salos sina

Στις 29 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 40 μέρες από την κοίμηση του διά Χριστόν σαλού π. Ιωάννη Αλειφέρη, μοναχού της Ι.Μ. Αγίας Αικατερίνης του όρους Σινά.

Με καταγωγή από τα Βάτικα της Λακωνίας ο π. Ιωάννης Αλειφέρης έγινε μοναχός στη Μονή του Σινά και υπηρέτησε την αδελφότητα εκεί ως εκκλησάρης επί πολλά έτη.

Το πιο σημαντικό χάρισμα που απόκτησε ήταν η διά Χριστόν σαλότητα, το οποίο και διαφύλαξε ως κόρην οφθαλμού εμφανιζόμενος στους ανθρώπους ως παράφρων.     

Ντυνόταν με φθαρμένα ρούχα, είχε μια παλιά μικρή θερμάστρα για να ζεσταίνεται δήθεν στο παγερό Σινά, τα δε παπούτσια του είχαν άμμο και χώμα που είχαν κολλήσει στις κάλτσες.

Κάποτε χρησιμοποιώντας άριελ στο πλύσιμο έκαψε τα χέρια του όπου έχαιναν ανοικτές πληγές και όταν του έφεραν με το ζόρι τον γιατρό απέφευγε τη θεραπεία με διάφορες προφάσεις.

Παρίστανε τον τρελό γυρνώντας από εδώ και απ’ εκεί, έλεγε δε ασυναρτησίες, ενώ σε επίσημες συναντήσεις πετούσε άξαφνα μία άσχετη λέξη προκαλώντας την θυμηδία.

Ένας από τα «θὐματά» του ήτο και ο μακαρίτης π. Ααρών που επειδή ήτο δεξιός του τραγουδούσε ενίοτε αντάρτικα τραγούδια ή το «Mamy Blue» προκαλώντας του νευρική κρίση.

Υπηρετώντας ως εκκλησάρης για 16 έτη είχε ένα ιδιόμορφο τρόπο να σβήνει τα καντήλια φυσώντας δυνατά, ενώ για να σβήνει τις λαμπάδες του ιερού χρησιμοποιούσε ένα φυσερό!

Συχνά στο αρχονταρίκι της μονής μετά την ακολουθία όταν ξεκινούσε μία σοβαρή συζήτηση παρενέβαινε ρωτώντας κάτι άσχετο όπως μία φορά αν πέθανε ένα ιεράρχης των Νέων Χωρών,

Μετά 10 λεπτά ξαναρώτησε για να πάρει την απάντηση από έναν μοναχό ότι «ναι πάτερ εκοιμήθη στις 11 Νοε πέρσι», οπότε ανά 10 λεπτά το ξαναρωτούσε έως ότου εξεμάνησαν άπαντες.

Συνήθιζε καθημερινώς να πηγαινοέρχεται μεταξύ της εισόδου της εκκλησίας και του κυπαρισσιού έξω από την πύλη της Μονής, με γρήγορα μεγάλα βήματα προσευχόμενος.

Αλλά, ενώ συνομιλούσε με τον Θεό είτε απάγγελνε το Ψαλτήριο που γνώριζε απέξω, όταν τον πλησίαζε κανείς έλεγε ασυναρτησίες για να μη φανεί ότι όντως προσεύχεται.

Για να δείξει ότι δεν ασχολείται με τα πνευματικά είχε τρεις μόνιμες ερωτήσεις προς τους περιέργους, για τον καιρό, τις ελληνικές εφημερίδες, ως και τις ενοικιάσεις σπιτιών.

Όπως λέει κάποιος που τον γνώριζε όταν κάποτε διάβαζε τα αναγνώσματα με ωραίο τρόπο και είδε ότι τον κατέγραφαν σταμάτησε την ανάγνωση ρωτώντας με ύφος: «Έβρεξε σήμερα;»

Και ότι κάποτε που τον έκαναν οικονόμο παρήγγειλε τις πρώτες μέρες 2.000 αυγά επειδή τα βρήκε σε… καλή τιμή, οπότε τον γύρισαν αμέσως στο προσφιλές του διακόνημα!

Κάποτε που επίσημοι ήταν μαζεμένοι έξω από το αρχονταρίκι, παρουσιάστηκε ο π. Ιωάννης με ανασκουμπωμένα μανίκια, κακοντυμένος και καθόλου ευπαρουσίαστος.

Τότε ένας μοναχός ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο –που ήτο παρών-να απομακρύνει τον π. Ιωάννη, αλλά αυτός ξέροντας το τι κάνει ο π. Ιωάννης του είπε με το δάκτυλο «Σσσσσσσς». 

Κάποιος αρχιερέας που ήρθε κάποτε στην πανήγυρη ζήτησε να φορέσει μία παλαιά πανέμορφη αρχιερατική στολή της Μονής και οι πατέρες του έκαμαν το χατίρι να τη φορέσει.

