Σχετική εικόνα

«Οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση, αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζεν.
Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με» (Λουκ. 18, 39)

Κραυγή λεπρών και τυφλού

Μια κραυγή, αγαπητοί, μια κραυγή ακούγεται στο Ευαγγέλιο της Κυριακής ΙΔ’ Λουκά. Πολλές κραυγές ακούστηκαν όταν ο Χριστός μας ήταν κάτω στη γη. Από πολλά στόματα βγήκαν κραυγές στο πέρασμα του Χριστού. Ήταν κραυγές πόνου και αγωνίας. Σωματικά και ψυχικά υπέφεραν τρομακτικά οι άνθρωποι. Ο πόθος της σωματικής και της ψυχικής σωτηρίας τους έκαιγε. Και γι’ αυτό σαν εμφανίστηκε ο Χριστός στον κόσμο, οι άνθρωποι έτρεξαν κοντά του και με κραυγές ζητούσαν τη βοήθεια του.

Σ’ άλλο σημείο του Ευαγγελίου του Λουκά ακούγεται η κραυγή των δέκα λεπρών. Από μακριά οι δέκα λεπροί φώναζαν, γιατί δεν μπορούσαν να πλησιάσουν κοντά απ’ τη λέπρα: «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς» (Λουκ. 17, 13). Στο παραπάνω Ευαγγέλιο ακούμε άλλη κραυγή. Κάποιος φωνάζει. Κι αυτός από μακριά. Δεν μπορεί να πλησιάσει, αλλ’ ούτε να ιδεί το Χριστό. Είναι τυφλός. Από μακριά κραυγάζει: «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».
Λεπροί και τυφλός ζητούν με αγωνία τη βοήθεια του Χριστού. Πραγματικές οι κραυγές τους, αλλά συγχρόνως και συμβολικές. Είναι οι κραυγές της κοινωνίας, της βρωμισμένης από τη λέπρα κοινωνίας- μιας κοινωνίας σάπιας απ’ το πολύ κακό και την πολλή αμαρτία- μιας κοινωνίας, που ζητά εκείνον που θα την καθαρίσει, θα την ξεπλύνει και θα εξαφανίσει τη βρωμιά, τις πληγές τής αμαρτίας. Και η κραυγή του τυφλού είναι πάλι η κραυγή του κόσμου, που ζούσε μέσα στο σκοτάδι- του αρχαίου κόσμου, που παρ’ όλα τα φώτα του πολιτισμού του, παρέμενε τυφλός όπως και πρώτα. Είναι η κραυγή του κόσμου, που αναζητά το φως.

Κραύγασαν οι λεπροί, και τους άκουσε ο Χριστός και τους καθάρισε. Ο Χριστός είναι αυτός, που με το αίμα του, το τίμιο και πανάγιο, μας καθάρισε και μας καθαρίζει. «Το αίμα Ιησού Χρίστου του υιού του Θεού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α’ Ιωάν. 1, 7).

Κραυγάζει και ο τυφλός, για να τον ακούσει ο Χριστός, που είναι το Φως του κόσμου. Ο Χριστός, αυτός είναι που δημιούργησε το φως, που διέλυσε το αρχέγονο σκοτάδι με την προσταγή του «Γενηθήτω φως» (Γεν. 1, 3). Ο Χριστός, αυτός είναι που χαρίζει σ’ όλους τους ανθρώπους που γεννιώνται το σωματικό φως, αυτούς τους δύο φακούς, με τους οποίους συλλαμβάνουμε όλους τους ερεθισμούς του γύρω κόσμου και απολαμβάνουμε τις ομορφιές της φύσεως. Ο Χριστός, αυτός είναι που είπε κατηγορηματικά: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου- ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ίωάν. 8, 12). Ο Χριστός, αυτός είναι που ήρθε να φέρει το φως, το θείο φως, το φως του λόγου του, τη διδασκαλία του, το φως της νέας ζωής, το φως το ανέσπερο, που φωτίζει πλούσια το δρόμο τής ζωής και οδηγεί στους πάμφωτους κόσμους του ουρανού. Ο Χριστός, αυτός είναι ο ίδιος φως, «ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον» (Ψαλμ. 103, 2). Ο Χριστός, αυτός είναι που ανάβει στις ψυχές το μυστικό φως. Ο Χριστός, αυτός είναι που θα μας κάνει να λάμψουμε στους ουρανούς σαν φώτα, σαν ήλιοι. Ο Χριστός, το φως το αληθινό, που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ίωάν. 1, 9).
Σ’ αυτόν λοιπόν τον Χριστό, την πηγή του φωτός, απευθύνεται ο τυφλός του Ευαγγελίου, ζητώντας το φως. Κραυγάζει: «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».

