«Τί θὰ σᾶς χρησίμευε νὰ εἴχατε μερικὰ ἰδεώδη;». Φαντασθεῖτε νὰ δινόταν ἕνα τέτοιο θέμα στὶς πανελλαδικὲς ἐξετάσεις. Ἕνα μούδιασμα ποὺ δὲν θὰ ἐμοίαζε μὲ κανένα προηγούμενο θὰ ἁπλωνόταν ἀρχικὰ στὶς αἴθουσες.

Θὰ κρατοῦσε ὅμως λιγότερο ἀπ’ ὅσο θὰ ὑπέθεταν οἱ ἀνήσυχοι κηδεμόνες. Πολὺ γρήγορα οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς διαγωνιζόμενους θὰ ἔβαζαν σὲ ἐφαρμογὴ τὸ σχέδιο ἐκτάκτου ἀνάγκης ποὺ ἔχει πάντοτε στὴ διάθεσή της ἡ νεολαία, ὅταν βρίσκει τὰ σκούρα: κάνει αὐτὸ ποὺ νομίζει ὅτι θὰ ἱκανοποιοῦσε τοὺς κριτές της.

Ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν μαθητῶν θὰ ἔγραφε γιὰ τὸ πόσο καλὰ εἶναι νὰ ὑπάρχουν ἰδεώδη στὸν κόσμο καὶ θὰ στόλιζε τὰ λόγια της μὲ ἐπίθετα ποὺ θὰ πάσχιζαν νὰ σκαρφαλώσουν στὸ ὕψος τοῦ θέματος. Ἐκεῖ θὰ τελείωνε τὸ ζήτημα. Ὅπως καὶ ἄλλες φορὲς ἡ κούφια ρητορικὴ τῶν ἐξεταστῶν θὰ πληρωνόταν μὲ τὴν πονηριὰ τῶν ἐξεταζομένων. Ὡραία λογάκια, διακοσμητικά, ἐξευγενισμένα, γιὰ νὰ ἀρέσουν στοὺς μεγάλους, ὅπως συμβαίνει κι ἀλλοῦ, γιὰ παράδειγμα, στὴ λεγόμενη Βουλὴ τῶν Ἐφήβων, ἢ καὶ… στοὺς «ἀγῶνες ἐπιχειρηματολογίας» ποὺ ὀργανώνονται σὲ κάποια σχολεῖα.

Ἀπ’ ὅλες αὐτὲς τὶς δῆθεν τελετουργίες ἐκεῖνο ποὺ μένει συνήθως στοὺς νέους δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ μία αἴσθηση ὅτι ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνουν τὰ λόγια τόσο περισσότερο γεμίζουν μὲ σκέτο ἀέρα. Δὲν φταῖνε βέβαια αὐτοὶ ποὺ ἀποκομίζουν μία τέτοια ἐντύπωση. Δὲν εἶναι τὰ παιδιὰ ὑπεύθυνα γιὰ τὸ ὅτι ἐπικράτησε παντοῦ γύρω του ἡ ἄποψη ὅτι ἰδανικὸ εἶναι γενικὰ κεῖνο ποὺ δραπετεύει ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.

Μιλᾶμε γιὰ «ἀξιοπρέπεια»; Τὴν ἐννοοῦμε σὰν ἕνα ἀποτράβηγμα κάποιων ὑπερεύθικτων ἀπὸ τὸν πολτὸ ποὺ σχηματίζουν οἱ ὑπόλοιποι. Μιλᾶμε γιὰ «ἀκεραιότητα»; Τὴ ζωγραφίζουμε σὰν μία αὐστηρότητα καὶ μαζὶ σὰν κάποια ἔλλειψη διαλλακτικότητας, μέσα στὴν ὁποία ὀχυρώνεται κάποιος γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν ἑσμὸ ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐμπορεύονται τὶς ἀπόψεις τους, ποὺ συναλλάσσονται σὲ ὅλα, ποὺ κάνουν σκόντο σὲ κάθε ἀξία.

