Στίς μέρες μας πού «ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία», ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. ε´, 20), ὁ Θεὸς ἀνέδειξε μεγάλους ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν καταφύγιο τῶν πονεμένων καί δυσκολεμένων χριστιανῶν, δηλαδή ἔγινε αὐτό πού στή συνέχεια σημειώνει ὁ Ἀπόστολος «ὑπερ­επερίσσευσεν ἡ χάρις».

Μία ἀπό τίς ἅγιες καί χαρισματικές μορφές τῶν ἡμερῶν μας εἶναι καί ὁ μακαριστός κληρικός τῆς περιοχῆς μας παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης. Τόν ἅγιο αὐτό ἱερέα οἱ μεγαλύτεροι στήν ἡλικία συντοπίτες μας τόν θυμοῦνται πού κατέβαινε ἀπό τό χωριό του, τόν Πλάτανο, στά Τρίκαλα, κυρίως τή Δευτέρα, ὄχι μόνον γιά τίς ἀνάγκες τῆς οἰκογενείας του ἀλλά καί γιά τίς ὑλικές καί πνευματικές ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του…

Οὐράνιαι ἐμπειρίαι καί ἐπεμβάσεις

Ὅπως ἀποκάλυψαν δικά του πρόσωπα μετά τήν κοίμησή του, εἶδε στή ζωή του ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ, τῶν ἁγίων Ταξιαρχῶν καί ἄλλων ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Σημειώνουμε μερικά ἀπό αὐτά πού ἀναφέρονται.

-Ένα βράδυ ἐνῶ ἀναπαυόταν στό φτωχό σπίτι του ἦλθε ἕνας γέροντας καί τόν ξύπνησε, λέγοντάς του: «σήκω, παιδί μου, γρήγορα, τό σπίτι θά πέσει». Ξανά, δεύτερη φορά, τόν ξύπνησε. Καί στό τέλος, τόν ξύπνησε κανονικά. Βγαίνουν ἀπό τό σπίτι κι ἀμέσως τό σπίτι ἔπεσε! Ὁ γέροντας ἦταν ὁ ἅγιος Νικόλαος. ῾Υπάρχει στό χωριό ναός ἀφιερωμένος στόν ἅγιο Νικόλαο. Αὐτός ἦρθε καί τόν προστάτευσε.

-Τήν περίοδο τοῦ ἐμφυλίου πολέμου πέρασε πολλές δοκιμασίες. Ὁ παπα-Δημήτρης ἐπειδή ὁμολογοῦσε τήν πίστη του καί μιλοῦσε γιά τήν ἀξία τῆς οἰκογένειας καί τῆς πατρίδας τόν ἔβαλαν στό στόχαστρο, τόν ἀπείλησαν, τόν ἀποκήρυξαν καί πολλές φορές ἀποπειράθηκαν νά τόν σκοτώσουν κι ὅλο σωζόταν.

-Γράφει ὁ ἴδιος: «Ὅταν στίς 20 ᾽Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωί, κτύπησα τήν καμπάνα, μᾶς περιεκύκλωσεν ἀντάρτικος στρατός. Στό χωριό μας ἦταν ὁμάδα ἐθνική καί γι᾽ αὐτό ἤθελαν νά μᾶς ἐξοντώσουν. Ἄρχισαν νά ρίχνουν πυρά τους γιά φοβερισμό. Ἐγώ μόλις εἶχα μπεῖ στήν Ἐκκλησία, ἔκαμα τόν σταυρό μου, παρεκάλεσα τόν ἅγιο Νικόλαο καί φεύγω. Ἐκεῖνοι ἀπό τό φυλάκιο ρίξανε ἄφθονες σφαῖρες μέ τό πυροβόλο, καμία τους δέν μέ ἐκτύπησε. Ἀκολούθησα ἕνα ρέμα, τά ἀμπέλια καί ἔχασαν τά ἴχνη μου. Ἐπήγαινα πρός τό χωριό Βασιλική πού εἶχε ἐθνικό στρατό καί ὁμάδα, γιά νά φυλαχθῶ. Κοντά στά σύνορα τῶν δύο χωριῶν, Ριζώματος – Βασιλικῆς μέ ἔφτασαν. Εἶχαν διατάξει 10 ἱππεῖς καί μέ τόν ἀρχηγό νά μέ πιάσουν. Μέ κυνηγοῦσαν, ἔβριζαν καί ἔρριχναν μέ τά Στέν, χωρίς νά μποροῦν νά μέ φονεύσουν. Οἱ σφαῖρες τρύπαγαν τά ράσα. Μέ πλησίασαν καί μέ περιεκύκλωσαν στά 50 μέτρα γύρω – γύρω, φωνάζοντας: κερατά, τράγο, ποῦ θά πᾶς; (μέ ἔβριζαν ἐλεεινά). Ἐγώ εὑρισκόμενος ἐν μέσῳ κινδύνου, ἐσήκωσα τά χέρια πρός τόν οὐρανό καί ἐφώναξα ἀπό τό βάθος τῆς ψυχῆς: Μιχαήλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε με, κινδυνεύω. Ὤ τοῦ θαύματος! Σάν ἀστραπή παρουσιάσθη ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ εἰς τόν ἀρχηγό. Εἶδα ἕνα νέο μέ σπαθί, πού ἔκοψε τά σχοινιά ἀπό τήν σέλα τοῦ ἀλόγου, τόν ἔρριξε κάτω καί τόν ἔσπασε τήν σπονδυλική στήλη. Οἱ ὑπόλοιποι ἔμειναν ἀκίνητοι, ὡσάν νά τούς εἶχε κτυπήσει ἠλεκτρισμός. Ἀκούω μιά φωνή, ἦταν τοῦ ἀρχηγοῦ τους, νά λέγει: Ἔχεις ὅριο ζωῆς καί ὑψηλούς προστάτας. Εὐχαριστῶ, τούς ἀπήντησα. Τούς συγχώρησα καί τούς εὐχήθηκα ὁ Θεός νά τούς φωτίσει, νά μετανοήσουν καί νά γίνουν καλοί ἄνθρωποι. Νά λέτε τήν ἀλήθεια, τούς εἶπα, γιά νά ἔχετε τόν Θεό βοήθεια καί ἔφυγα σιγά-σιγά γιά τόν προορισμό μου».

