Εταιρίες της πήραν «τσάμπα» αεροδρόμια, τον ΟΤΕ, τον ΟΛΘ, εταιρίες start-up, ενώ έχουν στο στόχαστρο ενέργεια, real estate, τουρισμό και αγροτικό τομέα

Από τον Γιώργο Χατζηδημητρίου

Η Γερμανία ήταν η χώρα που επωφελήθηκε περισσότερο από την καθημαγμένη Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης, καθώς όχι μόνο πέτυχε να διασωθούν οι τράπεζές της, με τη μεταφορά του ελληνικού χρέους στον δημόσιο τομέα, όπως έχει παραδεχθεί άλλωστε ακόμη και ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, αλλά βρήκε την ευκαιρία να αγοράσει ένα προνομιακό οικόπεδο σε τιμές ευκαιρίας.

Τα τρία Μνημόνια, τα οποία σύρθηκε να υπογράψει η αδύναμη πολιτική ελίτ, υποτίθεται ότι αποσκοπούσαν στην αναδιοργάνωση της οικονομίας και την αντικατάσταση του παρασιτικού επιχειρηματικού μοντέλου που αναπτύχθηκε γύρω από κρατικές προμήθειες και θαλασσοδάνεια, και το οποίο τροφοδότησε την αναίδεια ενός ευτελούς ήθους που πλούτισε χωρίς κόπο. Στην πραγματικότητα, και μάλιστα προτού καν η κρίση μάς χτυπήσει την πόρτα, οι γερμανικές πολυεθνικές πρόλαβαν και η Ελλάδα υποχρεώθηκε να βγάλει στο σφυρί νευραλγικές επιχειρήσεις, ξεπουλώντας ουσιαστικά στους Γερμανούς τη στρατηγική δυνατότητα της χώρας να διαμορφώνει τη μοίρα της με εθνικούς όρους.

Κορυφαίο παράδειγμα, η εξαγορά σε δύο φάσεις του ΟΤΕ μαζί με την Cosmote και την αλυσίδα Γερμανός -ο οποίος, όπως και οι ελληνικές τράπεζες, είχε ισχυρή παρουσία σε όλα τα Βαλκάνια- από την Deutsche Telekom.

Η πώλησή του, σε τιμές χαμηλότερες της αγοράς, δεν απέφερε ουσιαστικά κέρδη στην ελληνική οικονομία, ενώ μετέφερε το κέντρο των αποφάσεων στη Γερμανία, που άπλωσε την καταθλιπτική κυριαρχία της πάνω από την Ελλάδα. Η γερμανική παρουσία στον ελληνικό επιχειρηματικό χώρο απέκτησε φτερά από τη στιγμή που η Fraport A.G., που επιδιώκει να αναδείξει τη Φρανκφούρτη -όπου εδρεύει- σε παγκόσμιο αεροπορικό κόμβο, ανέλαβε αντί 1,2 δισ. ευρώ (και αυτά τμηματικά) τη διαχείριση των 14 ελληνικών περιφερειακών αεροδρομίων.

Επόμενο βήμα της στρατηγικής τους για τον έλεγχο των αιθέρων της χώρας είναι η κάθοδος στον διαγωνισμό για την πώληση του 30% των δημόσιων μετοχών στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», προκειμένου να ελέγχουν και τον κεντρικό αερολιμένα της. Προηγουμένως, μέσω κοινοπρακτικού σχήματος, το γερμανικό επενδυτικό κεφάλαιο Deutsche IEP (με 47%), από κοινού με την Terminal Link, θυγατρική του γαλλικού ναυτιλιακού κολοσσού CMA CGM (με 33%), και την Belterra Investments, συμφερόντων Ι. Σαββίδη (με 20%), πάτησε πόδι στον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης τον περασμένο Μάρτιο αντί μόλις 231.926.000 ευρώ, με στόχο τη δημιουργία εμπορευματικών κέντρων στα Σκόπια και στη Βουλγαρία.

Εντονο, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, είναι και το ενδιαφέρον των Γερμανών παραγωγών ενέργειας για τα υδροηλεκτρικά της ΔΕΗ – άλλωστε έχουν ήδη εγγράψει υποθήκες, καθώς οι πρώτες εταιρίες που επωφελήθηκαν από την ανάπτυξη των ΑΠΕ (φωτοβολταϊκά και αιολική ενέργεια) στη χώρα μας ήταν γερμανικές.

Στο στόχαστρο των Γερμανών έχει μπει δυναμικά και το ελληνικό real estate. Ειδικά την τελευταία πενταετία οι Γερμανοί σαρώνουν τη χώρα αναζητώντας ευκαιρίες στον τομέα της παραθεριστικής κατοικίας, καθώς και της αγοράς μεγάλων ξενοδοχείων και εκτάσεων για τουριστικές αναπτύξεις. Συνακόλουθα, ενδιαφέρονται για τον αγροδιατροφικό τομέα. Αίφνης, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα η γερμανική Hochland, η οποία ήταν φανατική πολέμιος στην προσπάθεια κατοχύρωσης της φέτας ως ΠΟΠ, εξαγόρασε το 25% της Greek Family Farm – Κτηνοτροφική Μαγνησίας Συνεργαζόμενες Εκμεταλλεύσεις Α.Ε.

