Η τέλεια καταιγίδα ή άλλο ένα μπουρίνι;

Την τέλεια καταιγίδα αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία, ενώ διανύει 20 μήνες μέσα στην πανδημία και εξακολουθεί να πλήττεται από την παρατεταμένη συμφόρηση που αυτή προκάλεσε στην εφοδιαστική αλυσίδα με τις συνεπακόλουθες ελλείψεις καίριων εξαρτημάτων και πρώτων υλών.

Στα δεινά της έχει προστεθεί η εκτόξευση του κόστους της ενέργειας, που οδηγεί τις βιομηχανίες σε αδιέξοδο, με πολλές κινεζικές να αναστέλλουν τη λειτουργία μονάδων παραγωγής επί ημέρες. Ανάμεσά τους προμηθευτές της Apple και της Tesla, που κατόπιν εντολής των κινεζικών αρχών ανέστειλαν τη λειτουργία τους για τέσσερις ημέρες από την Κυριακή μέχρι χθες. 

Και βέβαια, η πτώση της παραγωγής στην Κίνα, στο «εργοστάσιο του κόσμου» όπως έχει αποκληθεί, εμπνέει ανησυχία για το ενδεχόμενο επιβράδυνσης της οικονομίας της με ενδεχόμενες επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. 

Στο μεταξύ, το διαρκώς αυξανόμενο κόστος της ενέργειας συμπαρασύρει τις τιμές ανά τον κόσμο, οδηγώντας σε συνεχή επιτάχυνση του πληθωρισμού. Θέτει, έτσι, τις κεντρικές τράπεζες ενώπιον του διλήμματος αν θα επιμείνουν στη στήριξη των οικονομιών τους ανεχόμενες υψηλότερο πληθωρισμό ή θα στραφούν σε περιοριστική πολιτική για να αναχαιτίσουν το ράλι των τιμών, με τίμημα όμως την επιβράδυνση και την ανάσχεση της ανάκαμψης σε μια ευαίσθητη στιγμή. O πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, είπε την Πέμπτη ότι η άνοδος του πληθωρισμού είναι άμεση απόρροια των επιπλοκών στις εφοδιαστικές αλυσίδες και εκτίμησε πως θα παραμείνει σε υψηλό επίπεδο μέχρι να επιλυθούν τα προβλήματα. Παραδέχθηκε ότι η Fed βρίσκεται σε «δύσκολη κατάσταση», καθώς πρέπει να αντιμετωπίσει από τη μία έναν υψηλό πληθωρισμό και από την άλλη υψηλά επίπεδα ανεργίας.

Οι ελλείψεις καθοριστικών εξαρτημάτων, όπως οι μικροεπεξεργαστές που οδήγησαν σε αναγκαστική μείωση της παραγωγής των βιομηχανιών ανά τον κόσμο, επιδεινώνονται καθώς εξαντλούνται τα αποθέματα και οι παραγωγοί στην Ασία δεν προλαβαίνουν να ανταποκριθούν στις βομβαρδιστικές παραγγελίες. Το μεγαλύτερο πλήγμα έχουν δεχθεί οι αυτοκινητοβιομηχανίες, με κολοσσούς όπως οι Volkswagen, General Motors, Ford και Toyota να μειώνουν διαρκώς την παραγωγή τους με δραματικότερη την εικόνα στη Βρετανία, όπου η παραγωγή αυτοκινήτων τον Ιούλιο μειώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1956. Το πλήγμα στις βιομηχανίες αφήνει ήδη το αποτύπωμά της στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης, τη Γερμανία και τη Γαλλία, με τα πρώτα στοιχεία για τον Σεπτέμβριο να εμφανίζουν επιβράδυνση της ανάκαμψής τους.

