Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος ανδρεας δια χριστον σαλος

Ηρπάγην έως τρίτου ουρανού 

Έχουμε ακούσει όλοι τον χαρακτηρισμό »δια Χριστόν σαλοί. Η εκκλησία μας τιμά αρκετούς.

Είναι εκείνοι, οι οποίο για τον μεγάλο θείο έρωτα κάνουν τον σαλό, δηλαδή τον τρελό. περιφρονούν διακαώς τους επαίνους τις τιμές και τις δόξες και προσφέρονται σφόδρα στον δρόμο της αυταπάρνησης της ανυποληψίας και της μηδαμινότητας. Ζητούν επιμόνως την καταφρόνηση του κόσμου, και η αυτογνωσία τους πολύ σκληρή.. «εγώ ειμί σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού» (Ψαλμ. κα’ στίχ 7).Ο απόλυτος αυτοεξευτελισμός στα μάτια των ανθρώπων, ο θαυμασμός και η έκπληξη στα μάτια των αγγέλων. Η ταπείνωση είναι το ένδυμά τους και με ταυτόχρονη ολοκληρωτική εξουδένωση του »εγώ τους» οι δαίμονες τους τρέμουν βρίσκουν αντιπάλους σκληρούς χωρίς προηγούμενο και πραγματικά λυσσάνε, νικώνται και απομακρύνονται ηττημένοι.

Από τους σπουδαιότερους αγίους »δια χριστόν σαλούς »που τιμά η εκκλησία μας είναι ο Όσιος Ανδρέας. Είχε καλό χαρακτήρα δι’ αυτό του δόθηκε άνωθεν αυτή η κλήση για να παίξει ρόλο σκληρό επίπονο στην μεγάλη αυτή άσκηση της σαλότητας. Ο λόγος που αναφερόμαστε σε αυτόν σήμερα στην εγγραφή μας έχει να κάνει με την σπανιότητα του φαινομένου της θείας επισκέψεως ανθρώπου στα άνω στερεώματα του ουρανού και στο αντίκρισμα του θρόνου του Θεού. Ο απόστολος Παύλος βεβαίως ήταν ένας ακόμα θνητός που έφτασε μέχρι έβδομο ουρανό, πριν τον όσιο. Ο Παύλος μας διηγείται αυτή την εμπειρία κατά το ανθρώπινον λέγοντας μεταξύ άλλων »…κανένα αυτί και μάτι ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει το κάλλος και τα αθάνατα αγαθά που περιμένουν τους δικαίους..» Στην περίπτωση του Οσίου Ανδρέα όπως θα δούμε παρακάτω υπάρχει ενδιαφέρον και όποιος έχει μελετήσει και τις δυο περιπτώσεις θα έχει προσέξει ότι υπάρχουν αρκετές ομοιότητες.


Στον ουρανό του ουρανού….

Ξαφνικά έπεσα σε έκσταση. Ένοιωθα πως πατούσα πάνω στον ουρανό, πως με οδηγούσε κάποιος νέος φορώντας μανδύα, με πρόσωπο λαμπρό σαν τον ήλιο. Νόμιζα πώς ήταν εκείνος που με χτύπησε στο πρόσωπο με το ανθισμένο κλαδί την ώρα που ξεψυχούσα από το κρύο, και διέταξε τους υπηρέτες του να με σηκώσουν.

Καθώς με οδηγούσε, βλέπω ξαφνικά έναν ωραίο και μεγάλο σταυρό. Τριγύρω του υπήρχαν τέσσερα ανάερα πέπλα, που έμοιαζαν με φωτεινή νεφέλη. Τα δύο απ’ αυτά έλαμπαν σαν αστραπή, ενώ τα άλλα δύο ήσαν λευκά σαν χιόνι. Κυκλικά είχαν σταθεί λευκοί μελωδισταί, ψηλοί και ωραίοι. Τα μάτια τους άστραφταν με πύρινες ακτίνες. Έψαλλαν μάλιστα χαμηλόφωνα ένα γλυκό μέλος για τον Σταυρωθέντα. Ο οδηγός μου περνώντας μπροστά από τον σταυρό τον κατεφίλησε και μου έκανε νόημα να κάνω τα ίδιο. Έσκυψα λοιπόν με τη σειρά μου και τον προσκύνησα. Μόλις ασπάσθηκα εκείνο το κοκκινωπό Τίμιο ξύλο, γέμισα από ευωδία μέλιτος, που δεν οσφράνθηκα παρόμοια στον παράδεισο. Καθώς ανασήκωσα τα μάτια μου από τον σταυρό, τι να δω! Κάτω από μας η άβυσσος της θαλάσσης. Με κυρίευσε τρόμος. Φοβήθηκα μήπως γλιστρήσω, και φώναξα στον οδηγό μου: «Κύριε μου, περπατώ στο κενό, νομίζω πως βαδίζω πάνω σε σύννεφο, φοβάμαι μήπως δεν με βαστάξει και πέσω στη θάλασσα». «Μη φοβάσαι. Πρέπει να ανέβουμε ψηλότερα», μου λέει και μου δίνει το χέρι. Βρεθήκαμε αμέσως στο δεύτερο στερέωμα, που ήταν λευκό σαν χιόνι. Εκεί βλέπω δύο σταυρούς όμοιους με του κάτω στερεώματος. Γύρω τους παράστεκε μεγαλειώδης ακολουθία, όπως και στον πρώτο σταυρό. Ο αέρας εκεί ήταν πύρινος και ξεκούραζε πολύ τους όμορφους νέους. Ασπάσθηκα κι εκείνους τους τίμιους σταυρούς με πόθο και έρωτα θεικό. Η ευωδία τους, ακατάληπτη και ανερμήνευτη, προκαλούσε ευφροσύνη και τερπνότητα μεγαλύτερη από του πρώτου σταυρού.