Ο π. Ιωάννης βλέποντας το πάθος της αυτοπροβολής, πήγε από κάτω του τον κοίταζε έως ότου αποσπάσει την προσοχή του και μετά έφυγε καγχάζοντας χα,χα,χα,χα…

Σε ένα αρχιερατικό συλλείτουργο στη γιορτή της Αγίας Αικατερίνης κάποια χρονιά ένας αρχιερέας καθόταν στο θρόνο με έπαρση, με εξεζητημένα άμφια και διάθεση αυτοπροβολής.

Βλέποντάς το ο π. Ιωάννης επήγε από κάτω του, έσκυψε στο πλάι και τον κοίταζε στρέφοντας από αυτή τη θέση το κεφάλι του προς τα επάνω και μετά έφυγε καγχάζοντας….

Όντας φιλάνθρωπος βοηθούσε τους φτωχούς, αλλά με έναν τρόπο ώστε να μη φαίνεται ότι είναι ένας λογικός άνθρωπος και φιλάνθρωπος, αλλά σαν να γινόταν από κἀποιον ηλίθιο:

Όταν έπαιρνε την μηνιαία αποζημίωση την άλλαζε με χαρτονομίσματα του ενός δολαρίου και την σκορπούσε στον αέρα δίνοντας σε όλους χωρίς διάκριση, σκέψη η προτίμηση.

Σαν εκκλησάρης «έχανε» τα μπουκαλάκια με το λάδι, έψαχναν να τα βρουν, εύρισκαν μερικά, τα «χαμένα» όμως, ανακάλυψαν οι άνθρωποι του ναού ότι τα έδιδε στους πτωχούς χωριάτες…

Επίσης έκρυβε τις γνώσεις του, ενώ πριν να φύγει από τον κόσμο ήταν έτοιμος να ακολουθήσει παν/κἠ καριέρα, ήταν αγγλομαθής και η βιβλιοθήκη του είχε παν/κά βιβλία.

Από συμφοιτητές του μάθαμε ότι ήτο διάνοια, πχ. μια μέρα στο μάθημα της Καινής Διαθήκης ο καθηγητής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ζήτησε παραπομπές από ένα θέμα:

Τότε στραφήκαν όλοι στον Αναστάσιο Αλειφέρη (έτσι λεγόταν τότε) ο οποίος και απαρίθμησε σωρεία χωρίων που άφησαν άφωνο τον καθηγητή που του πρότεινε να τον κάμει βοηθό του! 

Σιωπούσε κατά κανόνα, απαντούσε μονολεκτικά και δεν συμμετείχε ποτέ σε συζητήσεις οιουδήποτε περιεχομένου, πλην πολύ σπανίως ομιλούσε εκπλήσσοντας τους παρευρισκομένους:

Μια φορά συζητούσαν οι πατέρες για ένα κείμενο εάν ήτο ή όχι εκ του Ευαγγελίου και μετά πολύν ώρα κάποιος είπε «να ρωτήσουμε τον π. Ιωάννη;» που ήτο σιωπών.

Του είπε λοιπόν: «Πάτερ Ιωάννη, το τάδε χωρίο πού ευρίσκεται εις την Αγία Γραφή;». Και τότε εκείνος τους είπε αμέσως τρείς λέξεις: τον Ευαγγελιστή, το κεφάλαιο και τον στίχο!!! 

Μία μέρα ταξίδευαν με το αυτοκίνητο της Μονής ο π. Ιωάννης, ένας δόκιμος, δύο μοναχοί και μία Ευρωπαία προσήλυτος, κατεβαίνοντας από την Μονή στην πρωτεύουσα.

Στο ερώτημα της προσηλύτου πώς ακριβώς είναι στα αγγλικά μία σπάνια λέξη του ψαλτηρίου και ενώ ο κατέχων το proficiency έψαχνε ακόμη, ο π. Ιωάννης την είπε αγγλιστί.

Οι παρευρισκόμενοι που δεν είχαν υποψίαν τινά διά την διά Χριστόν σαλότητα του Γέροντος θεώρησαν ότι κατά τύχην έδωσε την ορθή απάντηση, όλως συμπτωματικώς.

Έτυχε δε μερικές φορές να τον ρωτήσουν στο ψαλτήριο τι σημαίνει η τάδε λέξη και έδινε πάντοτε την ακριβή ερμηνεία, όπως ότι πχ αυτή η λέξη βρίσκεται μόνον στο Όμηρο στον τάδε στίχο!

Τέλος, ως πνευματικός καθοδηγητής και έχοντας το προορατικόν συμβούλευε με τέτοιο τρόπο, ώστε ο ερωτών να μην αντιληφθεί ότι έχει να κάνει με θεούμενο:

Πχ όπως εγράφη πήγε κοντά σε κάποιον προσκυνητή και είπε τη φράση «εκατό υποψίες δεν κάνουν μία απόδειξη» απαλλάσσοντάς  τον από το δαιμόνιο της ζήλειας. 

