Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση

Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πολύτιμος θησαυρός, τὸν ὁποῖο ὅλοι οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ σέβονται καὶ νὰ ἀκολουθοῦν.

Δὲν πρόκειται γιὰ κάποιες συνήθειες, ἀλλὰ γιὰ ἐμπειρία τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔχει μεγάλη πνευματικὴ ἀξία καὶ δὲν ἀντικαθίσταται μὲ τίποτα ἄλλο, νεώτερο ἢ σύγχρονο.

Τὴν πραγματικότητα αὐτὴ δὲν γνωρίζουν πολλοὶ χριστιανοί, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ κληρικοί, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν δείχνουν τὸν ἀνάλογο σεβασμό. Ἐνεργοῦν αὐθαίρετα καὶ παρακινοῦν καὶ ἄλλους νὰ κάνουν τὸ ἴδιο, γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν, ὅπως ἐπιπόλαια ὑποστηρίζουν, ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ παρελθὸν καὶ νὰ δοῦν τὸ φῶς τοῦ παρόντος!

Οἱ ἀντιπαραδοσιακοὶ διακρίνονται γιὰ τὴν πνευματική τους χαλαρότητα καὶ τὸ κοσμικὸ φρόνημα. Δὲν θέλουν νὰ συγκρίνονται μὲ τοὺς παραδοσιακούς, γιατί ξέρουν ὅτι ὑστεροῦν στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν, κάτι ποὺ τὸ καλύπτουν μὲ τὴν ὑποκρισία.

Οἱ γέροντες τῆς Ὀρθοδοξίας ἦταν προσηλωμένοι στὴν παράδοση. Καὶ οἱ σύγχρονοι τὸ ἴδιο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔδινε ἰδιαίτερη ἀξία στὰ λόγια τους καὶ ἐνέπνεε ἐμπιστοσύνη. Δὲν δίδασκαν, γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὠφελήσουν πνευματικά. Θεωροῦσαν ἁμαρτωλὸ καθετὶ ποὺ δὲν ἦταν παραδοσιακό. Ὅταν τοὺς ἐπισκέπτονταν κληρικοὶ μὲ νεωτερικὲς ἰδέες καὶ κοσμικὴ καὶ προκλητικὰ περιποιημένη ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ἔνιωθαν ἄβολα, γιατί ἤξεραν ὅτι αὐτοὶ οἱ κληρικοὶ δὲν εἶχαν πραγματικὴ πεῖνα καὶ δίψα γιὰ τὸν ἐμπειρικό τους παραδοσιακὸ λόγο, ἀλλὰ τοὺς ἐπισκέπτονταν ἀπὸ μία ἀνώφελη περιέργεια. 

Οἱ παραδοσιακοὶ κληρικοὶ ἔχουν ὑποστηρικτὲς τοὺς συνειδητοὺς χριστιανούς, ἐνῷ οἱ νεωτεριστὲς ἔχουν τοὺς κοσμικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν διατηροῦν σταθερὴ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, παρόλο ποὺ μὲ εὐκολία διατυπώνουν τὸν περὶ ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληθωρικό τους λόγο. Οἱ κοσμικοὶ ζητοῦν νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν οἱ κληρικοί, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσουν ἐκεῖνοι μὲ ταπείνωση τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας!

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ἀνησυχοῦσε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ποὺ δὲν σέβονταν τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ μιλοῦσε γιὰ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Εἶναι ἐκφραστικὸ τὸ παράδειγμα ποὺ χρησιμοποιοῦσε: «Καταλαβαίνετε τί πάει νὰ γίνει; Θὰ φύγει ἡ παράδοση καὶ θὰ μείνει ἡ παράβαση! Καταλαβαίνετε πόσο σοβαρὸ εἶναι αὐτό; Εἶναι σὰν νὰ βγάζουμε ἀπὸ τὸ σπίτι ἕνα τοῦβλο. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ φαίνεται ὅτι δὲν παθαίνει τίποτα τὸ σπίτι, ἀλλὰ σιγὰ- σιγὰ μπαίνουν νερά, βγαίνει καὶ ἄλλο τοῦβλο, καὶ ἄλλο, καὶ στὸ τέλος τὸ σπίτι γίνεται ἔρημο…».

Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ὅλα ἀναθεωροῦνται καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὸ νὰ ἀνησυχεῖ κανεὶς «γιὰ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ἔθνος μας εἶναι ὁμολογία, γιατί ἡ πολιτεία τὰ βάζει μὲ τὸ θεῖο νόμο. Ψηφίζει νόμους ἐναντίους στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ», τόνιζε ὁ Ἅγιος Παΐσιος. Τὴν κατάσταση αὐτὴ μόνο ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ τὴν περιορίσει μὲ ἄξιους καὶ γενναίους κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶναι λίγοι. Χρειάζονται περισσότεροι, γιατί τὸ κακὸ μεγαλώνει καὶ οἱ δυσκολίες γίνονται ἀνυπέρβλητες.

Ορθόδοξος Τύπος

ΠΗΓΗ