damianos pesxos

Αν περιπλανηθεί κανείς στα ελληνοαλβανικά σύνορα της Θεσπρωτίας, θα διαπιστώσει ότι χωριά, που ανήκουν στην Αλβανία, είναι δίπλα δίπλα με Ελληνικά χωριά.

Μια δρασκελιά τα χωρίζει…

Στην πορεία προς τον Τσαμαντά, που είναι το τελευταίο χωριό στη μεθόριο της Θεσπρωτίας, συναντά κανείς, λίγα μέτρα από αυτόν, το συνοικισμό Καμίτσιανη, όπου υπάρχει το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. 

Έξω από το μοναστήρι, δεσπόζει μια αγαλμάτινη προτομή. Απεικονίζει τη μορφή του αρχιμανδρίτη (εκ χηρείας)  Δαμιανού Πέσχου, που διετέλεσε επί πολλά χρόνια ηγούμενος του Μοναστηριού (ήταν ο τελευταίος πριν διαλυθεί η Μονή) και έπαιξε καθοριστικό ρόλο υπέρ της χώρας μας κατά τη χάραξη των Eλληνοαλβανικών συνόρων.  

Και όμως, παραμένει άγνωστος στους πολλούς, παρά την προσφορά του.

Επηρέασε ένα από τα μέλη  της Διεθνούς Επιτροπής, η οποία  το 1913 βρέθηκε στην περιοχή (φιλοξενήθηκε στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίκου Καμίτσιανης, όπου ηγούμενος ήταν ο Δαμιανός), για την οριοθέτηση των συνόρων ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Αλβανία, ώστε, τελικά, να μη συμπεριληφθούν στο νεοσύστατο Αλβανικό κράτος ο Τσαμαντάς και τα άλλα διπλανά χωριά, όπως αρχικά ήταν σχεδιασμένο.   

Ο δισέγγονός του Χαράλαμπος Στ. Λαγός σε δημοσίευσή του (20 Ιουνίου 1997)  επισημαίνει, μεταξύ άλλων, σχετικά: 

«…Τα σχεδιαγράμματα, που είχε η Διεθνής Επιτροπή για τη χάραξη των συνόρων, προέβλεπαν την υπαγωγή χωριών της Μουργκάνας στο Αλβανικό κράτος. Εδώ έλαμψαν η ευφυία του αρχιμανδρίτη Δαμιανού, αλλά και οι διπλωματικές του ικανότητες. Βλέποντας να χάνονται για πάντα από το Ελληνικό κράτος χωριά της Μουργκάνας,  τα πιο γνήσια Ελληνικά χωριά, προσπάθησε και εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία ενός μέλους της Διεθνούς Επιτροπής, προσφέροντάς του μια ασημένια καντήλα.  

Με αντάλλαγμα φυσικά την τροποποίηση των σχεδιαγραμμάτων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα χωριά αυτά να υπαχθούν στο Ελληνικό κράτος. Οι κάτοικοι των χωριών αυτών είναι γνώστες της προσφοράς του και τον ευγνωμονούν για την πράξη του αυτή…».

Γέροντας κάτοικος του Τσαμαντά, ανέφερε: ««Εμείς εδώ είμαστε Έλληνες και Χριστιανοί Ορθόδοξοι, από ένα θαύμα, που το οφείλουμε στην καντήλα της Μονής του  Αγίου Γεωργίου Καμίτσιανης. Ο Τσαμαντάς και το Βαβούρι και ο Λιάς και η Πόβλα και η Λιντίσδντα είναι μια σφήνα πάνω στα σύνορα με την Αλβανία.  Ας είναι καλά η καντήλα του Αγίου Γεωργίου! Μιλάμε για το 1913, που τα πέντε χωριά έμειναν στο Ελληνικό έδαφος. Όταν ήρθαν οι αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων  να υπογράψουν, έμειναν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.  Πρόεδρος ήταν ο Γερμανός Επίτροπος ο οποίος όταν είδε την καντήλα του Αγίου Γεωργίου, την ζήτησε του ηγούμενου.  Αυτός άδραξε την ευκαιρία και του είπε ότι θα το κάνει, αρκεί να του κάνει κι αυτός μια χάρη.  Τι χάρη ζητάς;  Να, αυτά τα πέντε χωριά να μείνουν στο Ελληνικό έδαφος, και έτσι και έγινε.  Βέβαια αντιδρούσε ο Ιταλός Νταλιάνι, όμως τελικά συμφώνησαν.  Έτσι αυτά τα χωριά έμειναν στο Ελληνικό  κράτος χάρις στην καντήλα του Αγίου Γεωργίου».  