Τον βαθμό γερμανικής διείσδυσης στην ελληνική οικονομία επιβεβαιώνουν και οι κινήσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση (διαχείριση σκουπιδιών), αλλά και σε ελληνικές start-up και εταιρίες εφαρμογών (π.χ., Taxibeat και το δημοφιλές Quizdom). Τελευταίο «χτύπημα», η εξαγορά της Deliveras.gr από τον γερμανικό κολοσσό Delivery Hero, ο οποίος στην Ελλάδα ελέγχει σχεδόν το σύνολο της αγοράς των εφαρμογών παραγγελιών μια και το 2015 είχε εξαγοράσει την κορυφαία του χώρου e-food.gr. Πέραν τούτων, από το 2010 και τα περιβόητα «πακέτα διάσωσης», η «φίλη χώρα» κατά Μέρκελ έχει αποκομίσει συνολικά περί τα 3 δισ. ευρώ από τους τόκους των ελληνικών κρατικών ομολόγων.

Πρόκειται για αποκρουστική τακτική «σαράφη» και το περιέγραψε με ενοχλητική ακρίβεια ο οικονομολόγος των Πράσινων για θέματα προϋπολογισμού Ζβεν Κρίστιαν Κίντλερ, σχολιάζοντας δηκτικά: «Μπορεί μεν να είναι νόμιμο η Γερμανία να κερδίζει χρήματα από την κρίση στην Ελλάδα, δεν νομιμοποιείται όμως μέσα από το ηθικό πρίσμα της αλληλεγγύης. Δεδομένων των κερδών αυτών πρέπει να ελαφρυνθεί το ελληνικό χρέος. Σε αντίθεση με όλους τους δεξιούς μύθους, η Γερμανία κέρδισε σημαντικά από την κρίση στην Ελλάδα. Δεν μπορεί να εξυγιαίνει τον γερμανικό προϋπολογισμό η κυβέρνηση με ελληνικά κέρδη από τόκους».

Βεβαίως, τα κέρδη της Γερμανίας δεν περιορίστηκαν σε αυτό το… πενιχρό ποσό. Κάθε φορά που τα νέα από την Ελλάδα ήταν ανησυχητικά -και αυτό συνέβαινε πολύ συχνά χάρη σε καθημερινά δημοσιεύματα που αναπαρήγαν άθλια φυλετικά στερεότυπα εις βάρος των Ελλήνων- τα γερμανικά επιτόκια επωφελούνταν άμεσα, καθώς η πλειονότητα των κεφαλαίων αναζητούσε τη θαλπωρή μιας οικονομίας χωρίς αναταράξεις, όπως η γερμανική.

Στα 368 δισ. € το κέρδος του Βερολίνου

Την ώρα που το κραταιό δίδυμο Μέρκελ – Σόιμπλε διαμαρτυρόταν ότι η πολιτική επιτοκίων της ΕΚΤ εφαρμοζόταν σε βάρος των φίλεργων Γερμανών για να κάνουν πάρτι οι ακαμάτηδες του ευρωπαϊκού Νότου, η γερμανική κεντρική τράπεζα (Bundesbank) υπολόγιζε ότι η Γερμανία στα χρόνια της κρίσης (ομοσπονδιακή κυβέρνηση, τα 16 κρατίδια, δήμοι και ταμεία κοινωνικής ασφάλισης) κέρδιζε περίπου 368 δισ. ευρώ, καθώς χάρη στα χαμηλά επιτόκια κατέβαλε πολύ λιγότερα χρήματα από τα προβλεπόμενα για την εξυπηρέτηση του χρέους της. Η φαιά ιδεολογία των «ισοσκελισμένων προϋπολογισμών» δεν μεταφράστηκε φυσικά σε κοινωνικές παροχές και επενδύσεις στην ίδια τη Γερμανία.

Η επιμονή της γερμανικής ελίτ σε ένα εξαγωγικό μοντέλο που βασίζεται στον μισθολογικό αποπληθωρισμό μετακύλησε το κόστος στους Γερμανούς φορολογουμένους. Σε αντιστάθμισμα, η κοινή γνώμη αποκοιμήθηκε εκτονωτικά με τον μύθο των τεμπέληδων Ελλήνων, τον οποίο σιγοντάρισαν με το αζημίωτο και κάποιες εγχώριες φωνές. Τέσσερα χρόνια και οκτώ μήνες από την προηγούμενη φορά η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ επισκέφθηκε ξανά τον τόπο του… εγκλήματος, διαβεβαιώνοντας, μάλιστα, ότι η Ελλάδα «μπορεί να συνεχίσει να βασίζεται στην εταιρική σχέση και στη φιλία της με τη Γερμανία».

Στο λυκόφως της πολυκύμαντης διαδρομής της -από τα συντρίμμια της «σοσιαλιστικής» δεσποτείας έως το στιλβωμένο τιμόνι της Ε.Ε.- η καγκελάριος θυμίζει πλέον παρακμιακή καλλιτέχνιδα που εκδράμει για τις τελευταίες αρπαχτές στην επαρχία…

ΠΗΓΗ