…Αφού τέλειωσε τη θερμή προσευχή του αυτή, τότε, όπως μου αφηγήθηκε ο αδελφός Δανιήλ, άρχισε να κάνει διδαχή με θείες θεωρίες, με υποθήκες αρετής και με θεια επιτεύγματα.

Δηλαδή μας είπε, πώς, και με ποιο τρόπο μπορούμε να αρχίσομε τη νοερά προσευχή, με ποιο τρόπο να αποφεύγομε τις πλάνες του διαβόλου, ο οποίος με τέχνη σπέρνει τα ζιζάνια του εγωισμού και της υπερηφάνειας στο μυαλό και στην καρδιά εκείνων, πού θέλουν να αγωνιστούν και να προκόψουν στη θεία αύτη αρετή και να μπουν στον πνευματικό αγώνα, και ότι αυτοί, θα πρέπει να παλέψουν στήθος με στήθος με το διάβολο, θα συναντήσουν, μας είπε, πολλές δυσκολίες, αλλά δεν πρέπει να δειλιάσουν, παρά με ταπείνωση να επιμείνουν και να λένε όσες περισσότερες ώρες το 24ωρο μπορούνε τη θεία προσευχή το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με», αλλά παιδιά μου, προσέξτε αυτό πού θα σας ειπώ:

«Την προσευχή αυτή, να τη λέτε ολόκληρη και όχι όπως συνηθίζουν μερικοί και την κόβουν, δήθεν για συντομία, και λένε τη μισή, αυτό είναι πλάνη και απαράδεκτο από τους αγίους Πατέρες, διότι με το να παραλείπομε το «Υιέ του Θεού» αφαιρούμε τη θεολογική έννοια της προσευχής αυτής, η οποία είναι μεν απλή, αλλά είναι θεολογική και συμπεριλαμβάνει ολόκληρο το Μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού, όπως λέγει κι ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, και πρέπει να ξέρετε πώς η πλάνη του διαβόλου από το σημείο αυτό αρχίζει, στους αγωνιζόμενους να αποκτήσουν τη θεία και ουράνια αύτη προσευχή, η οποία πρέπει να γίνει ένα με την αναπνοή μας, κι όταν συνηθίσομε να την λέμε σωστά από την αρχή, τότε ο νους μας θα καθαρίσει από κάθε γήινη έννοια, εύκολα τότε θα μπαίνει ο νους μας στην καρδιά, η οποία στην αρχή θα αρχίζει να πιέζεται, να πονεί, θα μας φέρνει δύσπνοια, στενοχώρια, αν επιμείνομε να λέμε έντονα την ευχή, επιμένω ολόκληρη και όχι τη μισή, τότε θα αρχίζουν να υποχωρούν τα πάθη και οι ανθρώπινες αδυναμίες, πού μόνιμα φωλιάζουν στην καρδιά μας, η οποία άμα καθαρίσει τότε θα ανάψει το λυχνάρι του θείου φωτός, δηλαδή θα αρχίσουν οι ουράνιες ελλάμψεις, θα στηθεί ό θρόνος του Θεού και Αφού γίνουν όλα αυτά κι άλλα πολλά τα όποια με την πράξη θα τα βρείτε μόνοι σας, τότε θα αρχίσουν οι αποκαλύψεις και τα μυστικά επιτεύγματα της πνευματικής ζωής, πού άμα σας αξιώσει ο Πανάγαθος Θεός θα δείτε, τότε μόνοι σας πλέον, με καθοδηγητή τη θεία χάρι του Παναγίου Πνεύματος, θα προχωρήσετε άφοβα στην προκοπή και πρόοδο της πραγματικής πνευματικής ζωής και θα σας αποκαλυφθούν μυστήρια Θεού, τα οποία δεν λέγονται, παρά μόνον νοούνται και αποκαλύπτονται».

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΕ ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ

Όταν τελείωσε αυτά και πολλά άλλα πού μας είπε και τα οποία δεν μπορέσαμε να συγκρατήσομε, γιατί ήταν θεωρήματα με πολύ ψηλές έννοιες πού καλά – καλά δεν καταλαβαίναμε, άλλα θαυμάζαμε και είπαμε μέσα μας: Τι πνευματικός θησαυρός κρύβεται μέσα στο οστράκινο τούτο σκεύος! Όπως λέγει κι ο απόστολος Παύλος: Εχομεν δε τον θησαυρόν τούτον —του αγίου Πνεύματος— εν οστρακίνοις σκεύεσιν…» (Β’ Κορ. Δ’ 7). Μετά άπ’ αυτά μας είπε: «Και τώρα, παιδιά μου, σας παρακαλώ να μου ψάλλετε τον «Εθνικό ύμνο του Άθωνα», τον ύμνο της Παναγίας μας, πού είναι το «Άξιον εστίν». Όταν το ψάλλαμε κι αυτό, τότε μας αγκάλιασε, μας έδωκε τον «εν Χριστώ» ασπασμό και προφητικά μας είπε: «Αδέλφια μου και αγγελούδια της Παναγίας, δεν πρόκειται να σας ξαναειδώ με τα μάτια του σώματος μου, γιατί με κάλεσε ο Κύριος, με την πρεσβεία της Παναγίας και των αγιορειτών Πατέρων, να με πάρει στα ουράνια θεία Σκηνώματα».

Κι άμα είπε αυτά μας έβγαλε έξω μέχρι την εξώπορτα της ασκητικής του Καλύβας, και την άλλη μέρα, που πήγαμε να τον δούμε και να πάρουμε την ευχή του, είχε οριστικά αναχωρήσει, όπως μας είπε, από τα γήινα, ήταν σχηματισμένος πάνω στο ξύλινο κρεβάτι, είχε σταυρωμένα τα χέρια και τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμόταν τον φυσικό ύπνο, αλλά η μακαριά του ψυχή, είχε πετάξει στα ουράνια και έτσι με οσιακό τέλος κοιμήθηκε τον ύπνο των Μακάρων, Όπως «εδίψησε και επεπόθησεν ή ψυχή του εις τάς αυλάς του Κυρίου».

Μετά το θάνατό του ανακαλύψαμε, πώς, κάτω από το ξύλινο κρεβάτι, ο Γέρο – Φιλάρετος, είχε ένα μεγάλο ροζιάρικο κούτσουρο —ξύλο— επάνω στο όποιο κοιμότανε, εκείνο τον λίγο ύπνο που επέτρεπε στο σώμα του. Το κρεβάτι ήταν πάντα στρωμένο και η μόνη φορά πού ξάπλωσε σ’ αυτό ήταν όταν πέθανε.

Αυτό λέγεται «χαμαικοιτία» και τυραννία του σώματος. Το ξύλο αυτό κανείς δεν το είχε δει, γιατί την ήμερα το είχε κρυμμένο και σκεπασμένο κάτω από το κρεβάτι..

πηγή: agiotokos-kappadokia