~ Μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη φυσιογνωμία στο αγιολόγιο αποτελεί ο εκ Ρώμης άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος. Ο άγιος ξενοδόχος και ιαματικός ο οποίος σημάδεψε με το έργο του και την ζωή της Βασιλεύουσας!

Ο ίδιος διέθεσε όλη την μεγάλη οικογενειακή περιουσία που κληρονόμησε στους φτωχούς, αλλά και για να φροντίζει και να ξενοδοχεί τους ξένους και ιδιαίτερα να περιθάλπει τους ασθενείς και να τους θεραπεύει.

Ο άγιος Σαμψών έλαβε πλούσια παιδεία, αλλά περισσότερο τον έθελξε η ιατρική ως η πιο φιλάνθρωπη και πιο ψυχωφέλιμη, γιατί όπως αναφέρει ο βιογράφος του ήταν εκ φύσεως εύσπλαχνος και συμπονούσε τους ασθενείς και τους φτωχούς.

Ο χώρος του νοσοκομείου ήταν το σπίτι του και εκεί περιέθαλπε τους αρρώστους παρέχοντας δωρεάν όλες τις υπηρεσίες. Για την αγάπη του αυτή και την άδολη και πλουσιοπάροχη προσφορά του προς τον ανθρώπινο πόνο έλαβε το χάρισμα να θεραπεύει κάθε ασθένεια. Και ως εκ τούτου μπορούσε να θεραπεύει και ανίατες παθήσεις που δεν μπορούσαν οι άλλοι γιατροί της εποχής του. Ο ίδιος προσποιείτο ότι οι θεραπείες αυτές γίνονταν με την χρήση βοτάνων.

Στο… μενού το υπηρεσιών του διαβάζουμε πως είχε πρόγραμμα, να υποδέχεται τους ξένους, να ντύνει τους γυμνούς, να ταΐζει τους πεινασμένους, να γιατρεύει τους αρρώστους, να παρέχει πάσα άλλη υπηρεσία στους φτωχούς και τους έχοντες ανάγκην, να τους υπηρετεί και να τους βοηθά!

Όταν ευεργέτησε πλουσιοπάροχα την Ρώμη, αφού δεν έμεινε φτωχός που να μην δέχτηκε την ευεργεσία του, μετακόμισε στην Νέα Ρώμη, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη, για να αποφύγει αφ’ ενός τους επαίνους των συμπατριωτών του και αφ’ ετέρου για να επιμεληθεί τους ασθενείς της νέας πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Στην Κωνσταντινούπολη εγκαταστάθηκε σε ένα φτωχικό σπίτι και εκεί μάζευε τους αρρώστους, τους ξένους και τους φτωχούς τους οποίους θεράπευε όπως πάντα δωρεάν.

Και εδώ, βεβαίως, δεν αρνιόταν να αναλάβει τις πιο δύσκολες ιατρικές περιπτώσεις τις οποίες οι άλλοι γιατροί δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν ή θεωρούνταν γενικώς ανίατες. Λόγου χάριν, η παραλυσία, η τύφλωση ή η επήρεια κακών πνευμάτων!

Για τον λόγο αυτό και ο αγιότατος Οικουμενικός Πατριάρχης Μηνάς τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα στην ηλικία των 30 ετών, αναγνωρίζοντας την πλούσια αρετή του, την αγαθότητα και την έμπρακτη και θυσιαστική του αγάπη προς τους συνανθρώπους του.

Την ίδια εποχή αυτοκράτορας ήταν ο μέγας ανάμεσα στους αυτοκράτορες Ιουστινιανός ο οποίος υπέφερε από δεινή ασθένεια. Πρήστηκε υπέρμετρα η κοιλιά του, τα υπογάστρια και τα απόκρυφα του σημεία. Και εδώ, όλη η ιατρική τέχνη και οι γιατροί της εποχής απέτυχαν να τον θεραπεύσουν και να του παράσχουν οποιαδήποτε ωφέλεια, παρ’ όλο τον χρυσό και τα δώρα που τους πρόσφερε.

Ο βασιλέας τόσο πολύ υπέφερε που άρχισε να επιθυμεί τον θάνατο για να ησυχάσει από τους φοβερούς πόνους.

Όταν απέτυχε κάθε ανθρώπινη προσπάθεια και μη αντέχοντας άλλο τον πόνο, στράφηκε με δάκρυα προς τον Θεό, ζητώντας τη δική Του εξ ύψους παρέμβαση.

Και επειδή ζήτησε με πίστη και κατάνυξη την θεία βοήθεια ο Θεός του έδειξε κατά τη διάρκεια του ύπνου του πολλούς γιατρούς ντυμένους με ιερατική στολή.

Ένας νέος ντυμένος με αραχνοΰφαντα και λαμπρά ρούχα πλησίασε τον αυτοκράτορα και του έδειξε έναν με ταπεινό στο σχήμα που βρισκόταν ανάμεσα στους λοιπούς γιατρούς και του είπε:

– Κοίταξε καλά βασιλιά, να αναγνωρίσεις εκείνον τον άνθρωπο, γιατί μόνο αυτός μπορεί να σε κάνει καλά και κανένας άλλος!

Όταν ξύπνησε ο βασιλιάς και κατάλαβε πως το όνειρο ήταν πράγματι αποκαλυπτικό και από Θεού και όχι πειρασμικό ζήτησε να έλθουν μπροστά του όλοι οι γιατροί!

