαρακτηριστικό γνώρισμα ὅλων τῶν σεσωσμένων. Γι᾿ αὐτό μᾶς προετοιμάζουν καί οἱ ἀσκήσεις τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ἀλήθεια, θαυμαστός εἶναι αὐτός ὁ καιρός τῆς νηστείας, καθώς μᾶς λέγει τό τροπάριο. Τήν περασμένη Κυριακή τιμήσαμε τίς μεγαλύτερες μορφές τῶν ἁγίων καί μέσα μας ἄναψε ὁ πόθος νά μιμηθοῦμε τήν ζωή τους. Τώρα σ᾿ αὐτή τήν Κυριακή ἀνυψωθήκαμε πιό ψηλά. Ἀνεβήκαμε στό ἀστραπηφόρο ὄρος Θαβώρ καί διδαχθήκαμε τήν μυστική ἐργασία τῆς ἱερᾶς προσευχῆς, ὅτι μέσα στό φῶς τοῦ Κυρίου βλέπουμε κι ἐμεῖς αὐτό τό φῶς. Ἔτσι θ᾿ ἀνάψη μέσα μας περισσότερο ἡ ἐπιθυμία ν᾿ ἀνεβοῦμε στό ὄρος τοῦ Κυρίου, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία Του, στολισμένη μέ κάθε ἱερό καί ἅγιο αὐτές τίς ἡμέρες: μέ τίς ἅγιες εἰκόνες, τήν νοερά προσευχή καί ἐνδεδυμένη μέ τό ἀνέσπερο φῶς.

«Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι».

«Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου καί ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν καί ὑψωθέντες τῷ πνεύματι τῷ φωτί Αὐτοῦ ἐλλαμφθῶμεν…»

από το βιβλίο: «ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ»- Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε Δικαίου Ρουμανικῆς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Ἁγίου Ὄρους

Μετάφρασις – Ἐπιμέλεια Ὑπό Μον. Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου – 2003

Advertisements