Αποτέλεσμα εικόνας για ευλογει η ψυχη μου τον κυριο

Aνάμεσα στους ψαλμούς του Δαβίδ είναι και οι λεγόμενοι ευχαριστηριακοί ή δοξολογικοί. Κάθε Χριστιανός αισθάνεται την ψυχική ανάγκη να ευχαριστεί τον Θεό για ό,τι καλό του έκανε, ή για ό,τι κακό δεν του συνέβη.

Κάνοντας αυτές τις σκέψεις βρισκόμενος σε κάποιο χωριό και συζητώντας με μια ευγενική ψυχή που πέρασε κάποιες σοβαρές δυσκολίες και περνούσε κάτι άλλες, μου είπε πολλές φορές “δόξα τω Θεώ”. Το έλεγε και το πίστευε. Μετά δυο-τρεις ημέρες, ξεφυλλίζοντας μια αθηναϊκή εφημερία, είδα ένα ολοσέλιδο άρθρο πλαισιωμένο και κοσμούμενο από τρεις φωτογραφίες δύο πανηγυριζόντων ναών και μια ενός Μοναστηριού του Αγίου Όρους και με τίτλο «Αξίζει να λέμε “Δόξα τω Θεώ;”»

Θα ήθελα αντί εμού να το μεταφέρω κάπως περιληπτικά, λόγω χώρου, για να ακουσθεί και μια άλλη φωνή. Ήδη στην αρχή αναφέραμε ένα κομμάτι από τον 102 ψαλμό του Δαβίδ, που ανήκει στον λεγόμενο “εξάψαλμον” του Όρθρου.

Και ερχόμαστε στο άρθρο: «…Την τόσο βαθιά και ιερή αυτή φράση την αναφέρουμε συχνά και μάλιστα, όταν η υγεία μας ή η δουλειά μας, πάνε καλά, οι περιστάσεις μας είναι ευνοϊκές ή οι σχέσεις μας με άλλους πηγαίνουν καλά, όλα όπως επιθυμούμε. Και θα πρέπει τότε να εννοούμε τι λέμε, να το αισθανόμαστε και όχι να επαναλαμβάνουμε μια φράση από συνήθεια ή τυπικισμό, ασυναίσθητα…

Δοξάζουμε τον Θεό σημαίνει ότι γνωρίζοντας και αναγνωρίζοντας τη φιλανθρωπία και αγαθότητά Του και τη φροντίδα Του για εμάς -ο καθένας ατομικά για τον εαυτό του- Τον θεωρούμε ανώτερον από τον εαυτό μας, δίνουμε την υψίστη τιμή σ’ Αυτόν ως δημιούργημά Του, που είμαστε προς εκείνον, ο οποίος είναι ο Δημιουργός μας. Τον τοποθετούμε πάνω από τον εαυτό μας, πάνω από κάθε επιδίωξή μας, πάνω από κάθετι το ανθρώπινο.

…Γιατί η αγάπη Του και η αγαθότητά του για εμάς τους ανθρώπους είναι άπειρη και απερίγραπτη. Πιστεύουμε και παραδεχόμαστε για τους εαυτούς μας την αγάπη του Θεού και έτσι τον μεγαλύνουμε, το οποίο σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε για τον εαυτό μας το μεγαλείο Του και του δίνουμε την ανώτερη θέση στην καρδιά μας.

Πιστεύουμε και παραδεχόμαστε για τους εαυτούς μας την αγάπη του Θεού Πατέρα για εμάς τα πλάσματά Του, οι οποίοι μπορούμε να είμαστε και παιδιά Του, όπως αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη (α’ 12). Γι’ αυτή Του την αγάπη τον δοξάζουμε, δηλ. τον ευχαριστούμε και τον ευχαριστούμε και το ευγνωμονούμε.

Δοξάζουμε τον Θεό σημαίνει ακόμη ότι επιζητούμε τη δική Του δόξα, τόσο με την πρακτική μας ζωή ως αληθινοί Χριστιανοί, όσο και με το να κάνουμε γνωστή και σε άλλους την αγάπη και τη χάρη Του που μας δίνει διά του Χριστού.

Ακόμη δοξάζουμε τον Θεό σημαίνει εκφράζουμε τη λατρεία μας προς Αυτόν ως τον μόνο αληθινό Θεό… χαρίζοντάς μας από τώρα την αιώνιο ζωή, όπως αναφέρει ο αψευδής λόγος Του και ο οποίος Θεός δικαιούται της λατρείας μας, ως ο μόνος αληθινός Θεός.
Και επίσης η φράση αυτή «δόξα τω Θεώ» ειπωμένη με πίστη και επίγνωση σημαίνει ότι εκφράζουμε στον Θεό την αγάπη μας την οποία ο ίδιος «εκχέει μέσα στην καρδιά μας» (Ρωμ. Ε’ 5), αφού επίσης σ’ αυτήν αναφέρεται ότι «…Μας αγάπησε πρώτος» (Α’ Ιωαν. δ’ 19), διότι εμείς λόγω της ξεπεσμένης μας φύσης ήταν αδύνατον να τον αγαπήσουμε.

Όμως για να μπορέσουμε ευσυνείδητα να λέμε «δόξα τω Θεώ», πρέπει να καθαριστεί το πνεύμα μας από ιδέες και αντιλήψεις, που μας δίνουν μια παρεξηγημένη ιδέα περί του Θεού και δημιουργούν αμφιβολίες για την αγάπη και τη δικαιοσύνη Του. Η αγάπη Του και ο χαρακτήρας του Θεού εκτίθενται στην Αγία Γραφή. Ο Θεός μάς αποκαλύπτει ότι μάς δημιούργησε όμοιους με τον εαυτό Του, με προορισμό, να ζούμε σ’ όλη την αιωνιότητα μαζί Του ευτυχισμένοι. Πιστεύοντας αυτό, Τον δοξάζουμε τώρα και στην αιώνια παρουσία Του θα μας δοξάσει και Εκείνος, όπως μας υπόσχεται.

Δίνουμε λοιπόν, με την συγκατάθεση της συνείδησής μας και του πνεύματός μας δόξα στον Θεό για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, όπου με όλη την ανθρώπινη αδυναμία σκιαγραφήθηκε κάπως το πρόσωπο του Δημιουργού – Σωτήρα και ο χαρακτήρας Του και με όλη αυτή την επίγνωση καταλήγουμε ότι πραγματικά αξίζει να δοξάζουμε τον Θεό».

«Δόξα τω Θεό»: Ένα χρέος μας προς τον φιλάνθρωπο Θεό – Πατέρα μας για ό,τι ευχάριστο ή δυσάρεστο αντιμετωπίζουμε, φθάνει να γίνεται το θέλημά Του. Μια αναγκαιότητα της χριστιανής ψυχής μας για ύμνο και δοξολογία προς ό,τι πιο πολύ και πάνω από όλα αγαπάμε, δηλ. τον Πατέρα και Θεό μας.

* ιεροκήρυκα της Ι.Μ. Κισάμου και Σελίνου

ΠΗΓΗ