Σχετική εικόνα

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ Π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ: «Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΝΑ ΓΙΝΗ ΚΑΣΤΡΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΠΕΡΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΑΛΛΑ ΕΘΝΗ· ΑΣ ΜΑΖΕΥΤΗ ΕΚΕΙ ΟΛΗ Η ΛΕΠΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑ᾿ΟΛΟΥ· ΕΔΩ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΦΥΛΑΞΩΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΗΣΑΥΡΟ ΜΑΣ».

Ομιλίας τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Ἠγάπησε πολὺ τὸν Χριστὸν ἡ ἁγία Εὐφημία. Ἀκούσατε τὸ ὡραῖο δοξαστικὸ ποὺ διαβάστηκε; Μιλάει σὲ μιὰ γλῶσσα ἐρωτικὴ ἡ ἁγία καὶ λέει στὸ Χριστό· «…ὅτι τέτρωμαι ὑπὸ τῆς σῆς ἀγάπης». Ὅπως τὸ ἐλάφι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ πληγωθῇ δὲν ἡσυχάζει, τρέχει βουνὰ καὶ λαγκάδια μὲ τῆς πληγῆς τὸ βέλος, ἔτσι καὶ ἡ ἁγία εἶχε τὸ βέλος τῆς ἀγάπης. Ἐκαίγετο ἡ ὕπαρξίς της ἀπὸ τὴν ἀγάπη στὸ Χριστό.
Ἰδού, ἀγαπητοί μου, τὸ μυστικὸ τοῦ ἡρωϊσμοῦ, ἰδού τὸ ἐλατήριο τῆς ἡρωϊκῆς αὐτῆς ὑπάρξεως· ἡ ἀγάπη! Ἡ ἀγάπη ἡ τρυφερά, μεγάλη καὶ ἀπέραντος ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστόν.

Ὡδηγήθηκε στὸ ἀμφιθέατρο ἡ ἁγία Εὐφημία, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ λέοντες καὶ αἱ ἄρκτοι. Καὶ ἔφτασε ἡ ὥρα, ὅπως τὴν εἶχε ὁρίσει ἡ θεία πρόνοια, ἀπὸ ἕνα ἁπλὸ πλῆγμα, ἀπὸ ἕνα μικρὸ δάγκαμα, ν᾿ ἀποσπασθῇ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ὡς λευκὴ περιστερὰ νὰ φτερουγίσῃ στὸν οὐράνιο κόσμο.

* * *

Ἀδελφοί μου, ἡ ἁγία Εὐφημία ἀγωνίσθηκε ἐναντίον τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἐναντίον τῶν εἰδωλολατρῶν; Ἀλλ᾿ οἱ ἀγῶνες τῆς ἁγίας Εὐφημίας δὲν ἔπαυσαν. Ὕστερα ἀπὸ ἑκατὸν ἑβδομήντα χρόνια ἔκανε ἕνα νέον ἀγῶνα καὶ ἀγωνίσθηκε πάλι ἐναντίον τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ ἐνίκησε τοὺς εἰδωλολάτρας.

–Ὑστερα ἀπὸ ἑκατὸν ἑβδομήντα χρόνια ἔκανε ἀγῶνα ἡ ἁγία Εὐφημία; Μὰ αὐτὴ δὲν εὑρίσκετο ἐδῶ πάνω στὴ γῆ.

Καὶ ὅμως, καὶ μετὰ ἑκατὸ καὶ διακόσια, καὶ τριακόσια καὶ τετρακόσια καὶ πεντακόσια καὶ χίλια χρόνια ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύομε ὅτι οἱ ἅγιοι μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν.

Ἑκατὸν ἑβδομήντα χρόνια πέρασαν ἀπὸ τὸ μαρτύριό της καὶ ἡ ἁγία Εὐφημία ἔδωσε νέα μάχη καὶ ἐθριάμβευσε ἐναντίον ἄλλων ἐχθρῶν τῆς πίστεώς μας, ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν!

