Από τίς παλαιές Καρυές.

«Παρά τῷ ῥηθέντι τῶν Καρυῶν καλλίστῳ χωρίῳ τήν ἀσκητικήν ἔχων τό τηνικαῦτα καλύβην». (Ἁγ. Φιλοθέου Κοκκίνου, «Βίος ὁσ. Γερμανοῦ Ἁγιορείτου»)

Τά παλιά γεροντάκια εἶχαν νά ποῦν πάντα ἕναν καλό λόγο, πνευματικό, κάτι ἀπό τό ἁγιορείτικο πα­ρελθόν τους. Κανείς δέν γνώριζε τί γινόταν στόν κόσμο. Τά νέα πού συζητοῦσαν ἀκόμη καί στά μπακάλικα τῶν Καρυῶν ἦσαν τοπικά. Δηλαδή ποιός ἀγόρασε ἕνα μουλάρι, ποιός Γέροντας ἀπέκτησε νέο καλογέρι, ποιός ἐκοιμήθη. Ἀκόμη καί οἱ μπακάληδες ἦσαν καλογερικοί.

Μία Κυριακή ἕνας γέροντας βρέθηκε στίς Καρυές καί σκέφθηκε νά πάρῃ κάτι πού τοῦ ἔλειπε ἀπό τό μπακάλικο τοῦ Ταλέα. Ὁ κυρ-Θόδωρος τοῦ εἶπε:

«Παπᾶ μου, δέν ἀνοίγω τήν Κυριακή γιά τούς μοναχούς, ἀλλά γιά τούς ἐργάτες. Νά ἔρχεσαι καθημερινές νά ψωνίζῃς, ὄχι Κυριακή».

Ὁ κ. Χρῆστος ὁ Ζέγκος, ὁ μπακάλης, εἶχε τά πρόσφορα πού τοῦ ἔστελνε ἡ Ἱ. Μονή Φιλοθέου. Ἅμα τοῦ ἔλεγες «δῶσε μου ἀπό τά Φιλοθεΐτικα τά πρόσφορα πού εἶναι νόστιμα», δέν σοῦ ἔδινε, γιατί νόμιζε ὅτι τά τρῶς. Ἄν τοῦ ἔλεγες ἁπλά «δῶσε μου μιά ζυγιά πρόσφορα», τότε σοῦ ἔδινε. Ἦταν καί ὁ φωτογράφος τῶν Καρυῶν.

Ὁ π. Δανιήλ ὁ ράπτης εἶχε στό μαγαζί του δύο ράσα, ἕνα μακρύ καί ἕνα κοντό. Ὅποιος ἤθελε νά πάῃ στήν Ἱ. Κοινότητα, δανειζόταν τό ράσο πού τοῦ ταίριαζε καί ἔτσι πήγαινε στήν Ἱ. Κοινότητα. Μετά τό ἐπέστρεφε. Ἐπίσης ἔμπαιναν στόν Ναό τοῦ Πρωτάτου πάντα μέ ράσο. Ὅ,τι ἔκαναν ἦταν βέβαια τυπικό, ὅμως εἶχε καί βαθύτερο νόημα. Ἔδειχνε τόν σεβασμό τους πρός τόν Ἱερό Ναό καί τήν Ἱερά Κοι­ νότητα. Προετοιμάζονταν καί πνευματικά μέ αὐτόν τόν τρόπο.

Ὁ φούρναρης ἦταν ὁ κ. Θανάσης. Ὅταν τελείωνε τήν δουλειά του, κοιμόταν πάνω σέ μία καρέκλα μέ τά πόδια σέ μία ἄλλη. Μπαίναμε στόν φοῦρνο προσέχοντας νά μή τόν ξυπνήσουμε. Παίρναμε τό ψωμί, ἀφήναμε τά χρήματα καί φεύγαμε. Ὅταν ξύπναγε, ἔβρισκε τά χρήματα στόν πάγκο καί τά ψωμιά πουλημένα.

Ὁ γέρο-Ἠλίας ἀπό τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, πρίν κοινωνήσῃ, ἔβαζε μετάνοια σέ ὅλους, μικρούς καί μεγάλους. Ζοῦσε στήν περιοχή τῶν Καρυῶν καί εἶχε πενήντα χρόνια νά κατέβῃ ἀπό τό κελλί του στίς Καρυές. Οὔτε στήν χιλιετηρίδα δέν κατέβηκε. Εἶχε ἔλθει στό Ἅγιον Ὄρος 14 χρονῶν μαζί μέ τόν πατέρα του, πού ἦταν ὑλοτόμος καί πέθανε ἀπό σκωληκοειδίτιδα, καί ἔμεινε ἐδῶ. Κοιμήθηκε σέ ἡλικία 87 χρονῶν στό κελλί του. Μόνο δύο ἐξόδους ἔκανε στόν κόσμο γιά λόγους ὑγείας. Μετά τήν δεύτερη φορά, ὅταν βάρυνε πολύ ἡ ὑγεία του, πῆγαν ὅλοι νά τόν ἐπισκεφθοῦν, ἀκόμη καί ὁ Πρῶτος. Ὁ γιατρός τοῦ εἶπε:

«Θά σέ βγάλουμε ἔξω μέ τό ἑλικόπτερο. Δέν θά κουρασθῇς».

Τότε αὐτός ρώτησε:

«Τό ἑλικόπτερο ἔχει φτερά;».

«Ναί», τοῦ ἀπήντησαν.

Τότε εἶπε:

«Δέν εἶναι καλύτερα νά πάω μέ τόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ; Καί αὐτός ἔχει φτερά».

Προεγνώρισε τόν θάνατό του. Εἶπε: «Μετά τήν ἑορτή τῆς Παναγίας ἐγώ θά κοιμηθῶ». Ἔτσι καί ἔγινε. Ἔφυγε στίς 14 Ἀπριλίου τοῦ 1994, μετά τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, τήν ἑορτή αὐτή τῆς Παναγίας πού τήν εἶχε σέ ἰδιαίτερη εὐλάβεια.

Από το βιβλίο: «Όσιος Γρηγόριος», Περίοδος Β’ – Έτος 2019, αριθ. 44, Ετήσια έκδοση της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους