Αποτέλεσμα εικόνας για πνευματικη συμπορευσις βιβλιο

«Βράχο έκοψε από τον Άθωνα ο Θεός -τους Κολλυβάδες- που σαν μετεωρίτης θαυμαστός στάθηκε πάνω από τα νησιά του Αιγαίου και έβλυσε κρούνους ύδατος ζώντος. Από αυτούς ποτίσθηκαν και ήπιαν οι Γεροντάδες, που τα κρείττονα και τα μείζονα επιζητούσαν. Επάξια στοιχήθηκαν στην παράδοση και έσυραν τον χορό των Οσίων Κολλυβάδων λόγω τε και έργω.

Βράχια τους έστειλε ο Θεός στην ακροθαλασσιά της απιστίας και της διαφθοράς και στάθηκαν και στέκονται μέχρι την συντέλεια των αιώνων. Εκεί θα σκάσουν τα κύματα και πάνω τους θα σπάσουν και ο Χριστός θα βασιλέψη και το Ευαγγέλιο και οι παραδόσεις των Πατέρων θα ποτίζουν και θα ταϊζουν τον λαό της ξεστρατησιάς.

Αυτοί οι Όσιοι είναι τα καυχήματά μου, το αποκούμπι μου, το αγαλλίαμα της καρδιάς μου. Δεν υπήρξα άξιος – μόνον ταπεινά προσπάθησα να περπατήσω στα ίχνη τους. Την συνδρομή τους αναμένω εν τη εσχάτη ώρα».

GRHGORIOS

Παραθέτουμε καὶ δύο ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο:

«Ὁ ὅσιος Ἀμφιλόχιος

ὡς νέος εἶχε τὴν αὐτοθυσία,

ὡς μοναχὸς τὴν ἀκρίβεια,

ὡς λειτουργὸς τὴν εὐχαριστία,

ὡς πνευματικὸς τὴν οἰκονομία,

ὡς διδάσκαλος τὴν παράκληση,

ὡς χριστιανὸς τὴν εὐλάβεια,

ὡς ἄνθρωπος σέβιζε τὸν συνάνθρωπο,

ὡς Ἕλληνας τὴν ἀγάπη τῶν ἡρώων γιὰ τὴν πατρίδα,

καὶὡς ὀρθόδοξος τὸ καύχημα τῆς ὀρθῆς πίστης καὶ ζωῆς» (σελ. 185).

Γιὰ τὸν ὅσιο Φιλόθεο·

«Ὅποια πέτρα καὶ νὰ σηκώσεις στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου καὶ τὴν ρωτήσης:

-Ὑπῆρξε ὁ Φιλόθεος ὅσιος;

Θὰ σοῦ ἀπαντήση:

-Ἅγιος καὶ πατέρας φιλόστοργος καὶ ἡ πραγμάτωση τοῦ Εὐαγγελίου στὸν κόσμο…

Μὲ μεγάλη ἁπλότητα πορεύθηκε, σὰν νὰ᾽ταν ὁ τελευταῖος ρασοφόρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ἀρνηθῶ τὴν ὁσιακή του ζωὴκαὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του καὶ δὲν διηγοῦμαι τὰ ἀσκητικά του παλαίσματα, φοβᾶμαι ὅτι θὰ κολλήση ἡ γλῶσσα μου στὸν λάρυγγά μου καὶ θὰ χάσω τὸν νοῦ μου καὶ σὰν φρενοβλαβὴς θὰ γυρίζω στὰ καντούνια τοῦ μοναστηριοῦ.

Ὁ Θεὸς ἐθαυμάστωσε τὸν Ὅσιον αὐτοῦ κι ἐγὼ θὰ σιωπήσω; Ὁ Θεὸς τὸν ἀνέδειξε φωστῆρα, φῶς ἐπάνω ὄρους κείμενον, κι ἐγὼ θὰπῶ “ἐκάμυσαν οἱ ὀφθαλμοί μου καὶ δὲν βλέπουσι”;

“Ὅσιέ μου, βοήθα με νὰ πιάσω στεριά, τὴν ἄνω στεριά, ποὺ μοῦ ὑπέδειξες ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια. Ἀμήν”» (σελ. 254-255).

Καὶ ἐν κατακλεῖδι ἐπιλέγει:«Ὅσοι ἀμφισβητεῖτε τὴν ἁγιότητα αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν ρωτῆστε τὴν γῆ ποὺ πατοῦσαν, τὰ κλαριὰ καὶ τὶς πέτρες ποὺ δρασκέλισαν, καὶ θὰ σᾶς βεβαιώσουν: “Ἅγιοι ἤτανε καὶ νὰ τοὺς τιμᾶτε καὶ νὰ τοὺς προσκυνᾶτε ὡς τῶν Ἀγγέλωνἰσοστασίους καὶ τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ὁσίων Πατέρων ἡμῶν συγχορευτὲς καὶ συμπρεσβευτὲς στὸ θρόνο τῆς Χάριτος”.

Ὅποιος ἀρνεῖται τὴν ἁγιότητα Ἀμφιλοχίου καὶ Φιλοθέου, ἀρνεῖται ὅτι καὶ σήμερα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀνθίζει ὁ γαῦρος καὶἡὀξυὰ καὶ τὸ θυμάρι, καὶ ἡ Ἐκκλησία, στὴν ὁποία πάντοτε βρίσκουμε λύθρο ζυμωμένο μὲ αἷμα Μαρτύρων καὶ δάκρυα Ὁσίων, κατήντησε γῆ κατάξερη, ἄνυδρη, ἀγεώργητη· ἀρνεῖται τὸ ὑπερφυσικὸ στοιχεῖο μέσα στὴν Ἐκκλησία· ἀρνεῖται ὅτι ὁ Χριστὸς χθὲς καὶσήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ἀμήν» (σελ. 258)

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ⇒         ΕΔΩ

Advertisements