Άγιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης ο Ρουμάνος ησυχαστής, είδε τον Αναστάντα Κύριο να  του χαμογελά. | iconandlight

Ο όσιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης ο Ρουμάνος (5 Αυγούστου) από μικρός έμεινε ορφανός. Τον μεγάλωσε η ευλαβέστατη γιαγιά του Μαρία η οποία είχε πόθο να γίνει μοναχή.

Όταν ο μικρός Ηλίας πήγε στο σχολείο, η γιαγιά του τον έβαζε να της διαβάζει διάφορα πνευματικά βιβλία, όπως το απλοϊκό λαϊκό ανάγνωσμα «Τα Πάθη του Κυρίου». Όταν η γιαγιά άκουγε για τα Άγια Πάθη έκλαιγε απαρηγόρητα. Το κλάμα της γιαγιάς σπάραζε την καρδιά του παιδιού και κάποτε την ρώτησε γιατί κλαίει. «Όσο ζούσε ο πατέρας σου – του είπε – είχα δώσει υπόσχεση στον Κύριο να πάω σ’ ένα άγιο μοναστήρι, να φροντίσω για την σωτηρία μου. Αλλά, αφού πέθαναν οι γονείς σου, ήταν ανάγκη να σε αναθρέψω εγώ, οπότε δεν έχω πλέον ελπίδα να μπω στην μοναχική ζωή, όμως παρακαλώ τον Θεό να εκπληρώσεις εσύ τον ιερό μου πόθο, για να έχω κι εγώ μία παρηγοριά, διότι σε φύλαξα σαν κειμήλιο»! (Από το ποίημά του, «Το δώρο της γιαγιάς»). Μετά από αυτή την αποκάλυψη, όσες φορές το αγόρι διάβαζε από τα ιερά βιβλία, έκλαιγε και αυτό γνωρίζοντας ότι είναι μόνο στον κόσμο.

Όταν η γιαγιά του κοιμήθηκε, ο μικρός Ηλίας (ηλικίας 11 ετών) έμεινε και πάλι ορφανός και ζήτησε καταφύγιο κοντά στον θείο του Αλέξανδρο ο οποίος ήταν δεύτερη φορά παντρεμένος με μία γυναίκα που είχε πολλά παιδιά. Τον ζήλευαν και πάντα τον αδικούσαν. Όταν στο τραπέζι κάθονταν πολλά παιδιά αυτός ένιωθε ξένος∙ έτρωγε λίγο και σηκωνόταν από το τραπέζι σχεδόν νηστικός∙ έτσι, από μικρός έκλαιγε και νήστευε πάρα πολύ. Μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στην πείνα και την στέρηση. Πολλές φορές η μοναδική του τροφή ήταν το τσάι. Μοναδική του παρηγοριά ήταν η Εκκλησία «το παιδί του μηδενός» και απέθεσε όλη την ελπίδα του στον Κύριο, ο Οποίος τον άκουσε και τον παρηγόρησε με θαυμαστό τρόπο.

Στη μοναχική πολιτεία τον κάλεσε ο Ίδιος ο Χριστός. Στη Ρουμανία υπάρχει το έθιμο να επισκέπτονται οι πιστοί το απόγευμα του Πάσχα τα κοιμητήρια και να ανάβουν καντήλια και κεριά στους τάφους των κεκοιμημένων Ορθοδόξων.

«Ήτο ημέρα του Πάσχα, το απόγευμα,– γράφει ο αρχιμ. Πετρώνιος – όταν όλο το χωριό είχαν πάει στο κοιμητήριο για να χαρούν λίγο με τους νεκρούς συγγενείς τους με την ελπίδα της αναστάσεώς τους. Εκεί άναψαν κεριά και κανδήλια στους τάφους των αγαπημένων νεκρών τους, ασπάσθηκαν τους σταυρούς των τάφων τους και ησπάζοντο μεταξύ τους με το: «Χριστός Ανέστη». Ο κόσμος χαίροταν και οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα, και μόνο ένα παιδί έκλαιγε με στεναγμούς και έσκυψε να ανάψει ένα κερί στον φρέσκο τάφο, δίπλα στην ξύλινη μικρή εκκλησία. Εκεί που ήταν ολοκληρωτικά κυριευμένο από τον πόνο, ακούει μία φωνή να του λέει: «Μην κλαις σήμερα,παιδί μου και μη στενοχωριέσαι, διότι να, είμαι μαζί σου, Χριστός Ανέστη»! Φοβισμένο το παιδί σηκώθηκε και κοιτάζοντας γύρω του, ζητούσε να μάθει από που ήρθε η φωνή. Τότε στο Βήμα της εκκλησίας είδε τον Αναστάντα Κύριο να του χαμογελά»!* Μ᾿ αυτή την αποκάλυψι, το μικρό ορφανό φωτίσθηκε στην ψυχή από το φωτεινό και πράο πρόσωπο του Αναστάντος Ιησού Χριστού. Σταμάτησε να κλαίη και, όσες φορές άκουγε τον ήχο της καμπάνας, θυμόταν την θεωρία του Αναστάντος Κυρίου και παρηγοριόταν. Η εμφάνιση αυτή του Κυρίου σημάδεψε την ζωή του μικρού Ηλία.

Εάν ο ανεκπλήρωτος πόθος της γιαγιάς ωδήγησε τον νεαρό Ηλία στο μοναστήρι, η θεωρία-ματιά του Γλυκυτάτου Αναστάντος Κυρίου εχάραξε οριστικά την κλήσι του στην μοναχική ζωή.

Την χαρά και παρηγοριά που αισθανόταν απ᾿ αυτή την ολοζώντανη παρουσία του Αναστάντος Κυρίου ο όσιος Ιωάννης, την διετήρησε σαν ένα κρυφό μυστήριο στην ψυχή του και δεν μας είπε περισσότερα γι᾿ αυτήν.

*(Βλέπε στα ποιήματα του Οσίου: Ποίημα «Το μικρό ορφανό», Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, 1985)

ΠΗΓΗ