Βρετανικό αδιέξοδο

Σε μάστιγα των μεταφορών έχει, άλλωστε, εξελιχθεί η έλλειψη μιας από τις κατηγορίες επαγγελματιών που εξαφανίστηκαν εν τω μέσω της πανδημίας, και συγκεκριμένα των οδηγών μεγάλων μεταφορικών φορτηγών. Η έλλειψή τους οδηγεί σταδιακά σε ανεπάρκεια εμπορευμάτων και περαιτέρω παράταση των καθυστερήσεων στις παραδόσεις. Το πρόβλημα είναι εξαιρετικά σοβαρό στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις της Ενωσης Αμερικανικών Μεταφορών, που αναφέρει ότι στις ΗΠΑ λείπουν περίπου 61.000 οδηγοί. 

Εχει, ωστόσο, πάρει διαστάσεις δράματος στη Βρετανία, όπου η πανδημία και οι συνέπειές της συνέπεσε με τις παρενέργειες του Brexit. Οι ελλείψεις οδηγών μεγάλων φορτηγών καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη μεταφορά καυσίμων και οι Βρετανοί συρρέουν εδώ και ημέρες στα πρατήρια βενζίνης, που το ένα μετά το άλλο δηλώνουν ότι εξαντλήθηκαν οι προμήθειές τους. Εχει προηγηθεί η έξοδος των ξένων εργαζομένων από τη χώρα στις αρχές του έτους, όταν η Βρετανία αποχώρησε από την Ε.Ε., και ανάμεσά τους ήταν περίπου 25.000 οδηγοί. Παράγοντες της βρετανικής αγοράς υπολογίζουν τώρα πως μόνον η Βρετανία χρειάζεται 100.000 οδηγούς φορτηγών και η κυβέρνηση εκδίδει εσπευσμένα 5.500 προσωρινές βίζες για να «εισαγάγει» οδηγούς και άλλες ειδικότητες που βρίσκονται σε έλλειψη.

Ξεμένει από… ενέργεια ο πλανήτης μας

Τη μεγαλύτερη ίσως απειλή για την παγκόσμια οικονομία σε μια τόσο εύθραυστη στιγμή της ανάκαμψής της από την πανδημία αποτελεί η ενεργειακή κρίση, απότοκος ανεπάρκειας ενέργειας σε μια δύσκολη συγκυρία για τις οικονομίες ανά τον κόσμο. Η ανεπάρκεια φυσικού αερίου έχει εκτοξεύσει σε διαστημικά ύψη τις τιμές του φυσικού αερίου, ενώ κυριολεκτικά από ρεκόρ σε ρεκόρ κινούνται τις τελευταίες ημέρες οι τιμές της ενέργειας σε κάθε κλάδο.

i-teleia-kataigida-stin-pagkosmia-oikonomia0

Η τιμή του πετρελαίου Brent εκτοξεύθηκε στα 80 δολάρια το βαρέλι κάνοντας να μοιάζει με μακρινό παρελθόν η άνοιξη του 2020, όταν το πρώτο κύμα της πανδημίας και το πρώτο lockdown είχαν εξαφανίσει τη ζήτηση και οι τιμές του πετρελαίου υποχωρούσαν σε αρνητικό πρόσημο. Ηδη αναθεώρησε την πρόβλεψή της για το πετρέλαιο η Goldman Sachs, η οποία βλέπει τώρα την τιμή του να διαμορφώνεται στα 90 δολάρια το βαρέλι μέχρι τα τέλη του έτους, επικαλούμενη βέβαια το έλλειμμα προσφοράς ως προς τη ζήτηση που αποδεικνύεται μεγαλύτερο από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί. Δεν λείπουν, άλλωστε, και προβλέψεις για νέα διαστημική εκτόξευση του μαύρου χρυσού στα 100 δολάρια το βαρέλι.

Στις ΗΠΑ, επιβαρυντικός παράγων που έχει μειώσει την προσφορά ενέργειας υπήρξε η κατάρρευση της βιομηχανίας σχιστολιθικών υδρογονανθράκων, που κυριολεκτικά εξοντώθηκε από την πτώση της ζήτησης στο πρώτο κύμα της πανδημίας. Και ενώ μόλις έχει αρχίσει η ανάκαμψη του κλάδου, επλήγη η παραγωγή πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού εξαιτίας του τυφώνα «Ιντα». 

