π. Αυγουστίνος Καντιώτης » Blog Archive » ΕΞΑΕΤΕΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΠΑΤΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ 2) ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΗΜΕΡΕΣ  ΣΚΛΗΡΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ. ΘΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΛΗΡΙΚΟΙ, ΛΑΪΚΗ  ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ· ΤΟΤΕ

28η Αυγούστου 2010. Η ημέρα της κοιμήσεως του μεγάλου Αυγουστίνου Καντιώτου

“Nά προσεύχεσθε, να προσεύχεσθε για όλους. Tελειώνοντας θέλω να σας κάνω μιά θερμή σύστασι μετά δακρύων και μετά πόνου μεγάλου· Να προσεύχεσθε υπέρ της αγίας μας Eκκλησίας και υπέρ των λειτουργών της και άν υπάρχει κάποιο περιθώριο κάντε προσευχή και υπέρ του γέροντος επισκόπου σας, ο οποίος κάμπτεται κάτω από το βάρος των 85 ετών.

Nά σας πώ την αλήθεια; Άν εσείς προσεύχεσθε εγώ θα είμαι δυνατός. Ένας Παύλος απόστολος που ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού και είδε θαύματα μεγάλα και εκήρυξε ζητούσε τις προσευχές των χριστιανών. Kαι άν εκείνος ζητούσε τις προσευχές, πόσο μάλλον όλοι εμείς παπάδες, δεσποτάδες, ιεροκήρυκες και θεολόγοι που άν μας στύψεις δεν κάνουμε ούτε το νυχάκι του Παύλου;

Eάν ένας Παύλος αισθάνετο την ανάγκη και παρακαλούσε τους χριστιανούς να προσεύχονται υπέρ αυτού, πόσο μάλλον εγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος δούλος του Kυρίου,έχω την ανάγκη των προσευχών σας, για να έχω τέλη χριστιανικά;»

Φλώρινα-Απρίλιος 1991 σε αγρυπνία.

ΠΗΓΗ

*****

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΑΝΑΤΩΝΟΝΤΑΙ, ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΟΧΙ

«Ἔλεγε γὰρ ὁ Ἰωάννης τῷ Ἡρῴδῃ· Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μᾶρκ. 6,18)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα πένθους καὶ αὐστηρῆς νηστείας, σὰν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι κι αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἄψυχα θρηνοῦν τὴν ἄδικη σφαγὴ τοῦ Υἱοῦ τῆς Παρθένου· καὶ σήμερα 29 Αὐγούστου θρηνοῦν οἱ Χριστι­ανοὶ τὴν ἄδικη σφαγὴ τοῦ υἱοῦ τοῦ Ζαχαρία καὶ τῆς Ἐλισάβετ, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Κυρίου ἡ­μῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε ἡ ὑψηλότερη φυσι­­ογνωμία τοῦ ἀρχαίου κόσμου (βλ. Ματθ. 11,11. Λουκ. 7,28).

Τὸ ἱστορικὸ τῆς ἑορτῆς εἶνε γνωστό. Τὸ ἀ­κούσατε στὸ εὐαγγέλιο. Ἐδῶ θὰ πῶ τοῦτο μόνο.

______________________________________________

Ὁ Πρόδρομος ἔζησε σὲ δύσκολη ἐποχή. Ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἡγεσία τοῦ Ἰσρα­ὴλ εἶχε διαφθαρῆ. Κολακεία, ἰδιοτέλεια, συμ­φέ­ρον, ψέμα, ἀπάτη, ἀσέβεια, ὑποκρισία, αὐτὰ τὴ χαρα­κτήριζαν. Εἶχαν στὰ χείλη τὸ Θεὸ καὶ στὴν καρ­διὰ τὸ διάβολο. Καὶ κέντρο τῆς διαφθορᾶς ἦ­ταν τὰ ἀνάκτορα. Ἐκεῖ ἦταν ὁ βασιλιᾶς Ἡρῴ­δης· ὄχι ἐκεῖνος ποὺ ἔσφαξε τὰ 14.000 νήπια τῆς Βη­θλεέμ, ἀλλὰ ἕνας γυιὸς ἐκείνου μὲ τὸ ἴδιο ὄ­νομα, ὁ Ἡρῴδης Ἀντίπας. Ἦταν λύ­κος γεννημέ­νος ἀπὸ λύκο, παιδὶ πιὸ ἄγριο καὶ πιὸ ἀκόλαστο ἀπ᾿ τὸν πατέρα του. Αὐτὸς ἔδιω­ξε τὴ νόμι­μη γυναῖκα του καὶ πῆρε ὡς σύζυγο τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ του, τὴν Ἡρῳδιάδα. Αἱμομειξία, δημόσιο σκάνδαλο! Καὶ «τὰ δημοσίως πραττόμενα πρέπει καὶ δημοσίως νὰ ἐλέγχωνται».

