Το θαύμα και η θεραπεία (Κυριακή Ε΄ Ματθαἰου) | Πεμπτουσία

«…υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως,
ος είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών» (Ματθ. 8:27)

Πολλοί δε θέλουν να αναγνωρίσουν την ύπαρξή του. Αυτή είναι η τέχνη του και η πονηριά του. Σπέρνει αμφιβολίες στο νου και τις ψυχές των ανθρώπων. Κλονίζει την πίστη τους στο Χριστό και την Αγία Γραφή. Εμπνέει λογικοφανή επιχειρήματα για να πείσει πως όσα περί αυτού λέγονται είναι μύθοι και φαντασιώσεις.

Αποτέλεσμα να δέχεται και να προσπαθεί ο άνθρωπος να πιστέψει πως δεν υπάρχει διάβολος. Ότι είναι πλάσμα της ανθρώπινης σκέψεως και αδυναμίας ο σατανάς. Οι αμαρτωλές επιθυμίες, τα ατοπήματα, οι αδυναμίες, τα πάθη που αναστατώνουν την ψυχή συμμαχούν συνήθως μ’ αυτή την ιδέα.

Η παραδοχή του Πονηρού δε συμφέρει γι’ αυτόν που θέλει όλα να τα δικαιολογεί και επιθυμεί να ικανοποιεί κάθε αμαρτωλή του διάθεση. Μαζί με το διάβολο διαγράφει την κόλαση και την πίστη στο Θεό και την Εκκλησία και την ηθική.

Αν κρατά υποταγή στο νόμο, είναι γιατί δεν μπορεί να κάμει διαφορετικά. Ο νόμος, το κράτος επιβάλλεται. Αλλά αυτός που έχει κιόλας απαλλαγεί από την ιδέα του σατανά και της αμαρτίας, ελεύθερο πνεύμα πια, θεωρεί καταναγκασμό και καταπίεση κάθε κοινωνικό θεσμό. Θέλει να σπάσει τα δεσμά και πανελεύθερος να στήσει τον εαυτό του σαν είδωλο λατρευτικό. Να κάνει ό,τι θέλει, ό,τι τον παρορμούν τα ένστικτα και η κακία του, δίχως περιορισμούς. Χωρίς να υπολογίζει τους άλλους. Νομίζει πως τότε θα είναι παντοδύναμος και θα νιώσει απόλυτη ικανοποίηση.

Για σκεφτείτε αν όλοι ξεσηκωνόντουσαν ν’ απαιτήσουν κάτι τέτοιο! Τι ζούγκλα θα γινόταν ο κόσμος μας! Μια πραγματική επίγεια κόλαση. Αν με συμβιβασμούς προς την ηθική και παρ’ όλο το φόβο του νόμου κινδυνεύουμε να δούμε σήμερα μερίδα της κοινωνίας μας να ξαναγυρίζει στην αγριότητα και στην έσχατη πνευματική κατάπτωση, τι θα γινόταν, αλήθεια, αν έλειπαν κι αυτά;

Δεν είδατε με πόση δυσφορία απαντούν μερικοί σαν τους υποδείξεις πως υπάρχουν κι άλλοι γύρω τους, που πρέπει να τους υπολογίσουν ή ακόμη υπάρχουν κοινές αντιλήψεις και αρχές που πρέπει να τις σεβαστούν; «Μα τι, δεν είμαι ελεύθερος να κάμω ό,τι θέλω;»

Γιατί το έργο του σατανά είναι τούτο ακριβώς. Να πείθει τον άνθρωπο πως δεν υπάρχει, για να κυβερνά τη ζωή του αυτός κατόπιν. Να τον βεβαιώνει πως είναι ελεύθερος από καθετί ιερό και όσιο, για να τον κάμει δούλο δικό του και να τον σύρει σε κακοτοπιές που θα τον κατεβάσουν στου άλογου ζώου το επίπεδο, στη φθορά και την καταστροφή.