Εντούτοις, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός δεν αναγνώρισε ανάμεσα τους αυτόν που του έδειξε ο λαμπροφορεμένος νέος.

Περίλυπος, λοιπόν, και σκεφτικός υποσχέθηκε μεγάλα χαρίσματα και αμοιβή σε όποιον τον βοηθούσε να βρει τον γιατρό που είδε στον ύπνο του.

Και τότε ένας γιατρός θυμήθηκε τον μακάριο Σαμψών που ήταν γνωστός για την αρετή του αλλά και για τα θαυμάσια που επιτελούσε.

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός αποδέχτηκε με χαρά μεγάλη την πληροφορία αυτή και έστειλε αμέσως τους δορυφόρους του για να τον μεταφέρουν στο παλάτι.

Όταν τον συνάντησαν τον οδήγησαν με ιδιαίτερη τιμή στα ανάκτορα και ο βασιλιάς τον αναγνώρισε και από τα άλουστα και απεριποίητα γένια του!

Ο Ιουστινιανός ξέχασε αμέσως την αρρώστιά του και πήδησε από το κρεββάτι ενώπιον όλων και αγκάλιασε τον ταπεινό και «αχρείο» στην εμφάνιση φιλάνθρωπο άγιο και άρχισε να τον φιλά στο κεφάλι, ακόμη και στο στόμα, λέγοντας του:

– Εσύ είσαι πάτερ μου, αληθινά, εκείνος ο οποίος μου έταξε στο όνειρό μου να με κάνει καλά!

Λέγοντάς του αυτά τα λόγια ο βασιλιάς τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στα εσώτερα του παλατιού και συνέχισε να τον αγκαλιάζει και να τον θωπεύει με ιδιαίτερη αγάπη χάριν ευλογίας και αγιότητας.

Και από την πολλή του αγάπη και κατάνυξη η οποία του μεταδόθηκε και από την θέα του μακαρίου Σαμψών, δεν άργησε να αρχίσει να δακρύζει και να κλαίει χωρίς να υπολογίζει οποιαδήποτε καταφρόνηση του βασιλικού αξιώματος και ευτελισμό του εαυτού του!

Ο δίκαιο όμως, και ταπεινός ιερέας Σαμψών βρέθηκε σε πολύ δύσκολή θέση από αυτήν την ιδιαίτερη τιμή που του απέδιδε ο αυτοκράτορας και του είπε:

– Μη με βάζεις σε πειρασμό, βασιλιά μου, τον ταλαίπωρο, γιατί είμαι αμαρτωλός και ανάξιος, και έχω ανάγκη του ελέους του Θεού.

Λέγοντας αυτά άπλωσε το χέρι του στο σημείο που υπήρχε το πάθος του αυτοκράτορα και αμέσως τον έκανε καλά! Και για να αποφύγει τον ανθρώπινο έπαινο έβαλε και λίγη αλοιφή στο σημείο αυτό, τάχα πως δεν ήταν εκείνος η αιτία της θεραπείας, αλλά το ιατρικό βότανο!

Γνωρίζοντας ή μαθαίνοντας, όμως, και τις άλλες του θεραπευτικές επιδόσεις – στην ουσία τα θαύματά του- όλοι κατάλαβαν πως θεράπευσε τον βασιλιά μέσα σε λίγη ώρα!

Ο Ιουστινιανός όταν αντιλήφθηκε πως έγινε πράγματι καλά χάρηκε και έμεινε με θαυμασμό μπροστά στον σωτήρα του. Γι’ αυτό άρχισε να δίνει χρυσάφι και πολύτιμα δώρα στον ευεργέτη του.

Ο μακάριος όμως Σαμψών ο οποίος είχε επιλέξει την πτωχεία ως τρόπο ζωής και κάτι μακαριότερο από κάθε πλούτο, είπε στον αυτοκράτορα:

– Αυτά τα οποία μίσησα για τον Χριστό μου χαρίζεις; Είχα και εγώ από τους γονείς πολλά χρήματα και κτήματα τα οποία κατεφρόνησα, γνωρίζοντας πως η πτωχεία είναι πιο ωφέλιμη. Αλλά, αν θες εσύ, βασιλιά μου, πρόσταξε τεχνίτες να φτιάξουν ένα νοσοκομείο κοντά στο σπίτι μου, για να βάλω εκεί τους ξένους και του αρρώστους και να τους φροντίζω και να τους θεραπεύω.

Όταν το άκουσε αυτό ο βασιλιά χάρηκε πολύ και διέταξε τους οικοδόμους που έκτιζαν τότε τον ναό της Αγίας Σοφίας να φτιάξουν και το νοσοκομείο. Και πράγματι το κατασκεύασαν μεγάλο, ωραίο και πλούσιο, όπως το ήθελε ο άγιος και ο Ιουστινιανός το ονόμασε Νοσοκομείον Σαμψών του Ξενοδόχου.

Και μάλιστα αφιέρωσε σ’ αυτό πολλά κτήματα και άλλες πλούσιες χορηγίες για να πληρώνονται οι γιατροί και όσοι θα υπηρετούν σ’ αυτό και για να τρέφονται οι ξένοι, οι φτωχοί και οι άρρωστοι.

Το νοσοκομείο το διοικούσε ο άγιος και υπηρετούσε τους αρρώστους ως αγγέλους Κυρίου σε όσα χρειάζονταν!

Διασκευή από βιβλίο «Μέγας Συναξαριστής της Εκκλησίας, τόμος 6ος, μήνας Ιούνιος.

πηγή: pemptousia.gr