~ Κάποτε δύο Χριστιανοί υποδηματοποιοί κατοικούσαν και εργάζονταν στον ίδιο δρόμο.

Ο ένας, αν και είχε μεγάλη οικογένεια, κατάφερνε να την συντηρεί καλά και μάλιστα του περίσσευαν και χρήματα. Ο άλλος, αν και ανύπαντρος, μόλις που τα έβγαζε πέρα, γιά να κρατιέται στη ζωή, παρόλο που δούλευε και τις Κυριακές αλλά και τις εορτές, σε αντίθεση με τον πρώτο, που δεν εργαζόταν ποτέ αυτές τις ημέρες.

Μία ημέρα επήγε ο δεύτερος τσαγκάρης στον πρώτο και του διηγήθηκε την οικονομική του κατάσταση και του ζήτησε να μάθη, πώς αυτός κατώρθωνε να τα βγάζει πέρα.

Και εκείνος του απάντησε:

«Φίλε μου, έχω έναν κρυμμένο θησαυρό και κάθε Κυριακή, παίρνω απ’ αυτόν τον θησαυρό, όσα μου χρειάζονται».

«Θα μπορούσες να μου δείξεις και να μου πεις κάτι, γι’ αυτόν τον θησαυρό;»

«Ευχαρίστως! Την άλλη Κυριακή έλα μαζί μου γιά να στον δείξω», του είπε ο πρώτος τσαγκάρης.

Πράγματι, την Κυριακή τον παίρνει και τον πάει στην Εκκλησία. Παρακολούθησαν την Θεία Λειτουργία και μετά την απόλυση του λέει:

«Όπως είδες φίλε, εδώ στην Εκκλησία ευρίσκεται ο θησαυρός μου. Μετέχοντας στην Θεία Λειτουργία, έχω την ευλογία του Θεού. Πρόσεχε και εσύ τις ημέρες του Κυρίου καθώς και τις εορτές, μετέχοντας στη Θεία Λατρεία και στα Μυστήρια και κατεξοχήν στην Θεία Κοινωνία και πίστεψέ με, ότι Αυτός ο Μεγάλος Θησαυρός, δηλαδή, ο ίδιος ο Χριστός, είναι τόσο Πλούσιος, που δεν αφήνει νηστικούς όσους καταφεύγουν σ’ Αυτόν»!!

πηγή: dromokirix.gr