Φιλαυτία και σκληρότης του κόσμου

Ας σταματήσουμε για λίγο σ’ αυτή την κραυγή. Κι ας παρακολουθήσουμε κάτι παράσιτα, που μπήκαν στη μέση και παρά λίγο να μην έφτανε η κραυγή του τυφλού στ’ αυτιά του Χριστού. Ο τυφλός δεν ήξερε στην αρχή, πως απ’ το μέρος που ζητιάνευε μέσα στην Ιεριχώ περνά ο Χριστός. Άκουσε θόρυβο μεγάλο, φωνές πολλές κοντά του, ένιωσε διαβάτες να περνάνε και ανασηκώθηκε. Άπλωσε τα χέρια, κάποιον ν’ ακουμπήσει, και με αγωνία ρώτησε τι συμβαίνει. Μερικοί βιαστικά – βιαστικά του απαντούν, πως περνά ο Χριστός, μα δεν σταματούν να του εξηγήσουν πολλά πράγματα «Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται».

Του φτάνει αυτό, για να ξεπηδήσει η ελπίδα μέσα του. Είχε ακούσει, πως ο Χριστός κάνει θαύματα και θεραπεύει ανθρώπους πούνε αθεράπευτοι για τους ανθρώπους. Κι όχι απλώς είχε ακούσει, αλλά και είχε πιστέψει. Γι’ αυτό, σαν πήρε την πληροφορία, πως εκείνη την ώρα περνά ο Χριστός, και πως για το πέρασμα του Χριστού γίνεται όλος αυτός ο θόρυβος, αμέσως ανοίγει το στόμα του και δυνατά παρακαλεί: «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Δεν θα τόπε μία φορά μονάχα αυτό. Θα τόπε πολλές φορές.

Κι ο κόσμος, που τον άκουγε να φωνάζει, τι θάπρεπε να κάνουν; θάπρεπε να συγκινηθούν απ’ την κραυγή του, απ’ την αγωνία του, απ’ τη μαύρη δυστυχία που ζούσε. Τι θάπρεπε να κάνουν; θάπρεπε να σταματήσουν, να τον πάρουν με στοργή και να τον οδηγήσουν από το χέρι μπροστά στο Χριστό. Τδκαναν αυτό; Όχι. Αλλά τι έκαναν;

Σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς τι έκαναν. Έκαναν κάτι που έδειχνε σκληρότητα και φιλαυτία.

Είδαν εκείνοι το Χριστό. Τον άκουσαν, τον απήλαυσαν. Δεν νοιάζονται όμως για τον άλλο άνθρωπο, που δεν μπορεί να δει το Χριστό. Έτσι είναι και πολλοί χριστιανοί σήμερα. Γνώρισαν αυτοί το Χριστό. Βρέθηκαν γι’ αυτούς άλλοι, που τους οδήγησαν στο φως του Χριστού. Τώρα όμως αυτοί δεν νοιάζονται για τους άλλους, που ζουν μέσα στο σκοτάδι, μακριά από το Χριστό.

Οι άνθρωποι της Ιεριχούς δεν αρκέσθηκαν μόνο σ’ αυτό, στη φιλαυτία, στο ότι δηλαδή δεν νοιάστηκαν για τον άνθρωπο, να τον πάρουν και να τον φέρουν στο Χριστό. Έκαναν και κάτι άλλο, που έδειχνε σκληρότητα. Τι; «Επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση». Τάχα νοιάζονταν για την ησυχία του Χριστού. Τάχα για να μην ενοχλείται ο Χριστός από τις φωνές του, άρχισαν να τον επιπλήττουν. «Επετίμων», λέει ο Ευαγγελιστής. Φαντασθήτε τώρα σεις τον τρόπο, που θα τον επιτιμούσαν και τι θα τούλεγαν, για να κλείσει το στόμα του.

-Σιωπή! Κλείσε το στόμα σου! Εσένα θ’ ακούμε; Μας ζάλισες με τις κραυγές σου! Δεν νομίζεις πως έγινες πολύ ενοχλητικός; Άντε, σταμάτα τώρα..

