<<Κάποτε, είχε επισκεφθή τον παπά-Τύχωνα στο κελλί του, ο πατήρ Αγαθάγγελος ο Ιβηρίτης, ως Διάκος.

Όταν έφευγε, ήταν σκοτάδι, διότι δεν είχε φωτίσει ακόμη. Ο παπά-Τύχων, προείδε κάποιον κίνδυνο, που θα διέτρεχε ο Διάκος, και ανέβηκε στο τοιχάκι της μάνδρας και ευλογούσε συνέχεια.

Όταν έφθασε ο Διάκος στη ράχη και είδε τον Γέροντα να ευλογή ακόμη, τον λυπήθηκε και του φώναξε να μη κουράζεται και να μπη στο κελλί του. Αυτός όμως ατάραχος με υψωμένα τα χέρια, σαν τον Μωϋσή, προσευχόταν και συγχρόνως ευλογούσε τον Διάκο.

Ενώ λοιπόν βάδιζε ξένοιαστος ο Διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σε καρτέρι κυνηγών, που περίμεναν αγριόχοιρους. Ένας κυνηγός τράβηξε να ρίξη, αλλά οι ευχές του Γέροντα έσωσαν τον Διάκο από τον θάνατο και τον κυνηγό από την φυλακή!

Γι’ αυτό έλεγε πάντα ο Γέροντας:

«Παιδία μου, να μην έρχεσθε ποτέ την νύχτα, γιατί την νύχτα τα θηρία περπατούν, και οι κυνηγοί τα περιμένουν κρυμμένοι»!>>!!

πηγή: dromokirix.gr