Ο αγωνιστής του ’21 που κατέληξε να γυρίζει με τη λύρα του στους δρόμους της Αθήνας

Από τον Ελευθέριο Σκιαδά

Αν διασώθηκε έστω το όνομα του Αθανασίου Αλιφέρη, δεν συνέβη το ίδιο και με ένα άλλο παλικάρι του Αγώνα, που συνδύασε την υπόλοιπη ζωή του με το τραγούδι. Συγκεκριμένα, με ό,τι απέμεινε από το ανοιξιάτικο δράμα του Φαλήρου του 1827, την εποποιία του Ανάλατου και τον ηρωικό θάνατο του Καραϊ-σκάκη.

Δηλαδή, τα δημοτικά τραγούδια. Επέζησαν επί μερικά χρόνια και βάρδοι συμπολεμιστές του «αετού της Ρούμελης». Από τα τραγούδια τους πλουτίστηκε και η αθηναϊκή λαογραφία με την έκφραση που καθιερώθηκε να χαρακτηρίζει κάθε πειναλέο Ελληνα: «Παίζει Καραϊσκάκη».

Πηγή του εύθυμου αυτού χαρακτηρισμού, που γεννήθηκε στην Αθήνα της εποχής του Οθωνα, ήταν ένα λείψανο της στρατιάς του αρχιστράτηγου της Ρούμελης. Ο καπετάν Θανάσης Λειβαδίτης από τη Φήβα (Θήβα).

Οι Αθηναίοι της εποχής τον γνώρισαν όταν το κέντρο της πόλης βρισκόταν μεταξύ της Πλάκας και της παλιάς γειτονιάς του Πύργου των Ανέμων, που ονομαζόταν Αέρηδες. Έως το 1860 οι διαβάτες της οδού Αιόλου τον έβλεπαν να συχνάζει κοντά στη Χρυσοσπηλιώτισσα.
Ενα γεροντάκι κάτισχνο, με κουρελιασμένη φουστανέλα, ξεφτισμένα μεϊντανογέλεκα και φέσι περιδεμένο με ρυπαρό μαύρο μαντίλι, σαν σαρίκι.

Ήταν στρατιώτης του Καραϊσκάκη και καυχιόταν, παρά τη δυστυχία που είχε κληρονομήσει από τον πόλεμο. Καθόταν σταυροπόδι κοντά στη μαρμάρινη βρύση που υπήρχε τότε έξω από την εκκλησία, κάτω από μια πανύψηλη λεύκα. Οι Αθηναίοι που περνούσαν από τον πολυσύχναστο δρόμο τον έβλεπαν με οίκτο.

Μερικοί του έδιναν κάνα χάλκινο νόμισμα, από τα μικρότερα της εποχής εκείνης, δίλεπτα ή μονόλεπτα. Υστερα τον παρακινούσαν εύθυμα στο τραγούδι: «Βάρα Καραϊσκάκη»!

Εκείνος τους άκουγε, αλλά δεν τους έβλεπε. Ηταν τυφλός και αξιοπρεπής. Δεν ήθελε να τον λένε ζητιάνο, διότι ήταν τραγουδιστής! Είχε χάσει τα μάτια του στη Μάχη του Φαλήρου και είχε πουλήσει τ’ άρματά του μετά τον πόλεμο για να ζήσει λίγο καιρό.

Αγόρασε και μια λύρα και πλανιόταν σαν τραγουδιστής στη Ρούμελη. Οπως τόσοι και τόσοι άλλοι αγωνιστές, κατέληξε και εκείνος στην Αθήνα. Πίστευε ότι εκεί θα απολάμβανε περισσότερο σεβασμό, αφού για την πόλη αυτή είχε χάσει τα μάτια του. Πράγματι, οι περισσότεροι τον συμπαθούσαν και τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό.

Ένα πρωινό περνούσε από τη λεύκα της Χρυσοσπηλιώτισσας έφιππη η βασίλισσα Αμαλία. Κοντοστάθηκε, πληροφορήθηκε περί τίνος επρόκειτο και φρόντισε να του στείλει ως βοήθημα πενήντα σφάντζικες (μισό ναπολεόνι).

Μάλωσε, μάλιστα, και κάποια παιδιά που είδε να τον πειράζουν: «Δεν ντρέπεστε; Αυτός έχασε τα μάτια του για εσάς κι εσείς δεν τον βλέπετε;» Εκείνος, με την πλάτη στηριγμένη στον κορμό της παλιάς λεύκας, έψαλλε άθλους ηρώων ανδρών του Αγώνα και ιδίως του «αετού της Ρούμελης».

ΠΗΓΗ