Ό,τι γίνεται με τις ταλαίπωρες εκείνες υπάρξεις, τους δαιμονιζομένους, συμβαίνει και σε κάθε περίπτωση που επικρατεί ο διάβολος. Αυτό είναι η επιδίωξη και το κατόρθωμά του. Να παρουσιάζει το κακό για καλό, το άσχημο για ωραίο, το πονηρό για αθώο, το ανήθικο για αγαθό, την παρανομία για δικαίωμα, τη δουλεία και την καταδυνάστευση για ελευθερία.

Κλονίζει την πίστη για τη σημασία κάθε αξίας. Με συλλογισμούς και με πνευματικά μέσα πείθει πως πνεύμα δεν υπάρχει. Ότι το παν είναι η σάρκα, η ύλη. Μόνον ό,τι ικανοποιεί αυτά έχει αξία. «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» (Α’ Κορ. 15:32). Μηχανεύεται παντοίους τρόπους για να διαλύσει τους δισταγμούς, για να περιπαίξει τη σύνεση, για να διαστρεβλώσει την αλήθεια.

Το περίεργο αλλά και τραγικό συγχρόνως είναι πως ο άνθρωπος ασυλλόγιστα παραδίνεται στις σκέψεις και τα τεχνάσματά του, σαν να του έλειπε ο νους. Πολλές φορές αμαχητί.

Έτσι, αυτός που θεωρεί κάθε ιδανικό και κάθε πίστη για πρόληψη γίνεται δούλος σε παιδαριώδεις αντιλήψεις και υποτάσσεται στα κατώτερα ένστικτα. Ελεύθερος από το πνεύμα δουλώνεται στη σάρκα και τις απαιτήσεις της. Απογυμνωμένος από ιδανικά και ευγενείς επιδιώξεις καταντά υπηρέτης της ύλης και λάτρης του παραλογισμού και της ανοησίας. Επιδιώκοντας να γίνει κοινωνικός και κοσμικός, απομονώνεται από τον υπόλοιπο κόσμο και συντελεί στη σήψη και τη διάλυση της κοινωνίας, αρχίζοντας από την ίδια του την οικογένεια.

Έχει στα χέρια του δυνατότητες εκπληκτικές για την υλική του ευμάρεια και την ευτυχία του. Τις χρησιμοποιεί όμως για τη φθορά και την καταστροφή του. Έχει όλη την ευχέρεια να ιδεί τη Βασιλεία του Θεού να εγκαθίσταται στη γη, να ζήσει σ’ έναν πραγματικό επίγειο παράδεισο, και προτιμά να βασιλεύει ο σατανάς στη ζωή του και να γίνεται η γη θέατρο πολέμων, διαφθοράς, πόνου και δυστυχίας.

Και τούτο, γιατί, όταν κάμει τον πρώτο συμβιβασμό με το διάβολο, δε σκέφτεται τις συνέπειες. Όταν κάμει την πρώτη υποχώρηση στην αμαρτία δε λογαριάζει πως αναπόφευκτο επακόλουθο θα έρθει η φθορά. Ξέρει να υπολογίζει τους φυσικούς νόμους, αλλά αδιαφορεί για τη νομοτέλεια και τις συνέπειες των πνευματικών νόμων.

Καταργεί το Θεό, σαν με την απόφασή του να πάψει πλέον να υπάρχει Εκείνος. Αγνοεί το διάβολο, σαν με το να μη δέχεται την ύπαρξή του να έχει κιόλας εξασφαλίσει την ανυπαρξία του. Πόσο ανόητος γίνεται ο άνθρωπος!