Μία μοναχή είχε ένα μεγάλο πρόβλημα, χωρίς να έχει πει τίποτα σε κανένα και βρισκόταν στο μοναστήρι μέσα στο καθολικό σε ώρα εσπερινής ακολουθίας.

Τότε είδε να την πλησιάζει ο π. Ιωάννης και να της λέει κάτι που την απάλλαξε από το πρόβλημα: «μου πήρε όλο το βάρος» ομολόγησε έκπληκτη και ανακουφισμένη. 

Ένας μοναχός ήθελε να πάει Ελλάδα και πιστεύοντας στο προορατικό του του είπε με απλά λόγια σαν σε συζήτηση: «π. Ιωάννη σκέφτομαι να πάω Ελλάδα».

Κι αυτός απάντησε, «α! Να πας Ελλάδα; Να πας, να πας να πας να πας». Με το επαναλαμβανόμενο «να πας» διαφυλάσσοντας κρυμμένο το χάρισμα της προοράσεως.

Και μετά του λέει ο μοναχός, «σκέφτομαι να πάω και σε εκείνο το μέρος στην Ελλάδα» κι ο π. Ιωάννης του είπε με αφελές ύφος: «Α! εκεί; Μπα, μπα, μπα, μπα».

Και διαπίστωσε εκ των υστέρων ο μοναχός αυτός ότι και καλόν του έκανε να πάει στην Ελλάδα, αλλά και η αποφυγή του άλλου μέρους ότι του απέβη σωτήρια.

Κάποιος άλλος μοναχός είχε ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα και ερωτά τον π. Ιωάννη και εκείνος του λέει «δεν ξέρω, ίσως είναι αυτό;» και όντως ήταν αυτό η λύση!

Μια άλλη φορά ένα ιερομόναχος που έμεινε για την εορτή του Σταυρού γνωρίζοντας ότι δεν θα υπάρξει για πολλές μέρες αυτοκίνητο να κατεβεί στον πόλη ήταν σε αγωνία.

Την νύκτα μέσα στον Εσπερινό τον πλησιάζει ο π. Ιωάννης και του λέγει «Πάτερ αύριο στις 2μμ θα φύγεις!». Και όντως ήρθε έκτακτα το τζιπ της Μονής και στις 2 ακριβώς αναχώρησε.

Οι Βεδουϊνοι τον πίστευαν ως άγιο και τον ρωτούσαν συχνά για το μέλλον, αυτός δε δεν απαντούσε αλλά μερικές φορές πιεζόμενος υπέκυπτε και έδιδε την πληροφορία.

Όπως με τον νεαρό που αναρωτιόταν αν θα πάει στο αιγυπτιακό στρατό «εσύ δεν θα πας, του είπε, αλλά αυτός–και έδειξε κάποιον άλλο νεαρό-θα πάει» κι έτσι κι έγινε! 

Ένας ιερομόναχος που επισκέφτηκε την Μονή για προσκύνημα, βλέποντας τον π. Ιωάννη ρώτησε τους Σιναΐτες μοναχούς «ε! σεις έχετε τέτοιον (άνθρωπο; άγιο;) εδώ πέρα;»!!

Προφανώς αυτός ο Γέροντας όντας σε υψηλά πνευματικά στάδια είδε το θείο φως να λάμπει στο πρόσωπο του ρακένδυτου π. Ιωάννου, είδε τον θεωρητικό και τον θεούμενο.

Κάποτε άλλοτε Άγιορείτες πατέρες που ήρθαν στη Μονή όταν είδαν το φως που τον περιέλουζε άρχισαν να  του ζητούν συμβουλές, αλλά αυτός χωρίς να πει τίποτε σηκώθηκε και έφυγε..

Ο π. Ιωάννης χαμογελούσε πάντοτε με εκείνο το αγαθό χαμόγελο με το οποίο αφόπλιζε όποιον έκανε σκέψεις για την αγιότητά του, που τον κατέτασσε αμέσως μετά μεταξύ των ελαφρών.

Όμως τα τελευταία δύο έτη έπαψε να χαμογελά ο π. Ιωάννης. Είχε πληροφορία για το τέλος του και πάντως γνώριζε για τα επερχόμενα δεινά που μαστίζουν τώρα στην ανθρωπότητα….

Τέτοιος ήταν ο π. Ιωάννης ο Σιναΐτης, το μυρίπνοον άνθον της σιναϊτικής ερήμου, ο οποίος παρέμεινε μέχρι τέλος ζαβός για τους πολλούς, αλλά σοφός εργάτης της αρετής  για τον Θεό!

Αιωνία του η μνήμη! 

Ιωάννης Φουρτούνας, Καθηγητής Πανεπιστημἰου του Καΐρου στην Romfea.gr