Η βαρκούλα συνεχίζει να ταξιδευεί!

Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Ἀκούσατε, ἀδελφοί μου, στὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 14,22-34) τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός; Εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ ἕως συν­τελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριός μας.

* * *

Ὅπως ἐδῶ ὑπάρχει ἡ λίμνη τῶν Πρεσπῶν, ἔτσι στοὺς Ἁγίους Τόπους εἶνε μιὰ μεγάλη λί­μνη ποὺ ὀνομάζεται «θάλασσα τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ. 4,18· 15,29. Μᾶρκ. 1,16· 7,31) καὶ «θάλασσα τῆς Τιβε­ριάδος» (Ἰω. 6,1· 21,1) ἢ «λίμνη Γεννησαρέτ» (Λουκ. 5,1). Ἀπὸ τὴ λίμνη αὐτὴ διέρχονται τὰ νερὰ τοῦ Ἰ­ορδά­νου ποταμοῦ· ἁγιασμένη λίμνη. Ἐκεῖ λοι­­πὸν μιὰ νύχτα ταξίδευε ἕνα μικρὸ σκάφος. Ἐ­πι­βάτες μα­ζὶ καὶ μὲ ἄλλους ἦταν οἱ δώδε­κα μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ· αὐτοὶ ποὺ ἀποτελοῦσαν γι᾽ αὐ­τὸν ὅ,τι πιὸ ἀγαπητό, τὴ μελλοντικὴ Ἐκκλη­σία του. Ὁ ἴδιος ποῦ βρισκόταν; Ἔμεινε μόνος στὴν ἔ­ρη­μο. Εἶχε ἀ­νεβῆ στὴν κορυ­φὴ τοῦ βου­νοῦ καὶ ὅλη τὴ νύχτα προσευχόταν…

Τ᾽ ἀκοῦμε, ἀγαπητοί μου ὅλοι ἐμεῖς, κληρι­κοὶ καὶ λα­ϊκοί, ποὺ δὲν ἀγαποῦμε τὴν προσ­ευ­χὴ ἀλλ᾽ ὅταν βρεθοῦμε λίγη ὥ­ρα στὴν ἐκκλη­­σία κουραζόμαστε; Ὁ Κύριός μας διανυκτέρευε, λέει (βλ. Λουκ. 6,12), ἀγρυπνοῦσε ὅλη τὴ νύχτα, προσ­­ευχόμενος γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἀπὸ ᾽δῶ πῆραν οἱ Χριστιανοὶ στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια, ἰδίως στὸν Πόν­το, τὴ συνήθεια νὰ σηκώνωνται τὴ νύχτα καὶ νὰ προσεύχωνται, νὰ παρακαλοῦν τὸ Θεό. Ἱε­ρὲς συνήθειες αὐ­τές, ποὺ δυστυχῶς ἐξαλεί­φονται στὸ σημερινὸ αἰῶνα τῆς διαφθορᾶς.

Προσευχόταν λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἐνῷ τὸ κα­ραβάκι ταξίδευε. Στὴν ἀρχὴ ὁ καιρὸς ἦ­ταν κα­λός. Ἀλλ᾽ ἀπὸ κάποια ὥρα ἄρχισε νὰ φυσάῃ ἄ­νεμος, ποὺ ὅλο καὶ δυνάμωνε. Ἦταν ἕ­να μπου­ρίνι, ποὺ ἔκανε τὴ λίμνη νὰ ταραχτῇ καὶ νὰ σηκώσῃ κύματα μεγάλα. Τὸ πλοιάριο χόρευε τώρα σὰν τρελλὸ μὲ κίνδυνο ἀπὸ στι­­γμὴ σὲ στιγμὴ νὰ καταποντιστῇ. Οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν κίνδυνο αὐτὸν εἶ­χαν ἀπελπιστῆ. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφτανε αὐτό, βλέπουν ἐκεῖ μέσ᾽ στὸ σκοτάδι κάτι νὰ κι­νῆ­ται πάνω στὰ κύματα. Τί εἶν᾽ αὐτό; Θεέ μου, ξεφώνισαν ταραγμένοι, φάντασμα!… Δὲν ἦ­ταν ὅ­μως φάντασμα· δὲν ὑπάρχουν φαντάσματα. Ἦταν ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός! Περ­πατοῦσε πάνω στὰ κύματα καὶ τοὺς φωνάζει· –Θάρρος, παιδιά· ἐγὼ εἶμαι, μὴ φοβᾶστε.

–Μά, θὰ πῆτε, εἶνε δυνατὸν ἄνθρωπος νὰ περπατάῃ πάνω στὸ νερό;… Τί παραξενεύ­εστε; Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχῃ τρόπο νὰ ἐπιπλέῃ στὸ νερό, πόσῳ μᾶλλον ὁ Δημιουργός του!