Σὲ δυσπρόσιτες ἀετοφωλιές!

Ἀλλὰ ἂν εἶναι αὐτὰ τὰ ἰδεώδη, ἂν κλείνονται τόσο πολὺ μέσα στὶς δυσπρόσιτες ἀετοφωλιές τους, γιατί νὰ ἕλκουν ἕνα πλάσμα ποὺ μπαίνοντας στὴ ζωή, ἀντιλαμβάνεται γρήγορα πὼς ἐδῶ κάτω ὅλα ἀναμειγνύονται μεταξύ τους καὶ πῶς ἀπ’ αὐτὴ τὴ μείξη ἀκριβῶς βγαίνει ἡ ἴδια ἡ γεύση τῆς ζωῆς; Πικρή, γλυκιὰ ἢ ἁψιὰ ἡ γεύση, ὅλα τὰ εἴδη ὅμως μέσα στὴν ἴδια κούπα. Πρέπει κανεὶς νὰ πίνει μὲ βαθιὲς γουλιὲς γιὰ νὰ μπορέσει κάποτε νὰ πεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ νοστιμιά.

Διαφορετικά, ἂν βρέχει λίγο τὰ χείλη, ἀπὸ φόβο μήπως οἱ μεγάλες ποσότητες τοῦ πέσουν βαριὲς στὸ στομάχι, τότε τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ συμπεράνει πὼς ὅ,τι ὑπάρχει στὸν κόσμο εἶναι λειψό. Μακάρι νὰ εἶχε λίγο περισσότερο ζάχαρη ἢ λίγο περισσότερο ἁλάτι. Δὲν τὰ ἔχει ὅμως, τὸ τέλειο ποτὲ δὲν θὰ τὸ δώσει ἡ ζωή. Τελειότητα βρίσκεται μόνο σ’ ἐκεῖνα ποὺ ξεφεύγουν ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες: εἶναι τὰ ἰδεώδη. Συνεπῶς, τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἐπιτρέπεται εἶναι νὰ τὰ ἀτενίζουμε ἀπὸ μακριά.

Βλέπουμε τὴν ἀξιοπρέπεια καθισμένη πάνω σὲ αἰθέρια μαξιλάρια νὰ κοιτάζει πρὸς τὰ κάτω μὲ ἀπέχθεια τὸν βόρβαρο. Ἡ ἐντιμότητα δίπλα της φρίττει κι αὐτὴ μὲ τὸ θέαμα. Ὅλες οἱ προσωπικὲς ἀξίες τοποθετημένες στὰ ὕψη ὑπάρχουν ἔτσι, γιὰ νὰ τὶς φαντάζονται οἱ κολοβωμένοι ἄνθρωποι, νὰ τὶς ἐπικαλοῦνται μερικὲς φορές, νὰ λένε ὅτι τὶς ἐκτιμοῦν καὶ νὰ συνεχίζουν τὶς δουλειὲς τοὺς ἐρήμην τους. Δὲν τὰ ἔχουν δεῖ αὐτὰ οἱ νεότεροι; Αὐτὸ δὲν τοὺς δίδαξε ἡ κοινωνία καὶ αὐτὸ δὲν ἐπέβαλε, κατατροπώνοντας τοὺς λίγους δασκάλους στὰ σχολεῖα ποὺ ἐπέμεναν ὅτι τὸ νὰ ἔχει κανεὶς ἰδανικὰ δὲν σημαίνει ὅτι παίζει καὶ τὸν ρόλο τοῦ κοσμοκαλόγηρου;

Ἂς μὴν ἀποροῦμε μὲ τὴ νεολαία

Ἂς μὴν ἀποροῦμε λοιπὸν ποὺ σήμερα εἶναι τόσο δύσκολο νὰ συνδεθεῖ αὐτὸ ποὺ θὰ «ἔπρεπε νὰ γίνει» στὴ χώρα μᾶς μ’ αὐτὸ ποὺ «γίνεται». Ἡ νεολαία διδάχτηκε τὸ πῶς νὰ εὐθυγραμμίζεται μὲ ὅσα γίνονται. Τὸ ὅτι ὅμως ἡ στάθμη πάνω στὴν ὁποία κλήθηκε νὰ κινηθεῖ ἦταν ἐνδεχομένως κατώτερη τῶν δυνατοτήτων της, αὐτὸ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τὸ διακρίνει.

