ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Το Τυπικο κατα την Μεγαλη Τεσσαρακοστη

Εποχές μοναστηριού. Μεσονυκτικό, Όρθρος, Ώρες και Θεία Λειτουργία τις πρώτες πρωινές ώρες. Στην νεανική μου αφέλεια απορούσα: «γιατί τις λέμε πρωινές αφού είναι βουτηγμένες στο έρεβος;».

Ορεινό μοναστήρι, χειμώνα- καλοκαίρι ένα στρώμα ελαφρού πάγου παντού, αέρας διαπεραστικός και λίγο φως από τα άστρα. Το Καθολικό της Μονής σκοτεινό, κρύο και συνάμα φιλόξενο. Γνώριμη μυρωδιά από θυμίαμα και μελισσοκέρι. 

Όποιος έφτανε πρώτος είχε ως αποστολή να διασπάσει το σκοτάδι με το άναμμα των καντηλιών.

Αρχή ακολουθείας. Αναγνώσματα, ύμνοι και ένα παράξενο τυπικό, σιναΐτικο, στο άναμμα των κεριών. Πότε αυτό που βρίσκεται έμπροσθεν του Χριστού, πότε αυτό που βρίσκεται έμπροσθεν της Θεοτόκου, πότε και τα δύο. Αινείτε τον Κύριο… Γρήγορες κινήσεις να ανάψω τον πολυέλαιο. 16 κεριά σε μεγάλο ύψος. Δεξιόστροφη περιστροφή και ο τόπος γεμίζει φώς. Χρυσό φως από αυτό που μόνο η φλόγα στην αντανάκλασή της επί του μπρούτζου καταφέρνει. 

Όλα φαίνονται ξεκάθαρα, πρόσωπα Αγίων στους τοίχους, πρόσωπα αποτυχημένων Αγίων μεταξύ μας. Δοξολογία, «Ευλογημένη η Βασιλεία…», μικρή και μεγάλη Είσοδος. Ο ιερέας βγαίνει με τα Άγια, «Πάντων ημών..» και χάνεται στον παράδεισο του Ιερού. Απ’ εδώ και πέρα αρχίζει το θαύμα των θαυμάτων. Ένα νεύμα του γέροντα και αρκεί να σβήσουμε κάθε πηγή φωτός. Κεριά, πολυέλαιο, τα πάντα. Βυθιζόμαστε και πάλι στο σκοτάδι. Παράξενο! 

Η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος φαντάζει μέσα μου πιο λαμπερή. Και τότε, σαν ο λογισμός μου να ακούστηκε παντού ο γέροντας ψιθυρίζει: «το μόνο και αληθινό φως είναι μέσα στο Ποτήριο. Χριστέ το φως το αληθινό…». Πάγωσα. Είχε δίκαιο. Αν και σκοτεινά, τα πάντα λάμπουν μέσα από Αυτόν. Η θυσία λούζει τα πάντα στο άκτιστο φως. 

Δε χρειαζόμαστε κάτι άλλο παρά μια σταγόνα από το φως Του στο στόμα μας, και όσο υπάρχουν αδέλφια μου στο πέλαγος του κόσμου που κάθονται ακόμα στο σκοτάδι, κάτι μέσα μου με καίει, κάτι μου λέει τρέχα! 

Επίσκοπος Νοτίου Μαδαγασκάρης

ΠΗΓΗ

yiorgosthalassis