Ἡ Ἐκκλησία τότε εὑρίσκετο σὲ ἀγῶνα δογματικό. Εὑρίσκετο σὲ μία προσπάθεια νὰ ἀποκρυσταλλώσῃ τὸ δόγμα καὶ τὴν ἀλήθειά της. Καὶ τὸ μεγάλο θέμα ποὺ ἀπασχολοῦσε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας ἦτο τὸ Θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία ἐκήρυττε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ἀλλὰ πολλοί, καὶ μέχρι σήμερα, δὲν θέλουν νὰ τὸ ἐννοήσουν. Παραδέχονται τὸν Χριστὸ σὰν ἕναν ποιητή, σὰν ἕνα φιλόσοφο, σὰν ἕνα κοινωνιολόγο, σὰν ἕναν ἐπαναστάτη μέσα στοὺς λαούς. Τὸν παραδέχονται καὶ τὸν ὑψώνουν πολὺ ψηλά· ἀλλὰ δὲν θέλουν νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Καὶ αὐτὸ τὸ δόγμα τῆς θεότητος, ποὺ κηρύττει ἡ Ἐκκλησία, ἦταν ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου καὶ γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ θέμα ἐδόθηκαν οἱ μεγάλες μάχες τῆς ἀρχαίας μας Ἐκκλησίας.

Ἐναντίον τοῦ δόγματος αὐτοῦ παρουσιάστηκαν τρία μεγάλα θηρία, τρεῖς μεγάλοι αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι θέλανε νὰ κλονίσουν τὸ δόγμα αὐτό. Ὁ πρῶτος ἦτο ὁ Ἄρειος, ποὺ δὲν παραδεχόταν τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔλεγε, ὅτι ἦταν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός καὶ δὲν ἦτο Θεὸς ὁ Χριστός. Μετὰ ἀπὸ τὸν Ἄρειο παρουσιάστηκε ἕνας ἄλλος αἱρετικός, ὁ Νεστόριος, ὁ ὁποῖος δὲν παρεδέχετο τὴν ἕνωσι θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος, ἐχώριζε ὀξέως ἀνθρωπότητα καὶ θεότητα. Μετὰ παρουσιάστηκε ὁ Εὐτυχής, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχιμανδρίτης καὶ ἡγούμενος μοναστηρίου. Αὐτὸς ἐκήρυξε, ὅτι ἡ θεία φύσις τοῦ Χριστοῦ ἀπερρόφησε τὴν ἀνθρωπίνη καὶ ὅτι μέσα στὸν Χριστὸ ὑπῆρχε μόνον ἡ θεότης καὶ ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἦτο διάφορο ἀπὸ τὸ σῶμα τὸ δικό μας. Αὐτὴ ἦτο μία βλάσφημος ἰδέα, ἡ ὁποία ἐμείωνε τὴν θεανδρικότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τὰ λέγομεν αὐτά, ἀγαπητοί μου, γιατὶ αὐτὲς οἱ «νέες» ἰδέες τῶν αἱρετικῶν, ποὺ κυκλοφοροῦν σήμερα, εἶνε παλιὲς ἰδέες. Αὐτὰ κάνουν καὶ οἱ ἰεχωβάδες σήμερα. Μαζέψανε ὅλες τὶς αἱρέσεις ποὺ κατεδίκασε ἡ Ἐκκλησία μας καὶ ἔκαναν ἕνα μωσαϊκό, ἕνα χαρμάνι, ἀπ᾿ ὅλες τὶς αἱρέσεις ὅλων τῶν αἰώνων. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν σᾶς κουράζω λιγάκι καὶ σᾶς λέω, ποιά πνεύματα πλάνης παρουσιάστηκαν στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ δῆτε, ὅτι αὐτὲς οἱ νέες αἱρέσεις, ποὺ παρουσιάζονται μὲ μεγάλη κατάκτησι στὸν κόσμο, ἐὰν τὶς ἀναλύσωμε, θὰ δοῦμε, ὅτι μέσα σ᾿ αὐτοὺς ὑπάρχει καὶ ὁ Ἄρειος, ὑπάρχει καὶ ὁ Νεστόριος, ὑπάρχει καὶ ὁ Διόσκορος, ὑπάρχει καὶ κάθε παλιὸς αἱρετικός.

Ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Εὐτυχοῦς ἠγωνίσθησαν πατέρες. Εἰς τὴν Χαλκηδόνα, ὅπου ὑπῆρχε μεγαλοπρεπὴς ναὸς τῆς ἁγίας Εὐφημίας, ἐπὶ Πουλχερίας τῆς βασιλίσσης, συνῆλθε ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, συνῆλθον 630 ἅγιοι πατέρες, τῶν ὁποίων τὴν μνήμη θὰ ἑορτάσωμε τὴν προσεχῆ Κυριακήν, καὶ τότε ἀνεπτύχθη τὸ δόγμα τῶν δύο φύσεων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· τότε οἱ Πατέρες ἀνέπτυξαν τὴν ὑγιᾶ διδασκαλία καὶ κατεδίκασαν τὸ φρόνημα τῆς πλάνης.

Τί εἶπαν; Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα, ποὺ ἔφερε ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἕνας ἐκ τῶν προμάχων τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος.
Ἂν πάρῃς ἕνα σίδερο ψυχρό, μαῦρο καὶ σκουριασμένο καὶ τὸ βάλῃς στὸ καμίνι, θὰ δῇς τὸ σίδερο νὰ ζεσταίνεται καὶ ἡ σκουριὰ νὰ φεύγῃ. Ἂν τ᾿ ἀφήσῃς πολλὴ ὥρα στὸ καμίνι καὶ ἔχῃς τὸν φυσητῆρα καὶ φυσᾷς τὰ κάρβουνα, θὰ δῇς τὸ σίδερο αὐτὸ ἀπὸ μαῦρο νὰ γίνεται κόκκινο, κατακόκκινο καὶ νὰ μαλακώνῃ. Κατόπιν, μὲ τὰ μέσα ποὺ ἔχει ὁ σιδηρουργός, μπορεῖ νὰ τὸ πιάσῃ καὶ νὰ τὸ κάνῃ κλειδὶ καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλει. Καὶ ἐνῷ τὸ σίδερο ἔγινε κόκκινο καὶ ἑνώθηκε μὲ τὴ φωτιὰ καὶ σπινθηροβολεῖ, δὲν παύει νὰ εἶνε σίδηρο· ἁπλῶς ἀπὸ μαῦρο ἔγινε κόκκινο. Ἀλλὰ καὶ ἡ φωτιά, μολονότι ἑνώθηκε μὲ τὸ σίδερο καὶ δὲν μπορεῖς νὰ χωρίσῃς τὴ φωτιὰ ἀπὸ τὸ σίδηρο, ἐν τούτοις δὲν παύει νὰ εἶνε φωτιά. Ἔτσι, ἀγαπητοί μου, εἶνε καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σίδερο εἶνε ὁ ἄνθρωπος, ἡ φωτιὰ εἶνε ἡ θεότης· τὰ δυὸ αὐτὰ ἑνώθηκαν, καὶ ἔτσι ὁ Χριστὸς παρουσιάστηκε ὡς Θεάνθρωπος, ἡ ὕλη ἡνωμένη μὲ τὸ πνεῦμα, ὁ ἄνθρωπος ἡνώθη μυστηριωδῶς μὲ τὸν Θεόν.

Ἀλλά, ἀδελφοί μου, δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω. Γιὰ πρώτη φορὰ ὁμιλῶ δογματικῶς. Θὰ ἦτο εὐχάριστο πρᾶγμα, ὁ ἱεροκήρυκας νὰ ὁμιλῇ ἐπάνω στὰ δόγματα. Θὰ ἦτο εὐχάριστο πρᾶγμα νὰ ἀναλύῃ τὸ Σύμβολον τῆς πίστεώς μας. Θὰ ἦτο εὐχάριστον πρᾶγμα νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ μεταφυσικοῦ κόσμου καὶ νὰ ἀντλῶμεν ὑπέροχα διδάγματα. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ Χριστιανοί μας ἔχουν ἀνάγκη εὐκόλου τροφῆς, ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ἀλφαβητάριο τῆς πίστεως.
Ἐπανερχόμεθα λοιπὸν καὶ λέγομεν· Ἡ Χαλκηδὼν ἐδιχάσθη σὲ δύο παρατάξεις. Ἡ μία ἦτο μὲ τὸν Κύριλλο τὸν πατριάρχη Ἀλεξανδρείας – μὲ τοὺς ὀρθοδόξους, καὶ ἡ ἄλλη παράταξις ἤτανε μὲ τὸν αἱρετικὸ τὸν Εὐτυχῆ. Ὁ πολὺς λαός, ὁ ἐργατικός, δὲν μποροῦσε νὰ συλλάβῃ τὰ νοήματα αὐτά. Ἀμφιταλαντεύετο καὶ ἡ πίστι των κινδύνευε καὶ τότε τὴν διαφορὰ αὐτὴ τῆς πίστεως τὴν ἔλυσε ἡ ἁγία Εὐφημία. Πῶς;