Ποιοί ἦταν ἁρμόδιοι νὰ ἐλέγξουν τὸ ἔγκλημα αὐτό; Οἱ φύλακες τοῦ δικαίου, οἱ διδάσκα­λοι τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἦταν οἱ «διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες» (Ματθ. 23,24). Αὐτοί ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθοῦν, κανείς ὅμως ἀπ᾿ αὐτοὺς δὲ᾿ μίλησε. Σιγὴ νεκροταφείου.

Ἕνας μόνο βρέθηκε στὸ δικτατορικὸ ἐκεῖνο καθεστὼς νὰ ἐλέγξῃ τὸν αἱμομείκτη βασιλέα· ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Τί εἶχε νὰ φοβηθῇ; Μήπως τοῦ πάρουν τὴν περιουσία; Ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα ἦταν μιὰ κάππα ἀπὸ τρίχες καμήλας· φαγητό του ἦταν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο, ποτό του νερὸ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, στρῶμα του ἡ ἄμμος, κατοικία του οἱ σπηλιές, συντροφιά του τὰ ἄγρια θηρία. Αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰωάννης· ἕ­νας ἄγγελος στὴν ἔρημο. Ὅταν λοιπὸν ἔμαθε τὸ δημόσιο σκάνδαλο, ἄφησε τὴν ἔρημο καὶ σὰν ἀετὸς κατέφθασε στὰ ἀνάκτορα. Ἀνέβηκε τὰ σκαλιά, παρουσιάστηκε στὸ βασιλιᾶ, καὶ ὁ ἐρη­μί­της ἀσκητὴς ἔρριξε τὸν κεραυνό· «Οὐκ ἔξ­εστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου», δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ διώξῃς τὴ νόμι­μη γυναῖκα σου καὶ νὰ πάρῃς ξένη, καὶ μάλι­στα τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου (Μᾶρκ. 6,18).

Ἐννέα λέξεις εἶπε, τὸ πιὸ σύντομο κήρυγμα. Σπανίως μικρὸ κήρυγμα εἶχε τόσο μεγάλη δύ­ναμι. Ἡ ἀξία ἑνὸς κηρύγματος ἐξαρτᾶται ὄχι ἀ­πὸ τὸ μῆκος τοῦ λόγου, ἀλλ᾿ ἀπὸ τὶς ἀλήθειες ποὺ περιέχει. Τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου ἦ­ταν κεραυνός. Λόγοι ἱεροκηρύκων καὶ ῥητόρων ἔχουν λησμονηθῆ. Ποιός θυμᾶται σήμερα λόγους τοῦ Δημοσθένους, τοῦ Κικέρωνος, τῶν φιλοσόφων; Οἱ ἐννέα ὅμως αὐτὲς λέξεις ἔμειναν ἀλησμόνητες· «Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου».

Πῶς ἄκουσε τὸν ἔλεγχο ὁ Ἡρῴδης, ποὺ ἦ­ταν συνηθισμένος ν᾿ ἀκούῃ κολακεῖες; Σκλη­ρὸς ὁ λόγος, πικρὴ ἡ ἀλήθεια. Ἐν τούτοις ὁ βα­σιλιᾶς στάθηκε κατὰ κάποιο τρόπο πειθήνι­ος· ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ τὸν Ἰωάννη. Δίπλα του ὅ­μως ἦ­ταν δυστυχῶς ἡ διεφθαρμένη ἀνδροχωρίστρα, καὶ δὲν τὸν ἄφηνε ἥσυχο. Ἔτσι ὁ Ἡρῴ­δης ἀ­ναγκάστηκε, μὲ λύπη πολλή, νὰ ὑπογρά­ψῃ διαταγή, νὰ φυλακιστῇ ὁ Ἰωάννης στὶς φυ­λακὲς τοῦ φρουρίου τῆς Μαχαιροῦντος, ποὺ ἐρείπιά τους σῴζονται πέρα ἀπ᾽ τὴ Νεκρὰ θάλασσα. Σιώπησε τότε ἆραγε; Ὄχι. Καὶ μέσα ἀπὸ τὰ κάγκελλα τῆς φυλακῆς ἐρχόταν δυνατὴ ἡ φωνὴ τοῦ προφήτου «Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» καὶ δὲν ἄφηνε τὴν Ἡρῳδιάδα νὰ κοιμηθῇ. Γι᾿ αὐτὸ ζητοῦ­σε εὐκαιρία νὰ ἐξοντώσῃ τὸν Πρόδρομο.