Θά ‘πρεπε να οδηγούν προς το Φως

Άνθρωποι λοιπόν, που θάπρεπε να τον οδηγήσουν οι ίδιοι στο Χριστό, τον επιπλήττουν να σταματήσει να μιλάει στο Χριστό. «Επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση». Μα μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει και σήμερα στην κοινωνία; Το φως υπάρχει. Ο Χριστός υπάρχει. Άνθρωποι όμως πολλοί δεν τον γνωρίζουν. Ζουν μακριά, μέσα στο σκοτάδι. Και κάποιος πρέπει να τους φέρει στο Χριστό.

Γονείς, που φέρανε παιδιά στον κόσμο, να δουν το φως του ήλιου, έχουν καθήκον να οδηγήσουν τα παιδιά τους στο Χριστό. Πάνω απ’ όλα, που νομίζουν πως πρέπει να δώσουν στα παιδιά τους, πρέπει να τους δώσουν το φως, να τους δείξουν το Χριστό, να τους μιλήσουν για το Χριστό, να τα οδηγήσουν οι ίδιοι στο σχολείο του Χριστού, στο Κατηχητικό.

Σύζυγος, που έχει γνωρίσει το Χριστό, αν αγαπάει τον άντρα της, πρέπει να τον οδηγήσει στο φως του Χριστού. Τότε η συζυγική ζωή θα είναι αρμονική και αδιατάρακτη.
Αδέλφια, που γνώρισαν οι ίδιοι το Χριστό, πρέπει τα άλλα αδέλφια τους που ζουν μέσα στο σκοτάδι να τα φέρουνε στο φως.

Παιδιά, που ένιωσαν το φως του Χριστού ν’ ακτινοβολεί μέσα τους, έχουν καθήκον να οδηγήσουν τους γονείς τους στο φως.

Τα σχολεία μας θάπρεπε να οδηγούν τα παιδιά στο φως του Χριστού.

Δάσκαλοι, καθηγηταί, γονείς και προ παντός ιερείς του Υψίστου οδηγοί προς το φως θάπρεπε νάνε.

Θέλουν να κλείσουν κάθε στόμα

Συμβαίνει τούτο; Με πολλούς συμβαίνει. Μα και με πολλούς συμβαίνει αυτό που συνέβη με τους ανθρώπους της Ιεριχούς. «Και οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση». Ο κόσμος δεν θέλει ν’ ακούει για Χριστό. Κι αν δει κανένα να μιλάει για Χριστό, προσπαθεί να του κλείσει το στόμα. Πώς συμβαίνει αυτό; Μερικά παραδείγματα θ’ αναφέρω για να το καταλάβετε.

-Ένα παιδάκι χαριτωμένο τού Κατηχητικού με θάρρος μιλούσε παντού για το Χριστό. Μια μέρα φάνηκε μαραμένο. Δεν ήθελε πια να ξαναμιλήσει φανερά για το Χριστό. Είχε χάσει την όρεξη του. Γιατί; Γιατί τα άλλα παιδιά του σχολείου και της γειτονιάς, αλλά και μεγάλοι, άρχισαν να ειρωνεύονται το παιδί και να το κοροϊδεύουν. Δεν ήθελαν ν’ ακούνε το παιδί να μιλάει για το Χριστό. Και το «επετίμησαν» να σιωπήσει μ’ αυτό τον τρόπο, με την ειρωνεία.

-Ένας νέος, τελειόφοιτος τού λυκείου, ήταν μία μέρα στενοχωρημένος. «Τι έχεις;», τον ρώτησα Απάντησε: «Να, χθες το βράδυ είχαμε επεισόδια στο σπίτι. Οι γονείς και τα’ αδέρφια μου, όλοι εναντίον μου. Ο λόγος; Γιατί είχα πάει να παρακολουθήσω μία θρησκευτική ομιλία. Μου είπαν να πάψω να μιλάω για τέτοια πράγματα, γιατί, όπως μου είπαν, ξεμυαλίστηκα. Είσαι νέος, μου είπαν. Βγες και λίγο έξω, πήγαινε και σε κανένα κινηματογράφο και σε κανένα πάρτυ. Όλο για το Θεό και το Ευαγγέλιο του μας μιλάς. Θα πάψης να μιλάς γι’ αυτά τα πράγματα. Τα’ ακούς;… «Επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση».