Ἐσῴζετο τὸ λείψανό της. Ἑκατὸν ἑβδομήντα χρόνια τὸ λείψανό της εὑρίσκετο μέσα στὸν ναὸ τῆς ἁγίας Εὐφημίας εἰς τὴν Χαλκηδόνα καὶ ἀπεφάσισαν οἱ δύο παρατάξεις νὰ γράψουν τὰς ἰδέας των σὲ δύο βιβλία, σ᾿ ἕνα βιβλίο τὰς ὀρθοδόξους ἰδέας καὶ σ᾿ ἄλλο τῶν αἱρετικῶν. Καὶ τὰ δύο βιβλία τὰ ἔβαλαν μέσα στὸ ἱερὸ λείψανο. Τὰ ἔθεσαν ἐπάνω στὸ στῆθος τῆς ἁγίας, καὶ τὸ βιβλίο τῶν αἱρέσεων καὶ τὸ βιβλίο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἔκαναν ἀγρυπνία τρία ἡμερόνυκτα. Τρεῖς νύκτες ἐκάθησε ὅλος ὁ λαὸς τῆς Χαλκηδόνος καὶ μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ παρεκάλει τὴν ἁγία Εὐφημία γιὰ νὰ κάνῃ τὸ θαῦμα της. Ἐφρουρούσανε τὸ λείψανό της κληρικοὶ καὶ ἀπὸ τὰς δύο παρατάξεις. Καὶ ὅταν τὴν τρίτη ἡμέρα ἄνοιξαν τὸ λείψανό της τὸ ἅγιο, τότε εἶδαν τὸ θαῦμα. Τὸ βιβλίο τῶν αἱρετικῶν ἦταν κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τῆς ἁγίας, ἐνῷ τῶν ὀρθοδόξων ἤτανε ἐπάνω στὸ στῆθος, ἐπάνω στὴν καρδιὰ τῆς ἁγίας! Καὶ ἔτσι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων εἶνε ἀληθής.

–Μὰ τί πράγματα εἶνε αὐτά; Τί εἶνε αὐτὰ ποὺ μᾶς λές; Αὐτὰ εἶνε συναξάρια…
Συναξάρια; Ἐδῶ εἶνε γραμμένα. Τὸ ἀπολυτίκιον τῆς ἁγίας μᾶς λέγει· «Λίαν εὔφρανας τοὺς ὀρθοδόξους…». Ἁγία, λέει, εὔφρανας τοὺς ὀρθοδόξους καὶ κατῄσχυνας τοὺς κακοδόξους καὶ ὅτι μὲ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανες, «τῆς Τετάρτης Συνόδου ἐκύρωσας ἃ οἱ πατέρες καλῶς ἐδογμάτισαν».

Ὥστε τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ ἀναφέρει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, τὸ ἀναφέρει καὶ τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἁγίας. Δὲν ξέρω τί θὰ γίνῃ; Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν θὰ γίνω ποτὲ μοντέρνος ἱεροκήρυκας καὶ θεολόγος. Θὰ ἐξακολουθήσω νὰ πιστεύω, καὶ δὲν θὰ διδάσκω ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ διδάσκει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Ἐὰν ἐσεῖς δὲν πιστεύετε καὶ δὲν παραδέχεσθε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἐγὼ θὰ κρατήσω τὰ πάτρια καὶ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς θὰ πιστεύωμε στὰ συναξάρια, θὰ πιστεύωμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων, θὰ πιστεύωμε εἰς τὰ θαύματα, θὰ πιστεύωμε εἰς τὰ λείψανα, θὰ πιστεύωμε εἰς τὰς σκιάς των καὶ εἰς τὴν μνήμη τῶν ἁγίων.
Ἀκόμα δύο λέξεις καὶ τελείωσα. Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ αἵρεσις τοῦ μονοφυσιτισμοῦ (ἔτσι ὀνομάζεται αὐτὴ ἡ αἵρεσις τοῦ Εὐτυχοῦς ποὺ μνημονεύει ἡ Ἐκκλησία σήμερα), δυστυχῶς δὲν ἐξέλιπε τελείως. Λείψανα αὐτῆς τῆς μεγάλης αἱρέσεως, ἡ ὁποία ἐκλόνισε τὸ σκάφος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχουν μέχρι σήμερα. Εἶνε περίπου δεκαπέντε ἑκατομμύρια. Εἶνε οἱ Ἀρμένιοι καὶ οἱ Ἀβησσυνοὶ καὶ οἱ Κόπται. Ἔχουν καὶ πατριαρχεῖα. Γιατὶ ἀκριβῶς δὲν παραδέχονται τὴν ἀπόφασι τῆς Τετάρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ διδάσκει ἡ Ὀρθοδοξία μας μέχρι τὴν Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, καὶ οἱ Ἀρμένιοι καὶ οἱ Κόπται τὰ παραδέχονται καὶ εἶνε εὐλαβέστατοι καὶ πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι· καὶ οἱ Ἀρμένιοι εἶνε ἔθνος μαρτυρικόν, καὶ οἱ Ἀβησσυνοὶ εἶνε ἐκλεκτὸν καὶ μαρτυρικὸν γένος. Ἐν τούτοις μᾶς χωρίζει μία διαφορά· καὶ ἡ διαφορὰ εἶνε ἀκριβῶς αὐτὴ τῆς σημερινῆς ἡμέρας.