Καὶ ἡ εὐκαιρία δόθηκε. Γιὰ τὰ γενέθλια τοῦ Ἡρῴδη ἔγινε στὰ ἀνάκτορα χορός. Χορὸς ἀν­ήθικος, λάγνος, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μέχρι σήμε­ρα χορεύουν λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ Ἡρῴδης διασκέδαζε καὶ εἶχε καλέσει ὅλους τοὺς ἀξιωματούχους τῶν Ἰεροσολύμων. Κι ὅταν παρου­σι­άστηκε ἡ Σαλώμη –ἀντάξια κόρη τῆς Ἡρῳ­διάδος!– καὶ χόρεψε, τότε πλέον τοὺς ἔπιασε ντε­λίριο, δὲν ἤξεραν τί κάνουν. Τέτοιες ὧρες χάνεται πλέον ἡ ἀξιοπρέπεια. Στρατηγοί, κυβερ­νῆτες, βασιλιᾶδες γίνονται μηδέν, σκουλή­κια. Καὶ πάνω στὴ μέθη καὶ τὴν ἀπώλεια τῶν φρε­νῶν, ὁ Ἡρῴδης ὑποσχέθηκε μεγάλο βραβεῖο στὴν αἰσχρὴ χορεύτρια. –Σοῦ δίνω, λέει, «ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου» (ἔ.ἀ. 6,23), μέχρι καὶ τὸ μισὸ βασίλειό μου… Ἰδοὺ εὐκαιρία. Μπο­ροῦ­σε πολλὰ νὰ ζητήσῃ· χρήματα, ροῦχα, κοσμήμα­τα, διαμάντια, κτήματα, πεδιάδες, σπίτια, ἀνάκτορα… Δὲν ζήτησε τίποτε ἀπ᾿ αὐτά. Τί ζήτησε; –Θέλω, εἶπε, τὸ κεφάλι Ἰωάννου τοῦ βα­πτιστοῦ!… Ὤ κακία καὶ μοχθηρία γυναικός! Πρὸς στιγμὴν ὁ Ἡρῴδης κλονίστηκε· δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀπαίτησί της, ποὺ ἦ­ταν ἔξω ἀ­πὸ ὅσα τῆς ὑποσχέθηκε. Ἀλλ᾿ ἕνα αὐστηρὸ βλέμμα τῆς Ἡρῳδιάδος τὸν ἔκανε ἀ­μέσως νὰ ὑποχωρήσῃ. Καὶ νά τον, μὲ τρεμάμε­νο χέρι ὑ­πογράφει διάταγμα, νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ Ἰωάννης. Στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα πηγαίνει στὶς φυλακές, καὶ ἐκεῖ σπεκουλάτωρ, δήμιος, κόβει τὴν τιμία κεφαλὴ τοῦ Ἰωάννου.

Ἡσύχασε ἆραγε τὸ ἄνομο ζεῦγος; Ὄχι. Ὁ Ἰ­­ωάννης δὲν ὑπῆρχε πλέον στὸν κόσμο· ἀλλὰ ἡ φωνή του, καὶ μετὰ θάνατον, ἀκούστηκε ἀκό­μη πιὸ ἠχηρή. Ὁ Ἡρῴδης δὲν εἶχε ὕπνο, λὲς καὶ τὸ προσκέφαλό του εἶχε καρφίτσες καὶ τὸ στρῶμα του ἀγκάθια. Πήγαινε νὰ κοιμηθῇ, καὶ ξαφνικὰ τί ἀκούει; Ἀκούγεται μιὰ φωνὴ ἀκόμη ἰσχυρότερη· ἦταν ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν τό ᾿μαθε εἶπε· –Ἡρῳδι­άδα, χαθήκαμε· ὁ Ἰωάννης ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν! (βλ. ἔ.ἀ. 6,16)… Τὸ πίστευε καὶ ἔτρεμε.

____________________________________________

Μεγάλο δίδαγμα μᾶς δίνει ἡ σημερινὴ ἡμέρα· οἱ ἄνθρωποι θανατώνονται, ἀλλὰ οἱ ἰδέες δὲν θανατώνονται. Κήρυκες τῆς ἀληθείας, τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς φυλακίζονται καὶ ἐκτελοῦνται, ἀλλὰ οἱ ἰδέες ὄχι. Συνέλαβαν οἱ Αὐ­στριακοὶ στὸ Βελιγράδι τὸ Ῥήγα Φεραῖο καὶ τὸν ἔπνιξαν στὸ Δούναβι, μὰ ἡ φωνή του ἔ­σει­­σε τὰ Βαλκάνια. Ἐπαναλαμβάνω μιλώντας ἐκ πείρας· οἱ ἄνθρωποι ἐκτοπίζονται ἢ κλείνον­ται σὲ τρελλοκομεῖα, ἀλλὰ οἱ ἰδέες ὄχι. Ἡ ἰδέα εἶνε σεισμός, εἶνε κεραυνός, κι ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκείνους ποὺ πέφτουν οἱ κεραυνοὶ τῆς θείας ἀ­ληθείας.