Ο αλησμόνητος π. Δαμιανός Πέσχος, γεννημένος το 1840 στον Τσαμαντά, μετά το θάνατο της πρεσβυτέρας, με την οποία απέκτησε τρεις θυγατέρες, έλαβε το αξίωμα του αρχιμανδρίτη και με το όνομα Δαμιανός (Δημήτριος ήταν το βαφτιστικό του) ανέλαβε ηγούμενος στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Καμίτσιανης από το 1898 μέχρι το 1915 και από το 1917 έως το 1926.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον πόλεμο του 1912-1913 βοήθησε στην απελευθέρωση της Μουργκάνας από τους Τούρκους, φιλοξενώντας και ενισχύοντας αντάρτες.

Ο αείμνηστος λαογράφος και ιστορικός Σπύρος Μουσελίμης έγραψε περί τούτου: «… Στις παραμονές του πολέμου 1912-1913, κρύβονταν αντάρτες στο Μοναστήρι. Οι αγάδες των Φιλιατών, πληροφορημένοι από σπιούνους, πηγαίνουν και του λεν πως φυλάει κομιτατζήδες.

-Μα τούτο για, ορκίζομαι, και ακουμπάει το χέρι στη σπέλα, που έκρουε τον τοίχο της Μονής, δεν μπάζω εγώ αντάρτες στο Μοναστήρι.

Οι αγάδες πιστεύουν. Ηγούμενος άνθρωπος, δεν μπορεί να ορκίζεται ψέματα. Φεύγουν.

Φωνάζει τους αντάρτες και τους λέει, ακουμπώντας το χέρι στο βράχο.

-Μα τούτο για, ορκίστηκα στη σπέλα, όχι στο Μοναστήρι…».   

«ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ»  

Πέθανε πάμφτωχος, με τέτοιο βαθμό οικονομικής ανέχειας, που δεν είχε ούτε ελάχιστα χρήματα στην κατοχή του, αφού όλα τα έδινε στους φτωχούς. Χωρίς να το ξέρει κανείς και παραμελώντας την οικογένειά του.

Σύμφωνα με τον απόγονό του «δεν ήταν ο κληρικός των τύπων, αλλά της ουσίας. Αντιμετώπιζε τους ανθρώπους με πραγματικό ενδιαφέρον. Έδινε λύσεις στα προβλήματά τους και είχε γίνει πραγματικός πατέρας τους. Έλεγαν, όταν είχαν προβλήματα: Θα πάμε στον παπα Πέσχο…». 

Ακούοντας τέτοιες διηγήσεις παρασύρεσαι ωφέλιμα και ανεπαίσθητα  από τα κατορθώματα και την καλοσύνη και τη ζέουσα πίστη  και την αστείρευτη αγάπη του γέροντα, στον οποίο αναγνωρίζεις το πρόσωπο και το θέλημα του Θεού. 

Και αφήνεσαι  στη ζωηρή και γλυκιά νοερή αναπόληση της ξεχωριστής αυτής ιερατικής φυσιογνωμίας, του μαχητικού αυτού ιερωμένου, που, αν και δεν ήξερε πολλά γράμματα, φωτισμένος με θεία σοφία, κράτησε στα στιβαρά χέρια του το σταυρό το δικό του και των άλλων.

Τέτοιες ιερατικές ψυχές αναζητούν οι άνθρωποι στους καιρούς μας. 