Καὶ οἱ Ἀρμένιοι καὶ οἱ Ἀβησσυνοὶ καὶ οἱ Κόπται τὰ ὑπογράφουν ὅλα, ὅλα τὰ μέχρι τότε· ἀλλὰ μέχρι σήμερα δὲν θέλουν νὰ ὑπογράψουν τὴν Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὴν ὁποία ὑπέγραψε διὰ τοῦ θαύματός της ἡ ἁγία Εὐφημία.

Ἰδοὺ ἡ διαφορά μας. Ὥστε ἡ σημερινὴ ἡμέρα μᾶς φέρνει στὸ νοῦ τοὺς Κόπτας, τοὺς Ἀρμενίους καὶ τοὺς Ἀβησσυνοὺς. Καὶ θὰ παρακαλέσω πολὺ ὅλους, σήμερα ποὺ εἶνε ἡ μνήμη τῆς ἁγίας Εὐφημίας, νὰ προσευχηθοῦμε γι᾿ αὐτούς, καὶ νὰ κάνῃ τὸ μεγάλο θαῦμα της ἡ ἁγία, ὅλους αὐτούς, ποὺ εἶνε Χριστιανοί, νὰ ἔρθουν στὴν Ὀρθοδοξία καὶ νὰ ὑπογράψουν τὸν τόμο αὐτοῦ τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος· νὰ συμφωνήσουν μὲ τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ μᾶς χωρίζῃ τίποτε ἀπὸ τὰ εὐγενῆ αὐτὰ ἔθνη –διότι ὄντως εὐγενῆ ἔθνη εἶνε– καὶ νὰ εὐχηθοῦμε στὸν Θεὸν «ὑπὲρ …τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». Εἶνε καθῆκον μας ἱερό, τὰ ἔθνη αὐτά, ποὺ ἔφυγαν λόγῳ τῆς αἱρέσεως τοῦ Εὐτυχοῦς, νὰ ἐπανέλθουν πάλι εἰς τοὺς κόλπους τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης μας μητρὸς Ἐκκλησίας.

* * *

Ἀδελφοί, εἴδαμε σήμερα τὸ μαρτύριο τῆς ἁγίας Εὐφημίας. Εἴδαμε, τί αἷμα ἐχρειάσθηκε γιὰ νὰ ποτιστῇ τὸ δεντρὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ δεντρὶ γιὰ νὰ μεγαλώσῃ χρειάζεται πότισμα.

