Δεν ενδιαφέρει  τον Ρωμηόν τί λέγουν οι ξένοι δι’αυτόν, διότι τα κριτήριά του είναι ρωμαίϊκα.

            Ο Γραικός αγωνίζεται να βρεθή εις  θέσιν να διατυμπανίζη τι καλά λέγουν οι ξένοι δι αυτόν, δια  να αποδείξη  την αξίαν  του, διότι  τα κριτήριά του δεν είναι ρωμαίϊκα αλλά ευρωπαϊκά, ρωσικά και αμερικάνικα.

            Ο Ρωμηός είναι σκληρός και ελεύθερος και  ουδέποτε αφελής. Και όταν το σώμα του ή τα συμφέροντά του σκλαβωθούν, κάμνει ελιγμούς και υποκρίνεται αναλόγως των περιστάσεων, δια να παραμείνη με την ευφυΐαν του όσον το δυνατόν πλέον ελευθέρα η Ρωμηοσύνη του. Με υπερηφάνειαν τον Καραγκιόζη κάμνει και πάντοτε αδούλωτος αετός της Ρωμηοσύνης  παραμένει.

            Ο Νεογραικισμός αρκετά εζημίωσε το Ρωμαίϊκον  με την λεγομένην ξενομανίαν του, η οποία είναι εις την πραγματικότητα δουλοπρέπεια εις τα αφεντικά του.

            Ακριβώς επειδή  οι  Νεογραικοί είναι  διηρημένοι  μεταξύ των αφεντικών των, συμπεριφέρονται ο ένας  Γραικύλος προς τον άλλον Γραικύλον ωσάν τα αφεντικά των. Οι Γραικύλοι των Ρώσων φέρονται  προς τους Γραικύλους των Αμερικανών ως οι Ρώσοι προς Αμερικανούς και τάνάπαλιν. Το ιδιον κάμνουν οι Γραικύλοι των Φραντσέζων, ΄Αγγλων, Γερμανών κ.λ.π

            Διά τούτο παρατηρείται το περίεργον  φαινόμενον  να ερωτεύεται ο Γραικύλος τον Ρώσον  φίλον  του και να μισή τον  Γραικύλον των Αμερικανών και τάνάπαλιν.

            Το παράδοξον είναι ότι  έκαστος θεωρεί  τον άλλον Γραικύλον εχθρόν και προδότην του έθνους.

            Εξ απόψεως όμως Ρωμηοσύνης οι Γραικύλοι είναι όλοι προδόται.

            Τούτο όμως δεν σημαίνει  ότι ο Ρωμηός αποφεύγει τας συμμαχίας. Όχι. Όνειροπόλος και αφελής δεν είναι. Αλλά ουδέποτε γίνεται  πνευματικώς ή σωματικώς δούλος του συμμάχου. Γίνεται σύμμαχος πιστός εις τα συμπεφωνημένα αλλά ιδεολογικώς αδέσμευτος.

            Τούτο  όμως δεν σημαίνει   πάλιν ότι δέχεται μόνον τα ρωμαίϊκα και τίποτε το ξένον. Δέχεται ο,τιδήποτε το καλόν και  το κάμνει ρωμαίϊκον.΄Όπως γίνεται σύμμαχος με όποιον συμφέρει εθνικώς, κατά τον ίδιον τρόπον αποκτά όλα όσα χρειάζονται από την σοφίαν των επιστημόνων του κόσμου, αλλά τα προσαρμόζει  εις τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν του. Ουδέποτε συγχέει τας θετικάς επιστήμας με τον πολιτισμόν, αφού γνωρίζει ότι και  ο βάρβαρος δύναται να έχη ή να αποκτήση και να προαγάγη τας θετικάς επιστήμας, δια να χρησιμοποιήση αυτάς εις την υποδούλωσιν και καταστροφήν των ανθρώπων.

            Δια τούτο ο Ρωμηός γνωρίζει ότι είναι πνευματικός ηγέτης και εις αυτούς που είναι ως τεχνοκράται  και  ως οικονομική δύναμις ηγέται.

            Aλλά οι Νεογραικοί έχουν τόσον πολύ συνηθίσει  να συγχέουν  το τεχνοκρατικόν και το οικονομικόν στοιχείον  με την πνευματικήν ηγεσίαν, ώστε δεν αντιλαμβάνονται  πλέον το γεγονός ότι η Ρωμηοσύνη είναι σήμερον πολιτιστικός ηγέτης εκατομμυρίων ανθρώπων εκτός της Ελλαδίτσας των.

            Ο Γραικύλος νομίζει ότι τοιαύτην ηγεσίαν είχον μόνον οι  αρχαίοι Έλληνες  και φαντάζεται τον εαυτόν του ως τον φύλακα των ερειπίων αυτών. Θεωρεί συνεχιστάς και ηγέτας του πολιτιστικού έργου των αρχαίων Ελλήνων τους Ευρωπαίους. Δεν είναι  εις θέσιν  να καταλάβη  ότι μόνον η Ρωμηοσύνη είναι  συνεχιστής  και ηγέτης του Ελληνικού πολιτισμού. Δια τούτο ο Γραικύλος είναι ο κύριος συντελεστής εις την καλλιέργειαν του δουλοπρεπούς φρονήματος του νεογραικικού εν Ελλάδι πνεύματος. Ο Γραικύλος έχει εμπιστοσύνην όχι εις τον εαυτόν του αλλά μόνον εις τα ξένα αφεντικά του.

            Ναι μεν ο Ρωμηός έχει  απόλυτον πεποίθησιν εις την Ρωμηοσύνην του, αλλά ούτε φανατικός ούτε μισαλλόδοξος είναι και ούτε έχει καμμίαν ξενοφοβίαν. Αντιθέτως  αγαπά τους ξένους ουχί όμως αφελώς.

            Τούτο διότι γνωρίζει ότι ο Θεός  αγαπά όλους τους ανθρώπους και όλας τας φυλάς και όλα τα έθνη χωρίς διάκρισιν και χωρίς προτίμησιν. Ο Ρωμηός γνωρίζει ότι η Ρωμηοσύνη του κατέχει την αλήθειαν και είναι η υψίστη μορφή των πολιτισμών. Αλλά κατανοεί άριστα το γεγονός  ότι ο Θεός αγαπά τον Ρωμηόν, όχι όμως περισσότερον από τους άλλους. Ο Θεός αγαπά τον κάτοχον  της αληθείας αλλ΄εξίσου αγαπά τον κήρυκα του ψεύδους. Αγαπά τον άγιον, αλλά αγαπά εξ ίσου ακόμη και τον διάβολον.

            Διά τούτο η Ρωμηοσύνη  είναι αυτοπεποίθησις, ταπεινοφροσύνη, και φιλότιμον και όχι κίβδηλος αυτοπεποίθησις, ιταμότης και εγωϊσμός. Ο ηρωϊσμός της Ρωμηοσύνης είναι αληθής  και διαρκής κατάστασις του  πνεύματος και όχι αγριότης, βαρβαρότης και αρπακτικότης.

                                              Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης

                                                                     Τη 14η Σεπτεμβρίου 1974

                                                               Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης

πηγή: enromiosini