Ξαφνικά βλέπω εκεί μια φωτιά που κατέφλεγε τα πάντα. Φοβήθηκα και ζήτησα πάλι βοήθεια από τον οδηγό μου. «Δώσε το χέρι, μου λέει, θα ανέβουμε ακόμη ψηλότερα». Κι αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό. Ο ουρανός αυτός δεν έμοιαζε καθόλου με τον ουρανό που βλέπουμε από τη γη. Απλωνόταν σαν χρυσαφένιο δέρμα σε σχήμα πετάλου. Στα πρόθυρα του συναντήσαμε άλλους τρεις σταυρούς, πιο μεγάλους και επιβλητικούς, που είχαν τη λάμψη της αστραπής. Ο οδηγός μου πήρε θάρρος, μπήκε μέσα στη φωτιά και τους προσκύνησε. Εγώ δεν τόλμησα να κάνω το ϊδιο. Προσκύνησα από μακριά και προσπέρασα.

Προχωρήσαμε αρκετά και φθάσαμε στο δεύτερο παραπέτασμα. Εκεί είδα κάτι σαν αστραπή απλωμένη στον αέρα. Ανεβήκαμε και περάσαμε μέσα. Ουράνια στρατιά από πλήθος αγγέλων αινούσαν και δοξολογούσαν τον θεό. Προσπεράσαμε κι αυτό και βρεθήκαμε σε άλλο χώρισμα από βύσσο και πορφύρα ανέκφραστη.

Φθάσαμε σε μια λαμπρή τοποθεσία. Υπήρχε εκεί ένα άλλο θαυμαστό παραπέτασμα, που έμοιαζε με πολύ λαμπρό και καθαρό ήλεκτρο. Κάποιο χέρι το παραμέρισε και μας έδειξε να περάσουμε. Μέσα σ’ αυτά συναντήσαμε

αναρίθμητο πλήθος αγίων αγγέλων. Τα πρόσωπα τους φλογερά, έλαμπαν από μακριά πιο πολύ από τον ήλιο. Είχαν σταθεί με ταξί και πολλή κοσμιότητα με τα άυλα αναστήματα τους, μετέωροι σ’ εκείνο το τρομερό ύψος. Στα χέρια κρατούσαν φοβερά σκήπτρα. Σχημάτιζαν αναρίθμητες λεγεώνες παρατεταγμένες δεξιά και αριστερά.

«Όταν σηκωθεί κι αυτό το παραπέτασμα, μου είπε ο οδηγός μου δείχνοντας το, θα δεις τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Να πέσεις να τον προσκυνήσεις. Ο νους σου να είναι όλος προσηλωμένος σ’ Εκείνον, για ν’ ακούσεις τι θα σου πει».

Ενώ άκουγα τις συμβουλές του, κοιτάζω το παραπέτασμα και βλέπω ένα μεγαλόπρεπο περιστέρι να κατεβαίνει και να κάθεται πάνω σ’ αυτά. Το κεφάλι του ήταν σαν από χρυσάφι, το στήθος πορφυρό, τα φτερά λαμπερά σαν φλόγα, τα πόδια λευκά, ενώ τα μάτια τόξευαν φωτεινές ακτίνες. Καθώς απελάμβανα την ομορφιά του, ξαφνικά πέταξε στα ύψη.