Ψυχές, που αναθάλλονται και λαμπρύνονται μέσα στο πανηγύρι της πίστης. Ψυχές γεμάτες θεία ευφροσύνη. Ψυχές, που ανοίγουν τις  θύρες τους για να μοιραστούν και να φανερώσουν ό,τι πηγάζει από το βάθος τους. 

Τέτοιος ήταν ο παπα Δαμιανός. Η καρδιά του φλόγα ευαγγελίστρια, σ’ έναν κόσμο, που και σκλαβωμένος ήταν και επέμενε σκληρά να κλείνει τα μάτια στη θέα του φωτός.

Η μελέτη των ιχνών του, η όσφρηση της αύρας του, ο εμπνευσμένος πατριωτικός ρόλος του,  η ψηλάφηση του  δυναμισμού της πορείας του και των πνευματικών του αναβάσεων, είναι ένα μήνυμα στην πιστοποιημένη παρακμή των καιρών μας. 

Έχουμε ανάγκη το όραμα και τη φλόγα του, την αυθεντικότητά του, την αλήθεια του, τη συνέπειά του, τη συνειδητότητά του. 

Βλέποντας το ύψος, στο οποίο ανέβασε εκείνος τον πήχη της εκκλησιαστικής διακονίας του και της εθνικής δράσης του, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η πίστη είναι μια ανεξάντλητη ψυχική δύναμη.

Η ΜΟΝΗ ΚΑΜΙΤΣΙΑΝΗΣ

Η Μονή Καμίτσιανης ή Καμύτζιανης, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, βρίσκεται στα αριστερά του δρόμου που οδηγεί από την Καμίτσιανη στον Τσαμαντά της Μουργκάνας.

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το έτος κτίσης της Μονής Καμίτσιανης ή Καμύτζιανης , ενώ αντίθετα από επιγραφή, που σώζεται στο καθολικό του αγίου Γεωργίου, πληροφορούμαστε ότι ανοικοδομήθηκε από τον ιερομόναχο Παΐσιο, με την προτροπή και του ομώνυμού του Επισκόπου Βελλάς και Κονίτσης, το 1758-1773 επί των ερειπίων προϋπάρχουσας μονής.

Σύμφωνα με την παράδοση, η ονομασία της μονής οφείλεται στον στρατηγό του Βυζαντίου Καμύτζη.

Η μονή αποτέλεσε τον επισκοπικό ναό του οικισμού και ο ηγούμενος της μονής ήταν συγχρόνως και επίσκοπος Καμίτσιανης, Βουθρωτού και Γλυκέος.

Ο ναός είναι κατάγραφος από αγιογραφίες, που -σύμφωνα με υπέρθυρη επιγραφή στη δυτική είσοδο- έγιναν 16 χρόνια μετά την ανοικοδόμηση του μοναστηριού και συγκεκριμένα το 1789 «δια χειρών Ιωάννη και του υιού του Βασιλείου εκ χώρας Σηκρηάτη (;)».

Καί η Μονή και η προτομή του ηγουμένου της Δαμιανού μας θυμίζουν ότι η χριστιανική ζωή, στην οποία έχουμε κληθεί, δεν έχει συμβατικό χαρακτήρα, απαιτεί από μας προτεραιότητα και αφοσίωση. 
Στη ζωή υπάρχουν πολλοί δρόμοι. Δρόμοι του εγώ και δρόμοι του εμείς. Δρόμοι του συμβιβασμού και δρόμοι της συνέπειας. Δρόμοι της θεωρίας και δρόμοι της πράξης.

Και δρόμοι, που ακροβολίζονται ανάμεσα στα δύο. Δρόμοι της προσπανής και δρόμοι της απόφασης.

Ο π. Δαμιανός Πέσχος διάλεξε το δρόμο του, που ήταν ο δρόμος του Χριστού και της αρετής, και άρχισε από το Θεό και τελείωσε στην καρδιά του. 

Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος στην Romfea.gr