*Από το νέο βιβλίο: «Βίοι αγνώστων ασκητών»

~ Πρέπει να γνωρίζουμε πως μερικές φορές οι ψυχές, ενώ βρίσκονται ακόμα μέσα στα σώματά τους, βλέπουν κατιτί από τις ποινές στον κόσμο των πνευμάτων, πράγμα το οποίο συνήθως συμβαίνει σε ορισμένους για τη δική τους εποικοδόμηση, ενώ σε ορισμένους για την εποικοδόμηση των ακροατών.

Υπήρξε ένα φοβερά ανήσυχο παιδί ονόματι Θεόδωρος, για τον οποίο θυμάμαι πως διηγήθηκα μπροστά στον λαό στις ομιλίες μου. Αυτός ακολούθησε τον αδελφό του στο μοναστήρι μου από ανάγκη περισσότερο παρά με την δική του θέληση. Ομολογουμένως, σε αυτόν φαινόταν ενοχλητικός όποιος τυχόν του μιλούσε καθόλου για την σωτηρία του. Τα καλά όχι μόνο να τα κάνει, αλλά ούτε να τα ακούσει δεν μπορούσε. Με όρκους, θυμό και κοροϊδίες διαβεβαίωνε πως ποτέ δεν θα δεχόταν να συμμορφωθεί με το σχήμα της ιεράς πολιτείας.

Στον λοιμό που θέρισε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πόλης μας, επλήγη και αυτός στη βουβωνική χώρα και οδηγήθηκε προς τον θάνατο. Όταν έπαιρνε τις τελευταίες του αναπνοές, συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί για να του δώσουν κάποια φύλαξη κατά την έξοδό του με τις προσευχές τους. Ήδη το σώμα του είχε μερικώς νεκρωθεί στα άκρα, μοναχά στο στήθος έπνεε ακόμη κάποια ζωτική θέρμη. Όλοι λοιπόν οι αδελφοί άρχισαν τόσο εντονότερα να προσεύχονται για αυτόν, όσο ήδη έβλεπαν πως από στιγμή σε στιγμή θα έφευγε.

Και ξαφνικά άρχισε να κραυγάζει μπροστά στους παρόντες αδελφούς και με μεγάλες φωνές να διακόπτει τις προσευχές τους, λέγοντας:

«Να, με έδωσαν σε έναν δράκοντα να με καταβροχθίσει, ο οποίος εξαιτίας της παρουσίας σας δεν μπορεί να με καταπιεί. Απομακρυνθείτε από μένα, για να μη με βασανίζει άλλο πια, αλλά να κάνει ότι είναι να κάνει. Αν παραδόθηκα σε αυτόν για να με καταβροχθίσει, γιατί να υφίσταμαι όλη αυτήν την καθυστέρηση εξαιτίας σας;».

Τότε οι αδελφοί άρχισαν να του λένε:

«Τι είναι αυτά που λέγεις, αδελφέ; Σφράγισε τον εαυτό σου με το σημείο του Τιμίου Σταυρού».

Εκείνος απαντούσε με μεγάλες κραυγές:

«Θέλω να σφραγισθώ, μα δεν μπορώ, γιατί ο δράκων με σφίγγει μες στις φολίδες του».

Σαν το άκουσαν αυτό οι αδελφοί, γονάτισαν στην γη και άρχισαν με δάκρυα να προσεύχονται εντονότερα για την απελευθέρωσή του. Και να, ξαφνικά άρχισε ο ασθενής με μεγάλες φωνές να κραυγάζει:

«Ευχαριστώ τον Θεό. Να που ο δράκοντας που με είχε παραλάβει για καταβρόχθισμα, έφυγε. Διώχθηκε από τις ευχές σας, δεν μπόρεσε να σταθεί. Τώρα πρεσβεύσατε για τις αμαρτίες μου, γιατί είμαι έτοιμος να μεταστραφώ και να εγκαταλείψω εκ βάθους την κοσμική ζωή».

Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός, ο οποίος, όπως είπαμε ήδη, είχε μερικώς νεκρωθεί στα άκρα του σώματος, διατηρήθηκε στη ζωή και μεταστράφηκε προς τον Θεό με όλη του την καρδιά. Αφού για αρκετό διάστημα μετά την αλλαγή της διανοίας του κατετρίβη από τις μάστιγες, τότε πια η ψυχή του λύθηκε από το σώμα…

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΙΤΕ: >> ΕΔΩ