Ο πατήρ ημών Κύριλλος γεννήθηκε πιθανώς στα Ιεροσόλυμα περί το 315, από γονείς ευσεβείς και ορθόδοξους. Χειροτονήθηκε ιερέας από τον αρχιεπίσκοπο, τον άγιο Μάξιμο, που τον επιφόρτισε με την κατάρτιση των κατηχουμένων.

Άνθρωπος ειρήνης, ταπεινός και γλυκύς, απασχολημένος περισσότερο με την οικοδομή των πιστών παρά με τις ατέλειωτες δογματικές αντιπαραθέσεις που έσχιζαν την Εκκλησία μετά τη Σύνοδο της Νικαίας, απέφευγε να μεταχειρίζεται τον όρο «ομοούσιος» αλλά συμμεριζόταν πλήρως την ορθόδοξη πίστη.

Αυτή του η επιφύλαξη έκανε τους οπαδούς του Αρείου να πιστέψουν ότι ήταν μαζί τους και όταν με το θάνατο του Μαξίμου (347), εκλέχθηκε από το λαό για να τον διαδεχθεί, ο αρειανός Ακάκιος, ο μητροπολίτης της Καισάρειας στην Παλαιστίνη, από τον οποίο εξηρτάτο τότε η Ιερουσαλήμ, ενέκρινε την εκλογή και τον διόρισε επίσκοπο. Γρήγορα όμως αναγνώρισε πικραμένος την παρασπονδία του, γιατί ο νέος επίσκοπος δίδασκε ρητά την ορθόδοξη διδασκαλία για τη θεότητα του Χριστού και Λόγου του Θεού, ερμηνεύοντας το Σύμβολο της πίστεως στους κατηχουμένους στις βαπτισματικές Κατηχήσεις του.

Σαν άλλος Καλός Ποιμήν, διοικούσε σοφά την αγία Πόλη, που χάρη στην ανοικοδόμηση που είχε αναλάβει ο Μέγας Κωνσταντίνος, επανακτούσε τη δόξα της και προσείλκυε μεγάλο αριθμό προσκυνητών που έρχονταν από τα πέρατα του χριστιανικού κόσμου.

Το 351 υπήρξε μάρτυς, όπως όλοι οι κάτοικοι, της θαυματουργικής φανέρωσης ενός πελώριου φωτεινού Σταυρού στον ουρανό, από τον Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών, και έγραψε στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο για να τον ενημερώσει. (Το θαύμα αυτό μνημονεύεται στις 7 Μαΐου.)

Συνέβαλε επίσης στην οργάνωση εορτών και λιτανεύσεων στους Αγίους Τόπους που θα καθιερώνονταν ως εορτές όλης της Εκκλησίας.

Μερικά χρόνια αργότερα, παρουσίασε στον μητροπολίτη Καισαρείας έγγραφη αναφορά αιτούμενος την αναγνώριση των αποστολικών προνομίων των Ιεροσολύμων, τα οποία οι Πατέρες της Συνόδου της Νικαίας είχαν αναγνωρίσει χωρίς να τα καθορίσουν με ακρίβεια.

Αυτή η διεκδίκηση προκάλεσε την μήνιν του Ακάκιου ο οποίος, με το πρόσχημα ότι ο Κύριλλος σε καιρό σιτοδείας είχε πουλήσει τα ιερά σκεύη και το λειτουργικό στολισμό της βασιλικής της Μεταμορφώσεως για να θρέψει τους απόρους, τον κάλεσε στο εκκλησιαστικό του δικαστήριο με πρόθεση να τον καταδικάσει. Καθώς ο Κύριλλος δεν ανταποκρινόταν στις επανειλημμένες του προσκλήσεις, τον έπαυσε και τον εξόρισε βιαίως από τα Ιεροσόλυμα, βάζοντας στη θέση του ένα αρειανό.

Ο άγιος Κύριλλος έκανε έφεση ζητώντας η υπόθεση να παραπεμφθεί σε ανώτερη εκκλησιαστική αρχή, και περιμένοντας κατέφυγε στην Ταρσό της Κιλικίας, κοντά στον επίσκοπο Σιλβανό. Παρά τις απειλές του Ακάκιου, ο Σιλβανός τον υποδέχθηκε αδελφικά και του ζήτησε να κηρύξει στο λαό, που τον άκουγε ενθουσιασμένος σαν άλλο απόστολο.

Η Σύνοδος που συγκλήθηκε στη Σελεύκεια το 359 τον αποκατέστησε και καθαίρεσε τον Ακάκιο. Η απόφαση όμως δεν πρόλαβε να εκτελεστεί γιατί ο μητροπολίτης Καισαρείας, σπεύδοντας στην Κωνσταντινούπολη, άσκησε πίεση στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο να ακυρώσει την απόφαση της Συνόδου, και κανόνισε να επικυρωθεί η καθαίρεση του Κυρίλλου από ψευτοσύνοδο αρειανών επισκόπων (360).

Όταν λίγο αργότερα ανέλαβε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο άγιος Κύριλλος επωφελήθηκε από τα μέτρα ανεξιθρησκείας που έλαβε προετοιμάζοντας την αποκατάσταση του παγανισμού, και επέστρεψε στην έδρα του καθώς και όλοι οι επίσκοποι που είχαν εξοριστεί επί Κωνστάντιου. Συνάντησε όμως και νέες ταλαιπωρίες. Με την προτροπή του αυτοκράτορα, οι ειδωλολάτρες της Γάζας εξεγέρθηκαν κατά των χριστιανών, προκαλώντας πολλά θύματα, ύστερα κατέστρεψαν τη Μονή του αγίου Ιλαρίωνος [21 Οκτ.] και διασκόρπισαν τους μοναχούς.

Καθώς ο Αποστάτης ήθελε να αποδείξει το ασύστατο των προφητειών του Χριστού αναφορικά με την οριστική κατάρρευση του Ναού στα Ιεροσόλυμα (Ματθ. 24:2), που κατέστρεψαν οι Ρωμαίοι επί βασιλείας Τίτου, επέτρεψε στους Εβραίους να τον ανοικοδομήσουν. Όμως, σύμφωνα με την πρόρρηση του αγίου Κυρίλλου, τα έργα σταμάτησαν ξαφνικά από έναν τρομερό σεισμό, που συγκλόνισε συθέμελα και τον αρχαίο Ναό, ενώ η φωτιά που έβγαινε από τα έγκατα έκαψε μερικούς εργάτες και τραυμάτισε άλλους, δείχνοντας σε όλους ολοκάθαρα τα σημάδια της θείας οργής.

Μετά το θάνατο του Ιουλιανού, και αφού τα πράγματα ειρήνευσαν, ο Κύριλλος εξακολούθησε το ποιμαντικό του έργο και με το θάνατο του Ακάκιου, έκανε επίσκοπο τον ανιψιό του στη θέση του μητροπολίτη Καισαρείας. Με τις ραδιουργίες τους όμως οι οπαδοί του Αρείου κάλεσαν τον Ουάλεντα (364-378) να καθαιρέσει τον άγιο επίσκοπο Ιεροσολύμων και να τον καταδικάσει σε νέα εξορία, καθώς και όλους τους άλλους επισκόπους που είχαν εξοριστεί επί Κωνστάντιου (367).

Θανόντος του Ουάλη ο άγιος Κύριλλος ανέκτησε την επισκοπή του, ύστερα από δώδεκα χρόνους απουσίας, ανακάλυψε όμως με οδύνη ότι ορισμένοι ορθόδοξοι, επηρεασμένοι από τις συκοφαντίες των αρειανών αρνούνταν να τον δεχτούν ως τον νόμιμο επίσκοπό τους και να έχουν κοινωνία μαζί του.

Για τον λόγο αυτό η Σύνοδος της Αντιοχείας (379) απέστειλε τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [10 Ιαν.], για να αποκαταστήσει την ειρήνη στα Ιεροσόλυμα. Αποτυχαίνοντας αυτός, αποσύρθηκε αποθαρρημένος και θλιμμένος, αφήνοντας τον άγιο Κύριλλο να αντιμετωπίσει μονάχος με πίστη και ελπίδα τις διαιρέσεις στον οίκο του Θεού.

Συμμετείχε στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο (381) που συγκάλεσε ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος, και συνέβαλε στην οριστική καταδίκη του αρειανισμού και των ποικίλων εκδοχών του. Περατώνοντας τις συνεδρίες της η Σύνοδος αναγνώρισε πανηγυρικά τους αγώνες του επισκόπου Ιεροσολύμων για την Ορθοδοξία.

Γυρνώντας στην πόλη του ο άγιος Κύριλλος μπόρεσε για λίγο καιρό να απολαύσει την ειρήνη που είχε αποκαταστήσει με τόσους κόπους και εκοιμήθη το 386 ύστερα από τριάντα πέντε χρόνους επισκοπείας, από τους οποίους πέρασε τους δέκα έξη εξόριστος.

Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος έβδομος, Μάρτιος. Εκδόσεις Ορμύλια, σελ. 173.

koinoniaorthodoxias