Ἀφήνουμε τώρα τὴν θεολογία, ἀφήνουμε τὰ δόγματα καὶ τοὺς Νεστορίους, καὶ μιλᾶμε ἁπλᾶ γιὰ νὰ μᾶς καταλάβετε. Τὸ δεντρί, ἂν δὲν τὸ ποτίσῃς, θὰ ξηραθῇ. Καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας εἶνε δεντρί. Γιὰ νὰ μπορέσῃ τὸ δεντρὶ αὐτὸ νὰ αὐξηθῇ καὶ νὰ βγάλῃ κλαδιά, ἀνθούς, βλαστάρια καὶ καρπούς, θέλει πότισμα. Τὸ πότισμα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶνε τὰ αἵματα τῶν μαρτύρων. Εδαμε σήμερα, τί αἵματα ἐχύθησαν γιὰ νὰ ἔχωμε ἐμεῖς ἀπόψε τὴν χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Καὶ τὰ αἵματα αὐτὰ ἐχύθησαν παντοῦ, ἀδελφοί μου. Ἀλλ᾿ ἐὰν μὲ ρωτήσετε, ποιά χώρα εἶνε αὐτὴ ποὺ προσέφερε τοὺς μεγαλυτέρους μάρτυρας; ἂν μὲ ρωτήσετε, ποιά χώρα εἶνε αὐτὴ ποὺ ἔχυσε τὰ περισσότερα αἵματα; θὰ σᾶς πῶ ἡ χώρα τῶν μαρτύρων, ἡ χώρα τῶν ἡρώων καὶ τῶν μεγάλων ἁγίων εἶνε ἡ Μικρὰ Ἀσία. Δὲν εἶνε ὑπερβολὴ νὰ εἴπω, ὅτι κάθε σπιθαμὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶνε ποτισμένη μὲ αἵματα καὶ δάκρυα. Ἂν σκαλίσῃς ἐκεῖ ποὺ περνᾶνε τ᾿ ἀλέτρια τῶν Τουρκαλάδων, σκοντάφτεις ἐπάνω σὲ κρανία καὶ σὲ κόκκαλα καὶ μνήματα ἡρώων καὶ τῶν μαρτύρων.

Ὦ Μικρὰ Ἀσία, χώρα ἁγίων καὶ μαρτύρων, χώρα ἡρωϊσμοῦ, λίκνον τῆς πίστεώς μας! Ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσωμε; Ἡ Σμύρνη ἔδωσε τὸν ἅγιον Πολύκαρπον, ἡ λίμνη τῆς Σεβαστείας – ἡ Σεβάστεια τοὺς 40 Μάρτυρας, ἡ Νικομήδεια τὸν ἅγιο Παντελεήμονα, ἡ Χαλκηδόνα τὴν ἁγία Εὐφημία, ἡ Καισάρεια καυχᾶται γιὰ τὸν Βασίλειό της, ἡ Ναζιανζὸς γιὰ τὸν Γρηγόριο, ἡ Νύσσα γιὰ τὸν ἄλλο Γρηγόριο… Ὅλη ἡ γῆ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶνε γεμάτη ὀστᾶ ἁγίων καὶ μαρτύρων, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ἔφθασε μέχρις ἡμῶν. Τὸ τελευταῖο αἷμα, ποὺ ἀχνίζει ἐπάνω στὴν ἁγίαν αὐτὴν γῆν, εἶνε τὸ αἷμα τοῦ ἐθνομάρτυρος Χρυσοστόμου, ποὺ ἔβαψε τὰ καλντερίμια τῆς ἀλησμονήτου Σμύρνης.

Καὶ μέσα σ᾿ ἐκείνας τὰς θαυμαστὰς πόλεις μία πόλις διεκρίνετο· ἡ Χαλκηδών, ποὺ ἦτο ἡ τρίτη πόλις τοῦ Βυζαντίου. Ἐκεῖ ἦτο ὁ ναὸς καὶ τὸ λείψανο τῆς ἁγίας Εὐφημίας. Ἡ Χαλκηδὼν ἦτο ἡ πόλις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ Χαλκηδὼν ἦτο κάστρο τοῦ Χριστοῦ. Ἐναντίον τοῦ κάστρου αὐτοῦ ἔπεσε ὁ Χοσρόης – οἱ Πέρσαι· ἐναντίον τοῦ κάστρου αὐτοῦ ἔπεσαν οἱ Φράγκοι· ἐναντίον τοῦ κάστρου αὐτοῦ ἔπεσε ὁ Μωάμεθ. Τὸ ἔρριξαν τὸ κάστρο. Ἔβαλαν φωτιὰ στὸ ναὸ τῆς ἁγίας Εὐφημίας. Πῆραν τὰ λιθάρια τοῦ ναοῦ καὶ ἔκαναν οἱ χοτζάδες τζαμιά, γιὰ νὰ φωνάζουν τὸν ψεύτικο θεό τους. Δὲν ὑπάρχει τώρα στὴν Χαλκηδόνα ὁ ναὸς τῆς ἁγίας Εὐφημίας, δὲν ὑπάρχει τὸ λείψανό της. Καὶ ἡ ἁγία Εὐφημία ἔγινε πρόσφυγας, μαζὶ μὲ τὸν λαό μας.