Το πρόβλημα είναι οξύτερο για την Ευρώπη, με διάχυτη ανησυχία για το ενδεχόμενο ελλείψεων φυσικού αερίου στην καρδιά του χειμώνα ειδικά για την Ευρώπη. Η Γηραιά Ηπειρος τροφοδοτείται σε καθοριστικό βαθμό από το φυσικό αέριο της Ρωσίας. Σύμφωνα, όμως, με το πρακτορείο Bloomberg, οι ροές προς τον τερματικό σταθμό Μάλνοου της Γερμανίας μειώθηκαν χθες περαιτέρω και είναι πλέον κατά 1/3 ελαττωμένες σε σύγκριση με εκείνες στην αρχή της εβδομάδας. Και την ίδια στιγμή κλείνουν οι γερασμένοι πυρηνικοί αντιδραστήρες της Ευρώπης.

Οικονομολόγοι, διεθνείς οργανισμοί, οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης, αλλά ακόμη και η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, εκφράζουν την ανησυχία τους για τις επιπτώσεις της ανεπάρκειας ενέργειας και του υψηλού κόστους της, που επιταχύνει διαρκώς τον πληθωρισμό. Και βέβαια η ανησυχία είναι εξίσου έντονη για τις επιπτώσεις που θα έχει στην παγκόσμια οικονομία το πλήγμα στην ενεργοβόρα Κίνα, καθώς σύμφωνα με την Goldman Sachs η ακριβή ενέργεια έχει ήδη πλήξει το 44% της βιομηχανικής παραγωγής της. Αν, όμως, μειωθεί η παραγωγή της Κίνας θα εκτοξευθούν οι τιμές του χάλυβα και του αλουμινίου.

Κινδυνεύει να σπάσει η διεθνής αλυσίδα εφοδιασμού αγαθών

Κίνδυνο ασφυξίας της παγκόσμιας οικονομίας εγκυμονεί το μπλοκάρισμα στο δίκτυο της εφοδιαστικής αλυσίδας –λιμάνια, πλοία μεταφοράς κοντέινερ και εταιρείες φορτηγών– που κινεί τα προϊόντα στις αγορές. Από τις μεγαλύτερες παθογένειες αυτού του δικτύου είναι η ανεπάρκεια κοντέινερ και πλοίων για τη μεταφορά των προϊόντων, οι αποκλεισμοί σε εμπορικά λιμάνια με μεγάλη κίνηση και κάθε είδους μέτρο ασφαλείας κατά της πανδημίας που λειτουργεί ως τροχοπέδη στις μεταφορές.

i-teleia-kataigida-stin-pagkosmia-oikonomia2
H τιμή φόρτωσης ενός κοντέινερ έχει σχεδόν υπερδεκαπλασιαστεί. Μέχρι την πανδημία η χρέωση για τη μεταφορά από Κίνα προς ΗΠΑ και αντιστρόφως κυμαινόταν σε 1.200 έως 1.500 δολάρια, τώρα έχει ανέλθει σε 15.500 δολάρια (φωτ. A.P. Photo/Matt Rourke).

Το κώδωνα του κινδύνου έκρουσε χθες το Διεθνές Επιμελητήριο Φορτώσεων από κοινού με άλλες ενώσεις μεταφορέων σε ανοικτή επιστολή προς τους ηγέτες κρατών και κυβερνήσεων που παρευρέθησαν στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, στην επιστολή του αυτή προειδοποιεί για τον άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας και καλεί τους ηγέτες να αποκαταστήσουν την ελευθερία των κινήσεων για τις μεταφορικές και το προσωπικό τους και να δώσουν στους μεταφορείς προτεραιότητα στην πρόσβαση σε εμβόλια. Υπογραμμίζει, επίσης, πως αν δεν υπάρξει μέριμνα των Αρχών οι τριγμοί της εφοδιαστικής αλυσίδας θα γίνουν ισχυρότεροι και θα επιτείνουν τις ελλείψεις που έχουν ήδη γίνει αισθητές σε ηλεκτρονικά προϊόντα, τρόφιμα, καύσιμα αλλά και φάρμακα.