Επηρεάζεται από το ψέμα και την απάτη, ξέροντας από την αρχή πως αυτός είναι πατέρας και δημιουργός του ψεύδους και της απάτης. Πέφτει θύμα της πανουργίας του. Καταλήγει να γίνει στα χέρια του σατανά παίγνιο τραγικό. Γιατί, όταν αντιληφθεί τι έπαθε, πού άφησε τον εαυτό του να οδηγηθεί, είναι πολλές φορές αργά. Έχει εκτεθεί, έχει ίσως χάσει την υγεία του, την περιουσία του, την υπόληψή του, την αξιοπρέπειά του, της οικογενείας του τη συνοχή, τις δυνάμεις τις ψυχικές για να φτιάξει κάτι καλό, κάτι καινούριο.

Αν εξακολουθεί να δέχεται την κυριαρχία του σατανά, απογοητεύεται, χάνει κάθε ελπίδα, καταντά ράκος. Ο διάβολος είναι καλός και πρόθυμος σύμμαχος, έως ότου κάμψει την ανθρώπινη θέληση και σπρώξει τον άνθρωπο στο κακό. Από τη στιγμή που τον κάνει υποχείριό του, τον εγκαταλείπει. Έχει αρκετά διαφθαρεί, ώστε μόνος του να οδηγείται πλέον εκεί που εκείνος από την αρχή επιδίωξε. Στον κατήφορο και την καταστροφή.

Κυβερνά αυτός τη ζωή μας δια μέσου των ανθρώπων που έχουν σ’ αυτόν παραδοθεί. Αναλογιζόμαστε άραγε ακόμη τι σημασία και τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτή η τρομερή φράση που τολμούν πολλοί να ξεστομίσουν στέλνοντας τον άλλον, το παιδί τους ίσως το ίδιο, στο σατανά;

Αλλά ευτυχώς υπάρχει ο Θεός. Ο Θεός της αγάπης. Πατέρας στοργικός και ανεξίκακος. Ο Κύριος που «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι» (Α’ Τιμ. 2:4). Αυτός που καταδιώκει τον πλανώμενο άνθρωπο και στης αμαρτίας τα σοκάκια και στο χείλος του γκρεμού ακόμη για να τον σώσει.

Σκοπός του η ευτυχία, η σωτηρία τού δημιουργήματός Του. Βασιλιά και κυρίαρχο της δημιουργίας τον θέλει. Έτοιμος σε κάθε στιγμή να γίνει υπηρέτης του ανθρώπου. Αυτός κατά την επίγεια ζωή Του «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος» (Πραξ. 10:38). «Ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι» (Μαρκ. 10:45).

«Ως ο διακονών» και τότε και τώρα και πάντοτε αντιμετωπίζει τον άνθρωπο. Κύριος και διάκονός του ταυτόχρονα. Ως Κύριος απαιτεί. Αλλά απαιτεί ό,τι είναι για το καλό μας, έστω κι αν εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε.

Ως πότε θα κλείνουμε τα μάτια στην απέραντη αγάπη Του; Όπου κι αν βρίσκεται καθένας μας, όσο κι αν έχει υποχωρήσει στην αμαρτία, όσο κι αν έχει συμβιβαστεί με του κακού τον αίτιο, ας σηκώσουμε το βλέμμα προς το Χριστό. Είναι ο ελευθερωτής από του διαβόλου το κράτος, την τυραννία.

Προς Θεού, λοιπόν! Ας πάψει αυτό το ολέθριο κακό να παραδίνει ο ένας τον άλλο στο διάβολο. Με πόνο, με πόθο και διάθεση ολόψυχη, με απόφαση να αλλάξουμε πορεία, με εμπιστοσύνη υιική, ας απευθύνουμε στον Κύριο τη σωστική επίκληση: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς… ρύσαι ημάς από του πονηρού».

Επίσκοπος Πολύκαρπος Βαγενάς (†)

Από το βιβλίο: Πολυκάρπου Βαγενά, Μητροπολίτου Κερκύρας, «Ελθέτω η βασιλεία σου», τ. Β’.

πηγή: koinoniaorthodoxias