-Σε κάποιο σπίτι ήταν μαζεμένοι κάτι γνωστοί και φίλοι. Ένας απ’ αυτούς, αντί ν’ ακούγονται ανοησίες και περιττές κουβέντες, έβαλε ν’ ακούσουν απ’ το μαγνητόφωνο μία θρησκευτική ομιλία. Αμέσως ξεσηκώθηκαν όλοι σαν δαιμονισμένοι: «Κλειστό, δεν μπορούμε ν’ ακούμε. Θα το σπάσουμε, αν δεν το κλείσεις…». «Επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση».

-Μέσα σ’ ένα σπίτι μία νέα έχει γνωρίσει το Χριστό. Στην αρχή από ενθουσιασμό μίλαγε σ’ όλους μέσα στο σπίτι για το Χριστό. Διάβαζε δυνατά την Αγία Γραφή, προσευχόταν χωρίς να υπολογίζει τους άλλους. Οι άλλοι, κοσμικοί άνθρωποι, την πίεζαν: «Θα πάψης να μιλάς για τέτοια πράγματα. Δεν μπορούμε να σ’ ακούμε. Όλο με Ευαγγέλια και προσευχές. Κλειστό πια, βούλωσε το». «Επετίμων αυτή ίνα σιωπήση».

Άμα δούνε οι άνθρωποι του κόσμου κανένα να μιλάει ζωηρά για το Χριστό, να κηρύττει φλογερά για την πίστη, ενοχλούνται. Δεν θέλουν ν’ ακούνε. Δεν θέλουν φωνές και κραυγές. «Δεν το βουλώνει…», ακούς και λένε. Και προσπαθούν να κλείσουν το ζωντανό στόμα, απ’ όπου μεταδίδεται η φωνή του ζωντανού Θεού.

Τόσο πιο πολύ…

Ο κόσμος θέλει να κλείσει τα στόματα των χριστιανών. Με ειρωνείες, με πειράγματα, με επιπλήξεις, με απειλές, με διωγμούς, προσπαθεί να σφραγίσει τα στόματα, να μην ακούγεται η φωνή για το Χριστό. Ν’ ακούγονται δυνατά όλες οι φωνές του κόσμου κι όλα τα τραγούδια του κόσμου. Να μην ακούγεται όμως η φωνή των παιδιών του Θεού. Ν’ ακούγονται τα κηρύγματα της αθεΐας, του υλισμού, της διαφθοράς, της αναρχίας. Να μην ακούγεται όμως το ζωντανό κήρυγμα του Θεού. Να διδάσκονται όλα τα μαθήματα τα παιδιά της Ελλάδος. Ένα μάθημα μισούν και θέλουν να το καταργήσουν, το μάθημα για το Θεό και τη θρησκεία. Να σιγήσουν οι σάλπιγγες του Θεού! Αυτός είναι ο στόχος του διαβόλου.

Κι εμείς; Δέστε τι έκανε ο τυφλός. Όσο τον επιτιμούσαν οι άλλοι και τούλεγαν να πάψη να μιλάει, τόσο περισσότερο αυτός φώναζε και κραύγαζε. «Αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζεν, Υιέ Δαβίδ, ελεησόν με». Όσο σεις μου λέτε να μη μιλάω, τόσο εγώ θα μιλάω. Και μίλαγε και κραύγαζε μέχρι που τον κάλεσε ο Χριστός κοντά του και του έδωσε το φως.
Όσο ο κόσμος μισεί το φως, τόσο εμείς θα μιλάμε για το φως. Όσο ο κόσμος σε εμποδίζει και σε επιπλήττει για να μη μιλάς για το Χριστό, τόσο εσύ θα μιλάς για το Χριστό. Μέσα σου θάχης πείσμα Ιερό και πάθος για το Ευαγγέλιο. Μέσα σου θα υπάρχει η απόφαση: «Μίλα για το Χριστό, και μη φοβάσαι…».

Μίλα δυνατά και οδήγει ψυχές στο φως του Χριστού, για ν’ αξιωθείς να λουστείς μία μέρα στο φως του Ουρανού.

ΑΡΧΙΜ. ΔΑΝΙΗΛ ΑΕΡΑΚΗ – «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ»

pigizois.net