Τὸ λείψανό της ἅγια χέρια καλογέρων καὶ μοναχῶν τὸ πῆραν μέσα ἀπὸ τὶς φλόγες, μέσα ἀπὸ τὴν καταστροφή, καὶ τὸ ἔφεραν μὲ τοὺς πρώτους πρόσφυγάς μας. Πῆραν τὸ λείψανό της καὶ τὸ μετέφεραν στὴν Λῆμνο. Ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος πῆγε στὴ Σηλυβρία. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Χίο. Καὶ ἀφοῦ περιπλανήθη τὸ λείψανό της τὸ ἅγιο δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ἄγγελοι Κυρίου τὸ ἐφύλαξε, τώρα τὸ λείψανό της ἀναπαύεται μέσα στὸν πατριαρχικὸ ναὸ τῆς Κω᾿σταντινουπόλεως, καὶ εἶνε καύχημα καὶ κειμήλιο τῆς Ὀρθοδοξίας μας.
Δὲν ὑπάρχει πιὰ ἡ Χαλκηδόνα. Λίγα χιλιόμετρα πιὸ πέρα ἔχει κτισθῆ ἕνα μικρὸ καὶ ἄσημο χωριό.

Παιδιὰ καὶ ἐγγόνια τῆς παλιᾶς ἐκείνης Χαλκηδόνος εἶνε ἡ Νέα αὐτὴ Χαλκηδὼν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἡ Νέα Φιλαδέλφεια.

Ἄχ, πατεράδες καὶ μανάδες, ποὺ κάθεστε στὸ τραπέζι καὶ δὲν ἀνοίγετε τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ διαβάσετε στὰ παιδιά σας, ποιός εἶνε ὁ βίος τῶν ἁγίων, ποιούς ἁγίους καὶ ποιούς μάρτυρας ἔχομε στὴν Ἐκκλησία. Τὰ παιδιὰ ἔχουν στὶς σάκκες τους μόνο τὰ «ἀστέρια» τοῦ Χόλλυγουντ, καὶ τὰ ἀστέρια τοῦ Χριστοῦ μας δὲν τὰ ἔχουν. Καὶ δὲν ξέρει κανείς τὸν βίο τῆς ἁγίας Εὐφημίας καὶ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος καὶ τὸν βίο τῶν ἄλλων μαρτύρων. Ἔχετε εὐθύνη ἐσεῖς οἱ γονεῖς, καὶ μάλιστα οἱ γονεῖς ποὺ κατάγεστε ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία, νὰ διηγῆσθε στοὺς οκους σας τὰ μεγαλεῖα τῆς πίστεώς μας.

Πρέπει ἡ πατρίδα μας νὰ γίνῃ κάστρο καὶ νὰ μὴ μπορέσῃ μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ κάστρο νὰ περάσῃ ἐχθρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν ξέρω τί κάνουν τὰ ἄλλα ἔθνη, δὲν μὲ πειράζει· ἂς μαζευτῇ ἐκεῖ ὅλη ἡ λέπρα τοῦ δια᾿όλου· ἐδῶ πρέπει νὰ μείνουμε ὀρθόδοξοι καὶ νὰ φυλάξωμε αὐτὸ τὸ θησαυρό μας.
Χαλκηδὼν σημαίνει Ὀρθοδοξία. Χαλκηδὼν σημαίνει μαρτύριο. Χαλκηδὼν σημαίνει ἡρωϊσμός.

Παιδιὰ καὶ ἐγγόνια τῆς παλαιᾶς ἐκείνης Χαλκηδόνος, νὰ μείνουμε καὶ νὰ πεθάνουμε ὀρθόδοξοι.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ὁμιλία ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Εὐφημίας Ν. Χαλκηδόνος – Ἀθηνῶν τὴν 10-7-1960 στὸν ἑσπερινὸ τῆς πανηγύρεως τῆς ἁγίας.

πηγή: augoustinos-kantiotis

Advertisements