-Διηγοῦνταν: -Τήν 18η Αὐγούστου 1959 ἐνῶ λειτουργοῦσα στούς Ταξιάρχες στίς 4 τά ξημερώματα, μόλις πλησίασα τήν Ὡραία Πύλη, βλέπω στό ἀριστερό μέρος ἕνα εὔμορφο παιδάκι νά μέ ἀκολουθεῖ. Αὐτό ἀργότερα χάθηκε σά σκιά καί ἀκούστηκε ἕνας κρότος πάνω ἀπό τήν κανδήλα τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νά σείεται μέχρι τό τέλος τῆς Λειτουργίας.

-Τήν 1η ᾽Ιουνίου 1963 λειτούργησα στήν ἱερά μονή τῆς ῾Αγίας Τριάδος Μετεώρων. Κατά τήν ὥρα τοῦ χερουβικοῦ ἡ ῾Αγία Τράπεζα ἔβγαλε ἄρωμα, γιατί ἐκεῖ ἦταν κι ἕνα μικρό κουτάκι μέ λείψανα ῾Αγίων. Ἔβγαινε ὡς ἕνας μικρός στῦλος καπνοῦ, πού εὐωδίαζε ὅλος ὁ ναός. ῏Ηταν κατανυκτική ἡ λειτουργία, δέν περιγράφεται. Ναί, ἡ Θρησκεία μας φωνάζει ὅτι εἶναι ζωντανή.

-῞Ενα ἀπόγευμα περνοῦσα ἀπό τήν πλατεῖα τοῦ χωριοῦ καί πήγαινα στό σπίτι μου. Βλέπω στό καφενεῖο πολλούς ἄνδρες, ἄλλοι πίνανε κρασί, ἄλλοι χαρτοπαίζανε. Οἱ δαίμονες ἦταν γύρω – γύρω πάνω στά κεφάλια τους, σ᾽ ἕνα μάλιστα ἦταν σάν ἀρκούδα.

-Τελειώνουμε μέ τό ἀκόλουθο γεγονός: ῞Ενα βράδυ ἔκανε τούς χαιρετισμούς τῆς Παναγίας στήν ἐκκλησία τῶν Ταξιαρχῶν. Ἐνῶ στέκονταν μπροστά στήν Ὡραία Πύλη κοίταζε πρός τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ τέμπλου καί ἔψαλε τό «Θεοτόκε Παρθένε …» παρουσιάστηκε μία γυναίκα, ἡ ὁποία τόν ἔπιασε ἀπό τό χέρι καί τόν γύρισε ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, ὅπου βρίσκεται τοιχογραφημένη ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καί ἐξαφανίσθηκε. Αὐτό τό ἐξήγησε ὅτι ἦταν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ γιά τό Οὐράνιο Δεῖπνο, πού τοῦ ἑτοίμαζε….

*απόσπασμα από το κείμενο

πηγή: aktines.blogspot.com