Εδώ και πολλούς μήνες οι μεγαλύτερες μεταφορικές εταιρείες έχουν αναφέρει μεγάλη έλλειψη εμπορευματοκιβωτίων στα λιμάνια και αγωνίζονται για να αντεπεξέλθουν στην αυξημένη ζήτηση. Ηδη από τα τέλη του περασμένου έτους, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ναυτιλιακών Μεταφορών των ΗΠΑ είχε ενημερωθεί από αμερικανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις ότι ορισμένες ναυτιλιακές εταιρείες μεταφοράς φορτίου δεν δέχονταν να φορτώσουν εμπορευματοκιβώτια με αμερικανικά αγροτικά προϊόντα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Οπως όλα δείχνουν, προτιμούσαν να επιστρέφουν άδεια εμπορευματοκιβώτια στην Κίνα για να τα γεμίσουν με πιο προσοδοφόρες κινεζικές εξαγωγές. Οι Αρχές των μεγαλύτερων λιμανιών στις ΗΠΑ έχουν αναφέρει ότι τους λείπουν περισσότερα από 136.000 εμπορευματοκιβώτια. Αναπόφευκτο συνεπακόλουθο, η ιλιγγιώδης άνοδος της τιμής φόρτωσης ενός κοντέινερ, που έχει υπερ-δεκαπλασιαστεί. Ενώ μέχρι την αρχή της πανδημίας η χρέωση για τη μεταφορά από Κίνα προς ΗΠΑ και αντιστρόφως κυμαινόταν σε 1.200 έως 1.500 δολάρια, τώρα έχει φτάσει στις 15.500 δολάρια.

Οι ελλείψεις κοντέινερ επιδεινώνουν, άλλωστε, τον συνωστισμό που προκάλεσε στα αμερικανικά λιμάνια η έλλειψη λιμενεργατών και οδηγών φορτηγών, απότοκος της πανδημίας και του lockdown. Σημειωτέον ότι υπήρξε περίοδος lockdown στη διάρκεια της οποίας περίπου 400.000 ναυτεργάτες είχαν παγιδευτεί στα πλοία στα οποία εργάζονταν και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στις εστίες τους.

Στο μεταξύ, οι μεγάλες ναυτιλιακές  μεταφοράς φορτίου τους τελευταίους μήνες αντιμετωπίζουν και έλλειψη πλοίων για τη μεταφορά των εμπορευματοκιβωτίων, καθώς έχει μειωθεί ραγδαία ο αριθμός των ναυπηγείων ανά τον κόσμο. Η Clarksons, η μεγαλύτερη μεσιτική των ναυτιλιακών, αναφέρει πως από το 2007 έως σήμερα έχει μειωθεί περίπου κατά 70% ο αριθμός των ναυπηγείων και έχει περιορισθεί σε 115. Την ίδια στιγμή, ο κλάδος βρίσκεται στο στάδιο της προσαρμογής στους νέους κανόνες κατά της κλιματικής αλλαγής. Στελέχη του έχουν επανειλημμένως δηλώσει σε διεθνή ΜΜΕ πως έχουν αυξηθεί θεαματικά οι παραγγελίες για νέα πλοία. Προεξοφλούν, ωστόσο, πως η ανεπάρκεια των πλοίων θα εξακολουθήσει να αποτελεί πρόβλημα και τα επόμενα χρόνια. Και βέβαια δεν έχουν εκλείψει οι αποκλεισμοί των λιμανιών, καθώς το στέλεχος «Δέλτα» του κορωνοϊού και το νέο κύμα της πανδημίας τον Αύγουστο υπαγόρευσαν τον αποκλεισμό κινεζικών λιμανιών.

ΠΗΓΗ