Ἦταν, στ’ ἀλήθεια, σχεδὸν ἀδύνατο νὰ ἐμπιστευθοῦν οἱ νέοι μία ὤθηση μέσα τους ποὺ τοὺς πήγαινε πρὸς τὸ «λίγο καλύτερο» ἢ τὸ «πολὺ καλύτερο». Σὲ τέτοια ζητήματα καταλύτης εἶναι πάντα ἡ πείρα. Χρειάζονται δοκιμές, λάθη, διορθώσεις, ὥστε ν’ ἀρχίσει κάποιος νὰ πείθεται ὅτι ἡ προσπάθεια φέρνει τὴ βελτίωση καὶ ἡ βελτίωση ἐμψυχώνει τὴν προσπάθεια. Ἀλλά, ἡ πείρα ἐμποδιζόταν νὰ ἔλθει. Τῆς ἔβαζε φραγμοὺς ἡ δεσποτικὴ κυριαρχία ἑνὸς δυισμοῦ ποὺ συνέχιζε στὴν ἐποχή μας, τὴν παλιὰ ἐκείνη διχαστικὴ ἀντίληψη: ἀπὸ τὴ μία εἶναι τὸ ἐφικτό, ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ ἀνέφικτο, ἀπὸ τὴ μία ὁ ρεαλισμός, ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ χίμαιρες, ἀπὸ τὴ μία ὁ Βίος ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ Ἀγαθόν.

Τί βολικὲς διακρίσεις! Χάρη σ’ αὐτὲς μποροῦσε κανεὶς νὰ κλέβει ἀπὸ ἀνάγκη, νὰ ἐξαπατᾶ ἢ νὰ ὑποδουλώνεται. Ἐθεωρεῖτο ἀποκομμένος ἀπὸ τὶς ἀξίες τῆς ἐντιμότητας, τῆς εἰλικρίνειας, ἢ τῆς ἀνεξαρτησίας, ὅπως ἕνας ἀνάπηρος ποὺ ἔχασε τὸ πόδι του σὲ ἀτύχημα. Ὡστόσο καὶ μόνο μὲ τὸ ἕνα του πόδι ἴσως καὶ νὰ τὰ κατάφερνε νὰ προχωρήσει. Αὐτὸ εἶναι ποὺ δὲν δέχεται ἡ διχαστικὴ ἐποχή μας. Γι’ αὐτὴν τὰ ἰδεώδη δὲν ὑπάρχουν γιὰ νὰ ἐνισχύουν τὴν προσπάθεια, ἀλλὰ γιὰ νὰ θυμίζουν ἁπλῶς ὅτι κάποτε ἡ ἀνθρωπότητα ἔβλεπε στὸν ὕπνο της ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἐνάρετη.

Μήπως χάνονταν λοιπὸν οἱ παλαιότεροι στὰ ὄνειρά τους; Καὶ εἴμαστε ἐμεῖς σήμερα τόσο ξυπνητοί; Εἴμαστε τόσο ρεαλιστὲς ποῦ νὰ μὴν πιστεύουμε ὅτι ἕνας κλέφτης θὰ μποροῦσε κάποτε νὰ μετανιώσει, ἢ ἕνας σκλάβος νὰ σιχαθεῖ τὴν σκλαβιά του; Ἐὰν εἶναι ἔτσι, πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε ὡς τὸ τέλος τὸν ρεαλισμό μας. Νὰ δεχτοῦμε νὰ παίρνουμε ὅ,τι μᾶς δίνουν καὶ νὰ μὴν ζητᾶμε κάτι περισσότερο ποὺ νομίζουμε ὅτι θὰ μᾶς ἄξιζε.

πηγή: slpress

orthodoxia-ellhnismos.gr