Έλαμπε τόσο το πρόσωπό του, που όταν τον κοίταξα, ζαλίστηκα…» | Σημεία  Καιρών

*Τι είχε πει ο Άγιος Παΐσιος για τον Γέροντα Αυξέντιο τον Γρηγοριάτη τον Νηπτικό, μία από τις ασκητικές και οσιακές μορφές του σύγχρονου Αγιορείτικου Μοναχισμού!

~ Ο Γέροντας Αυξέντιος γεννήθηκε το έτος 1893 στην Μάνδρα Ελευσίνος. Η μακρινή καταγωγή των προγόνων του ήταν από την μαρτυρική Βόρειο Ήπειρο. Στην βάπτιση τον ονόμασαν Αθανάσιο. Στο Άγιον Όρος ήρθε και κοινοβίασε στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου, το έτος 1920 σε ηλικία 28 ετών.

Η πρόθυμη διακονία του, η ακρίβεια στην υπακοή και στην μοναχική ζωή του, η αγωνιστικότητα και η φιλοθεϊα του έκαναν εντύπωση στους πατέρες και σε ένα χρόνο έγινε μεγαλόσχημος. Διακόνησε στην Εκκλησία, στο μύλο, στο μαγειρίο, έξω στον κόσμο στα Μετόχια και στους κήπους.

Έφθασε να αγρυπνεί όλη τη νύχτα στο κελλί του, είτε καθήμενος σε ειδικό κάθισμα, είτε κάνοντας μεγάλες μετάνοιες και σταυρωτά κομποσχοίνια – ξεκουραζόταν λίγο την ημέρα. Αυτό το συνέχισε και αργότερα που έχασε το φως του και έπασχε από κήλη, ακόμη και στα γεράματά του.

Δεν ήθελε να τον αποσπούν από την προσευχή. Ήταν μοναχός της πράξεως, αλλά και της θεωρίας. Ήταν κυρίως ένας νηπτικός μέσα στο Κοινόβιο, σε μεγάλα μέτρα, που σαν αυτόν είναι δύσκολο να συναντήσει κανείς ακόμα και στην έρημο. Μέχρι την κοίμησή του, όσο έζησε σ’αυτόν τον κόσμο, δεν έπαυσε τη νοερά προσευχή του.

Ο ίδιος είχε κάνει πράξη στην ζωή του το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» και μάλιστα έφθασε σε προχωρημένη πνευματική κατάσταση, ώστε να λέει την ευχή και στον ύπνο του, όπως με απλότητα αποκάλυψε στον γέροντα Παΐσιο. Έβλεπε το Άκτιστο φως και κάποια μέρα ανησύχησε γιατί δεν το είδε και ζητούσε να εξομολογηθεί στον Πνευματικό του. Ο γερω-Αυξέντιος έγινε συχνά θεωρός του ακτίστου φωτός και έφθασε στην κατάσταση του θείου έρωτος. Και όλα αυτά από την επιμονή του στην ευχή.

Ήταν πάμπτωχος. Δεν είχε τίποτα και δεν επιθύμησε τίποτα σε αυτήν την ζωή, παρά μόνο τον Χριστό. Δεν φόρεσε καινούριο ρούχο σαν καλόγηρος και όλη του την μοναχική ζωή πέρασε με ένα ζευγάρι παπούτσια. Στον δρόμο όταν δεν τον έβλεπε κανείς, για να μην τα χαλάσει αλλά και για άσκηση, για να καταπονεί το σώμα του, τα κρατούσε στην μασχάλη και βάδιζε ανυπόδητος.

Είχε μεγάλη αυταπάρνηση. Για να μην βγει στον κόσμο να εγχειρισθεί στα μάτια του έμεινε τυφλός. Δεν έκανε εγχείρηση κήλης, παρ’όλο που πονούσε και υπέφερ. Δεν θέλησε να βάλει ξένα δόντια. Έμεινε χωρίς ούτε ένα δόντι και δυσκολευόταν στις σκληρές τροφές. Δεν ήθελε να του κάνουν ιδιαίτερα φαγητά. Όταν τον ρωτούσαν τι φαγητό θέλει, απαντούσε: «Ότι έχει το κοινό». Πάντα έτρωγε με εγκράτεια και μέτρο. Αν τον πίεζαν να φάει περισσότερο, έλεγε: «Μη με πιέζετε. Το πολύ φαγητό δεν είναι κατά Θεόν». Έδινε και στον διακονητή του κάτι απ’αυτά που του πήγαινε.

Εκοιμήθη την 1η Μαρτίου 1981, ξημερώνοντας Κυριακή της Ορθοδοξίας, σε ηλικία 89 ετών, προετοιμασμένος πλήρως για την άλλη ζωή. Ο Γέροντας και οι πατέρες μιλούσαν με θαυμασμό και συγκίνηση για τον γερω-Αυξέντιο, για τα ασκητικά και νηπτικα του κατορθώματα, και είχαν την αίσθηση ότι προπέμπουν έναν όσιο στην Εκκλησία των πρωτοτόκων, στην Βασιλεία των Ουρανών.

Μετά την κοιμησή του, αδελφός ρώτησε τον γέροντα Παΐσιο εάν σώθηκε ο γερω-Αυξέντιος και απάντησε: «Εάν αυτός δεν σώθηκε, τότε κανείς από εμάς δεν θα σωθεί».

Η τίμια κάρα του κατά καιρούς εκπέμπει ευωδία, όπως την αισθάνθηκαν κάποιοι πατέρες.

Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

*από το βιβλίο: «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ» (Άγιον Όρος 2011).

**περίληψη από τον βίο του Αυξέντιου του Νηπτικού (πρώτο μέρος βιβλίου – Συναξάρια).