Τέτοια εἶνε ἡ μοῖρα τῶν κακούργων καὶ δολο­φόνων. Ὁ Κάϊν φόνευσε τὸν ἀδελφό του· ἀλλ᾿ ἀ­πὸ τότε δὲν ἡσύχασε. Κάϊν Κάϊν, ἄκουγε, ποῦ εἶνε ὁ ἀδελφός σου; (βλ. Γέν. 4,9), κ᾿ ἔτρεμε σὰν φύλ­­λο στὸν ἄνεμο. Ὁ Ἰούδας πρόδωσε τὸ Χριστό· ἀλλ᾿ ὅταν ἔμαθε ὅτι σταυρώθηκε, «ἀπελθὼν ἀ­πήγξατο» (Ματθ. 27,5). Στὴν ἱστορία τοῦ Βυζαντίου ἀναφέρεται, ὅτι κάποιος σκότωσε τὸν ἀδελφό του γιὰ νὰ γίνῃ αὐτὸς βασιλιᾶς, καὶ ἔγινε. Ὅ­ταν τὴ νύχτα πῆγε νὰ κοιμηθῇ στὰ ἀνάκτορα, βλέπει μέσα στὸ δωμάτιό του τὴ μορφὴ τοῦ ἀ­δελφοῦ του νὰ κρατάῃ ἕνα ποτήρι μὲ αἷμα ποὺ ἄχνιζε καὶ νὰ τοῦ λέῃ· Ἀδελφέ, πίε τὸ αἷμα τοῦ ἀ­δελφοῦ σου!… Τὸν ἔπιασε φόβος. Ἄλλαξε δω­μά­­τιο, ἔφυγε ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, πῆγε σὲ ἄλλα μέρη, ἀλλὰ ἡ σκιὰ ἐκείνη παρουσιαζόταν καὶ τοῦ ἔλεγε· Ἀδελφέ, πίε τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου…

Ἀλλὰ καὶ σήμερα νέα αἵματα ἀθῴων ἔρχον­­ται νὰ προστεθοῦν στὰ παλαιὰ καὶ στὸ αἷμα τοῦ Προδρόμου. Στὸν Πόντο οἱ Τοῦρκοι ἐνεργοῦν γενοκτονία, στὴ Σμύρνη καῖνε καὶ καταστρέφουν, στὴ μεγαλόνησο Κύπρο ὁ Ἀττίλας σφάζει καὶ ἀτιμάζει… Νέοι πρόσφυγες, νέοι αἰ­χμάλωτοι, νέοι ὅμηροι, νέοι ἀγνοούμενοι βαδί­ζουν δρόμο αἱματοβαμμένο. Καὶ μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας βλέπω ἄγγελο Κυρίου μὲ λευκὰ φτε­ρὰ νὰ πετᾷ πάνω ἀπὸ τὰ μαρτυρικὰ μέρη. Κρα­τεῖ ποτήριο καὶ συλλέγει σταλαγματιὰ – σταλαγματιὰ τὸ αἷμα ὅλων τῶν ἀθῴων θυμάτων. Ἐν συνεχείᾳ τὸ παίρνει, πετᾷ ὑπεράνω τῆς Εὐ­ρώπης, τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς, σείει τὸ ποτήριο αὐτὸ καὶ φωνάζει· Δολοφόνοι διπλωμάται, πίετε τὸ αἷμα τῶν λαῶν…

Θὰ πῆτε· Δὲν ὑπάρχουν πλέον αὐτιὰ τιμίων ἀνθρώπων ν᾿ ἀκούσουν· Σόδομα καὶ Γόμορρα ἔγινε ἡ ἀνθρωπότης… Ἀλλ᾿ ἂς εἶνε βουλωμέ­να ὅλα τ᾿ αὐτιὰ μὲ βουλοκέρι τοῦ σατανᾶ· ἕνα αὐτί, τὸ αὐτὶ τοῦ Θεοῦ, μένει πάντοτε ἀνοιχτό. Ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων καὶ τοῦ δικαίου ἀκούει τὰ θύματα ποὺ κλαῖνε καὶ προσεύχονται. Ἡ φωνή τους φθάνει μέχρι τὸ θρόνο του. Μὲ ὑ­πομονή, λοιπόν, ἐγκαρτέρησι καὶ πίστι στὴν αἰωνιότητα ἂς ἀντλήσουμε δύναμι ἀπὸ τὸ μαρ­τύριο τοῦ τιμίου Προδρόμου γιὰ νὰ προχωροῦ­με, καὶ ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης θὰ εἶνε μετὰ πάντων ἡμῶν· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἰωάννου Πτολεμαΐδος τὴν 29-8-1974 μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-8-2004, ἐπανέκδοσις 20-7-2015.

πηγή: augoustinos-kantiotis