«Ενώπιος ενωπίω»

Παραμερίσθηκε κι αυτά το παραπέτασμα και βλέπω τότε στο αχανές εκείνο ύψος, που καταπλήττει κάθε νου και διάνοια, θρόνο φοβερό, υπερυψωμένο. Κανείς δεν τον κρατούσε, κρεμόταν μετέωρος. Από μέσα έβγαιναν φλόγες πιο λευκές κι από το χιόνι. Επάνω στον θρόνο άστραφτε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Φορούσε βαθυκόκκινα και ολόλευκα ενδύματα. Η λαμπρότης του όμως από συγκατάβαση στη δική μου αδυναμία ήταν περιορισμένη. Είδα λοιπόν την θεανθρώπινη ευπρέπεια και ωραιότητα Του. Ήταν σαν να βλέπει κανείς τον ήλιο να σκορπίζει χαρούμενα τις πρώτες ακτίνες της ανατολής. Έπεσα και τον προσκύνησα τρεις φορές. Προσπάθησα ν’ ανασηκωθώ και ν’ αντικρίσω πάλι την ωραιότητά Του, την πύρινη λαμπρότητα της δυνάμεως Του, αλλά δεν μπόρεσα. Με είχε κυριεύσει ανέκφραστος φόβος, φρίκη και χαρά. Μέσα απ’ αυτό το φως ακούσθηκε μια φωνή, που με τον δυνατό της ήχο έσχιζε τον αέρα. Ήταν μελιστάλακτη, ήμερη και γλυκειά. Μου είπε τρεις λέξεις. Το νόημά τους το κατάλαβα και δοκίμασα πρωτόγνωρη πνευματική ηδονή. Σε λίγο μου είπε άλλες τρεις λέξεις, που μόλις τις άκουσα γέμισε η καρδιά μου από θεϊκή χαρά. Κατόπιν μου είπε για τρίτη φορά άλλες τρεις και ξαφνικά ακούσθηκε ισχυρή δοξολογική κραυγή από τα αγγελικά στρατεύματα: Άγιος, Άγιος, Άγιος. Κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα. Η δοξολογία τους βέβαια είναι ακατάπαυστη. Εκείνη όμως η εξαίσια μελωδική κραυγή ήταν για την εύνοια, που τόσο πλούσια έδειξε σ’ εμένα ο Δεσπότης Χριστός. Μόλις άκουσα αυτές τις ανέκφραστες και θεϊκές λέξεις, κατέβηκα αμέσως με τον ίδιο τρόπο που ανέβηκα. Ήρθα πάλι στον εαυτό μου και είδα πως βρέθηκα στον κήπο, απ’ όπου είχε γίνει η αρπαγή μου. Αναλογιζόμουν με απορία τα όσα μου συνέβησαν. Που ήμουν και που βρέθηκα! Δεν μπορούσα να καταλάβω πως πήγα σ’ εκείνον τον θεϊκό τόπο. Φέρνοντας στον νου μου όσα είδα εκεί και άκουσα, μονολογούσα: «Άραγε έχει έρθει και άλλος εδώ ή μόνο εγώ;».

Η τελευταία γεύση του Παραδείσου

Αυτά σκεπτάμουν και ξαφνικά βλέπω ν’ απλώνεται μπροστά μου μια πεδιάδα. Δεν είχε δένδρα αλλά ήταν ωραία χλοερή και ανθηρή, ασφυκτικά γεμάτη με κρίνα και τριαντάφυλλα. Είχε πηγές που ανέβλυζαν μέλι και γάλα. Αναδιδόταν μάλιστα θαυμάσια ευωδία. Αυτό το απαλό τοπίο, αυτή η αναπαυτική χλόη με έκαναν να απορώ και να εκπλήττομαι για τα θαυμάσια του θεού, που συναγωνίζονταν το ένα το άλλο σε λαμπρότητα.

