~ Ανάμεσα στις χήρες που έκειρε μοναχές ο άγιος, ήταν και μία εξαιρετική οσία ψυχούλα, η οσιωτάτη μοναχή Ευπραξία. Ενώ ακόμα εκείνη ήταν λαϊκή στη Θεσσαλονίκη και ο άγιος Ιωσήφ ήταν με τον πατέρα Αρσένιο στη Δράμα, αυτή είπε στις γνωστές της:

-Είδα έναν Γέροντα, έτσι κι έτσι, και αυτός θα με κάνει καλόγρια.

-Άντε βρε, της λένε, που πιστεύεις στα όνειρα!…

-Δεν ξέρω, έτσι είδα, απαντά.

Πράγματι, όταν έφτασε ο άγιος στη Θεσσαλονίκη, κατά θεία συγκυρία, συναντήθηκαν και τελικά την έκειρε μοναχή με το όνομα Ευπραξία! Επειδή όμως ήταν Πόντια, Τραπεζούντια, δεν ήξερε τα Ελληνικά καλά και αντί να λέει Ευπραξία, έλεγε Απραξία.

-Πώς εκλήθης αδελφή; Την ρωτούσαν κι εκείνη απαντούσε:

-Απραξία!

Όταν έγινε μοναχή, ακόμα και το Ψαλτήρι στα τούρκικα το διάβαζε. Όταν διάβαζε το Ωρολόγιον κι άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, δεν καταλάβαινε και γι’ αυτό έκλαιγε συνέχεια και παρακαλούσε το Θεό να την φωτίσει να «γινώσκη, ἅ ἀναγινώσκη»…

Ένα βράδυ, μετά από ποταμούς δακρύων, είδε στον ύπνο της τον άγιον Ιωάννη τον Θεολόγο που της έδωσε να πιει μ’ ένα κουταλάκι…

Όταν ξύπνησε, αισθάνθηκε ότι μπορούσε να διαβάζει οτιδήποτε και να το καταλαβαίνει πλήρως. Αμέσως πήρε το Ωρολόγιο και τα βιβλία της Εκκλησίας στα χέρια της, τα διάβαζε και τα καταλάβαινε όλα!…

Η Γερόντισσα Ευπραξία ήταν πολύ ασκητική, αλλά η μεγαλύτερη αρετή της ήταν ότι είχε πολλή πίστη στον Γέροντα. Ό,τι της έλεγε ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ, το δεχόταν σαν αποκάλυψη! Μάλιστα συχνά συνέβαινε και η ακόλουθη χαριτωμένη στιχομυθία. Πριν ξεκινήσει την αγρυπνία της, πήγαινε στον Γέροντα Ιωσήφ και του έλεγε:

-Γέροντα, πες τώρα να έχω προσευχή.

-Άντε, θα ‘χεις προσευχή.

-Όχι έτσι Γέροντα. Δεν το είπες με την καρδιά σου. Πες, πες, πες, του ξαναλέει.

-Άντε, θα ‘χεις πλημμύρα προσευχής, της λέει ο Γέροντας.

-Ε, τώρα ευχαριστώ Γέροντα!…

Και πώς ο Θεός σφραγίζει το στόμα του Γέροντος! Πράγματι, με το που της έλεγε έτσι, πλημμύρα Χάριτος ερχόταν! Τόση πίστη είχε η αγαθή Γερόντισσα Ευπραξία στον άγιο Γεροντά της, που έλεγε:

-Γέροντα, να σε πάρω στον ώμο μου, να σ’ έχω στον ώμο μου και τότε δεν φοβάμαι. Και στα Ιεροσόλυμα πηγαίνω περπατώντας.

Κι επειδή είχε αυτήν την ευλάβεια στον Γέροντά της, είχε πετύχει πολλά στην προσευχή. Έκανε πολλή ώρα Καρδιακή Προσευχή και έφτασε σε μεγάλη απάθεια και υψηλή πνευματική κατάσταση. Όταν έμπαινε ο Γέροντας καμιά φορά στο κελί της, την σκουντούσε και συνήρχετο. Βρισκόταν σε προστάδιο θεωρίας. Σίγουρα θα είχε και εκστάσεις. Ήταν βέβαια πάντα καλής προαιρέσεως, αγιασμένη και μυροβλυσμένη.

Έλεγε ο Γέροντάς μου Ιωσήφ, πως η μοναχή Ευπραξία είχε λάβει τόση Χάρη από το Θεό, που στο μοναστήρι, όταν ήταν, έβγαλε και δαιμόνια από ένα παιδάκι.

Είχε έρθει ένα παιδί στο ναό του μοναστηριού κατά την Θεία Λειτουργία. Όταν τέλειωσε η Θεία Λειτουργία, το παιδί, ξεμάκρυνε από τους γονείς του, πλησίασε τον Ιερέα, παρακαλώντας τον να του διαβάσει κάποια ευχή και να το σταυρώσει, διότι είχε δαιμόνιο.

