Σχετική εικόνα

Πένθιμα, αφήνοντας έναν μακρόσυρτο ήχο, χτυπούν από το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής οι καμπάνες στις εκκλησιές σε κάθε γωνιά της χώρας.

Ο κόσμος συρρέει με ευλάβεια και κατάνυξη στους ναούς και σιωπηλά περιμένει στη σειρά, για να ασπαστεί τον Επιτάφιο. Να προσευχηθεί, να γαληνέψει η ψυχή του, να πάρει λουλούδια από τα χέρια νεαρών κοριτσιών, τα οποία σαν αλλοτινές μυροφόρες στέκονται δίπλα στο ιερό κουβούκλιο. Ξενύχτησαν, στολίζοντάς το προσεκτικά, για να φέρει κάτι από την υπέρλαμπρη δόξα του Κυρίου…

Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή Σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω Σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.