Και να! Βλέπω έναν άνδρα αστραφτερό. Φορούσε χιτώνα σαν φωτεινή νεφέλη και κρατούσε στο χέρι σταυρό. Με πλησιάζει και μου λέει: «Η χάρις του σταυρωθέντος Κυρίου μας ας είναι μαζί σου. Μακάριοι οι σαλοί, γιατί έχουν μεγάλη φρόνηση. Ο θεός εδώ σ’ έχει κατατάξει. Πήγαινε όμως πρώτα στο καμίνι του κόσμου, εκεί που βρίσκονται συναγμένα τα τριβόλια και οι οχιές, τα φίδια και οι δράκοντες. Πάντως η παρουσία σου σ’ αυτόν τον χώρο είναι κάτι ασυνήθιστο και παράδοξο. Κανείς δεν ήρθε εδώ παρά μόνο εκείνος που κοπίασε περισσότερο απ’ όλους για το Ευαγγέλιο του Χριστού. Δεύτερος είσαι εσύ, επειδή άδραξες την ταπείνωση στην πιο τέλεια μορφή της. Ξέρω όμως πως την απέκτησες! Με την τέλεια πτωχεία, με το «φύγε απ’ εδώ σκύλε», με την εξουδένωση. Την απέκτησες, γιατί μπήκες γυμνός και κάνοντας τον σαλό στο στάδιο του κοσμοκράτορος γιατί μονομάχησες μαζί του, τον νίκησες και έριξες τον θρόνο του στη γη. Είδες τα εδώ μυστήρια; Κατάλαβες την αληθινή ανταπόδοση των δικαίων; Γνώρισες τον παράδεισο του Χριστού; Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι είδες και έφριξες. Πως σου φάνηκε ο μάταιος κόσμος συγκριτικά με τούτον; Τι λες, είδες λαμπρότητα; Είδες από ποια χαρά θέλουν να στερήσουν τον εαυτό τους οι αμαρτωλοί;»Ενώ μου έλεγε αυτά ο λαμπροφόρος άνδρας με κοίταζε χαρούμενος και ευχαριστημένος. «Η κυρία Θεοτόκος, συνέχισε να μου λέει, η υπέρλαμπρη βασίλισσα των επουρανίων δυνάμεων δεν είναι εδώ. Περιέρχεται τον μάταιο κόσμο και βοηθεί όσους επικαλούνται τον μονογενή Υιό και Λόγο του θεού και το πανάγιο όνομά της. Καλά θα ήταν να σου έδειχνα την υπέρλαμπρη κατοικία της, αλλά τώρα πρέπει να επιστρέψεις στον τόπο σου. Έτσι διέταξε ο Δεσπότης Χριστός».Ενώ μιλούσε, μου φάνηκε πως έπεσα σε ύπνο γλυκό και σαν να κοιμήθηκα από το βράδυ ως το πρωί, βρέθηκα όπως με βλέπεις εδώ. Τώρα λοιπόν να ευφρανθείς αγαπημένε μου φίλε, και ας αγωνισθούμε για τη σωτηρία μας και την κληρονομία των αιωνίων αγαθών.

Ο αγώνας συνεχίζεται εντονώτερος

Όση ώρα μου μιλούσε ο μακάριος Ανδρέας, βρισκόμουν εκτός εαυτού. Συγχρόνως παρατηρούσα κάτι θαυμαστό: Γύρω μας ξεχυνόταν μια ευωδία σαν από κρίνα και τριαντάφυλλα. Νόμιζα πως, όση ώρα διαρκούσε η θεϊκή ομιλία του δικαίου, παρευρίσκονταν άγιοι άγγελοι που θύμιαζαν αοράτως. Πολύ τον παρεκάλεσα να μου αναφέρει μία λέξη απ’ αυτές που του είπε ο Κύριος, αλλά δεν τον έπεισα. Αυτό θα αφορά τον Κύριο και τη μακαρία ψυχή του.

Όλη τη νύχτα απολαμβάναμε αυτά τα πνευματικά αγαθά. Τα ξημερώματα έφυγε. Περνούσε από τις στοές κι έκανε τα συνηθισμένα του καμώματα ή καλύτερα ενέπαιζε τα πονηρά πνεύματα και τα εξαπατούσε. Από τότε έμενε κάθε νύχτα άυπνος, δοξολογώντας ακαταπαύστως τον θεό. Όλη την ημέρα κυκλοφορούσε μέσα στον θόρυβο, ή καλύτερα, δοκιμαζόταν μέσα στο καμίνι του κόσμου. Έκανε τον μεθυσμένο, έσπρωχνε, τον έσπρωχναν και γινόταν εμπόδιο στους περαστικούς. Μερικοί τον χτυπούσαν και τον κλωτσούσαν, άλλοι τον ράβδιζαν στο κεφάλι αγέρωχα, ενώ άλλοι τον τραβούσαν απ’ τα μαλλιά και τον χτυπούσαν στον τράχηλο. Μερικοί τον έριχναν στη γη, έδεναν τα πόδια του με σχοινί και τον έσερναν μέσα στην αγορά, κι ούτε τον θεό φοβούνταν ούτε σαν χριστιανοί συμπαθούσαν τον συνάνθρωπο, και μάλιστα σε εορτάσιμες ημέρες. Όλα αυτά τα υπέμενε ο όσιος με την ελπίδα των αιωνίων αγαθών, που προορίζονται για τους δικαίους.

απόσπασμα από το βιβλίο «Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής 1995

πηγή: http://ahdoni.blogspot.gr

Advertisements