Ο Ιερέας είπε στο παιδί:

-Παιδί μου, πήγαινε σ’ εκείνη τη μοναχή να σε σταυρώσει. Εκείνη έχει τη δύναμη να σε κάνει καλά.

Το παιδί έκανε υπακοή και πήγε και την παρακάλεσε:

-Γερόντισσα, σταύρωσέ με.

-Παιδί μου, του λέει, στον Ιερέα να πας. Εκείνος έχει την Χάρη και τη Δύναμη. Εγώ είμαι μια απλή μοναχή.

-Μα, λέει το παιδί, εκείνος με έστειλε σε σένα να με σταυρώσεις. Σταύρωσέ με, σε παρακαλώ, αδερφή. Είναι τόσο δύσκολο;

Ήρθε σε δύσκολη θέση η αγαθή Γερόντισσα, αλλά τι να κάνει στην τόση επιμονή του παιδιού; Το σταύρωσε και αμέσως το δαιμόνιο «όπου φύγει, φύγει»! Και το παιδί θεραπεύτηκε εντελώς.

Ο άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης γνώρισε εξ ιδίας πείρας την Χάρη που είχε η ευλαβής Γερόντισσα Ευπραξία. Και κάποτε διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία γι’ αυτήν:

«Κάποτε περίμενα τον Γέροντα να έλθει απ’ έξω. Ὁ Γέροντας εἶχε βγεῖ ἔξω τή διακαινήσιμο ἑβδομάδα· πᾶνε πολλὰ χρόνια.

Εἶπε ὁ γερο-Ἰωσήφ εἰς τή Γερόντισσα Εὐπραξία καί τίς ἄλλες ἀδελφές:

«Βρῆκα ἕνα παπαδάκι καλό» (γιά μένα ἔλεγε).

Συνεννοήθηκε ἡ Γερόντισσα μέ τίς ἄλλες, καί μοῦ πλέξανε ἕνα σκουφάκι.

Ὅταν ἦρθε ὁ γερο-Ἰωσήφ, πῆγε στίς ἁλυκές· δέν ἀνέβηκε ἐπάνω στο καλλυβάκι του. Έτσι κατεβήκαμε ὅλοι κάτω. Βγήκε στο λιμάνι από την βάρκα και πλησίασα κοντά του.

Λέει ὁ Γέροντας: «Βρέ παπά, πάρε αὐτό τό σκουφάκι».

Μόλις τό φόρεσα ἐγώ τό σκουφάκι αὐτό, αμέσως πήρα Χάρη, ενέργεια προσευχής, ἄναψα ἀπό προσευχή καί θεῖο ἔρωτα!

«Τί σκουφί εἶναι αὐτό, Γέροντα;» ρώτησα έκπληκτος.

«Νά ἤξερες», λέει ὁ Γέροντας, «τί προσευχές ἔκανε ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία σ᾿ αὐτό τό σκουφάκι! Αυτά είναι κειμήλια».

Μιαν άλλη φορά, η Γερόντισσα Εὐπραξία ἔστειλε ἕνα κομποσχοινάκι. Νομίζω ἤτανε πενηντάρι, «Γέροντα», λέω, «δῶσε μου αὐτό τό κομποσχοινάκι». «Πάρ᾿ το», μοῦ λέει. Εἰς τήν εἰκόνα πού μοῦ εἶχε δώσει ὁ Γέροντας, (μία εἰκόνα καί ἕνα πολυσταύρι), τό κρέμασα αὐτό τό κομποσχοινάκι. Καί ὅταν αὐτό εὐωδίαζε τήν ἡμέρα, ἤξερα ὅτι τό βράδυ θά ἔχω προσευχή. Ὅταν δέν εὐωδίαζε τό κομποσχοινάκι, δέν εἶχα προσευχή.

Με τόση άσκηση και προσευχή πέρασαν όλη τους τη ζωή οι άγιες αυτές ψυχές. Πραγματικά διαμάντια. Η τελευταία από τις πέντε γερόντισσες που πέθανε ήταν η Ευπραξία, έζησε περίπου 100 έτη.

Ήταν στην Θεσσαλονίκη και όταν ήλθε το τέλος της, είδε τους δαίμονες που ήρθαν να την πάρουν. Γύριζε προς τα αριστερά και έλεγε:

-Γκιτ, γκιτ. Δηλαδή, «φύγε» στα τουρκικά και έδιωχνε τους δαίμονες με ανοιχτά μάτια και μ’ όλα τα λογικά της. Μετά γύρισε προς τα δεξιά και βλέποντας τους Αγγέλους έλεγε:

-Γκελ, γκελ. Δηλαδή, «Ελάτε, ελάτε». Κι έτσι εκοιμήθη η τελευταία καλόγρια του οσίου γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή.

Πηγή: Το Ειλητάριον

logosfotos

ΕΙΚΟΝΕΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΙΔΗ, ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ: >> ΕΔΩ