Ὁ Πέτρος τολμᾷ καὶ λέει· –Ἂν εἶσαι σύ, Κύ­ριε, πρόσταξέ με νὰ ᾽ρθῶ πρὸς ἐσένα πάνω στὰ νερά. –Ἔλα, τοῦ λέει ὁ Χριστός. Καὶ ὁ Πέ­τρος, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπ᾽ τὸ πλοῖο, περπά­τησε πάνω στὰ νερὰ γιὰ νὰ ἔλθῃ πρὸς τὸν Ἰησοῦ. Σὲ μιὰ στιγμὴ ὅμως, βλέποντας δυνατὸ τὸν ἄ­νεμο, τὸν κυρίευσε φόβος κι ἀρχίζον­τας νὰ βουλιάζῃ φώναξε· –Κύριε, σῶσε με! Ἀμέσως ὁ Χριστὸς ἅπλωσε τὸ χέρι καὶ τὸν ἔ­πιασε λέγοντας· –«Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. 14,31). Καὶ μόλις ἀνέβηκαν στὸ πλοῖο ὁ ἄνεμος κό­­πασε κ᾽ ἡ θάλασσα γαλήνεψε. Ὅσοι ἦταν μέσα στὸ πλοῖο ἦρθαν καὶ προσκύνησαν τὸν Ἰησοῦ λέγοντας· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ» (ἔ.ἀ. 14,33).

Αὐτὰ λέει τὸ εὐαγγέλιο. Εἶνε ἕνα θαῦ­μα. Ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ θαῦμα δὲν ἔγινε μόνο τότε· ἐ­παναλαμβάνεται διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ξέρε­τε τί εἶνε; μία «φωτογραφία» τῆς μικρῆς πα­τρί­δας μας. –Μὰ πῶς εἶνε φωτογραφία μας;

* * *

Ἀκοῦστε, ἀγαπητοί μου, πῶς μπορεῖ νὰ δῇ κανεὶς τὸ θαῦμα αὐτὸ ἀλληγορικά.

Ὅπως ἡ θάλασσα δὲν ἔχει πάντοτε γαλήνη, ἀλλὰ ἔρχονται ὧρες ποὺ ἀναταράζεται καὶ ση­κώνει κύματα καὶ προκαλεῖ ναυάγια καὶ κατα­στροφές, ἔτσι καὶ ἡ ζωή, ἡ προσωπικὴ τοῦ καθενὸς ἀλλὰ καὶ συνολικὰ τῆς ἀν­θρω­πότητος, εἶνε μιὰ θάλασσα συχνὰ φουρ­τουνια­σμένη. Λίγο καιρὸ ἔχουμε εἰρήνη καὶ αἴφνης πότε ἐ­δῶ καὶ πότε ἐκεῖ ἀνάβει πόλεμος· τρέμουν καρδιές, πέφτουν θύματα, γίνονται συμφορές, βα­σιλεύει ὁ φόβος. Ὅπως στὴ θάλασσα ξε­σποῦν καταιγίδες θύ­ελλες τυφῶνες, ἔτσι καὶ στὴν πορεία τοῦ κόσμου ταραχὲς ποὺ σαρώνουν.

Καὶ ὅπως στὴ θάλασσα ταξιδεύουν σκάφη μικρὰ (βαρκοῦλες, ἱ­στιοφόρα, πλοῖα γραμμῆς, φορτηγὰ κ.λπ.) ἀλλὰ καὶ μεγάλα ὑ­περωκεάνια, ἀεροπλανοφόρα καὶ τάνκερ ἑκατοντάδων χιλιάδων τόννων, ἔτσι καὶ στὴ ζωὴ τῆς ἀν­θρω­πότητος ἐμφανίζονται ἔθνη καὶ κράτη μικρά, ποὺ μοιάζουν μὲ βαρκοῦλες, καὶ κράτη μεγάλα καὶ ἰσχυρά, ποὺ μοιάζουν μὲ θωρηκτά.

Ἡ πατρίδα μας μπροστὰ στοὺς κολοσσοὺς τῶν μεγάλων κρα­τῶν εἶνε μιὰ μικρὴ βαρκούλα. Ἀλλὰ τί βλέπει κανεὶς ἀνοίγοντας τὴν Ἱ­στορία· αὐτοκρατο­ρίες, ποὺ ἔπλεαν σὰν θωρηκτὰ καὶ φαίνον­ταν ἀκλόνητες, καταποντίστηκαν κι ἀφανίστηκαν, σὰν ἐκεῖνο τὸν «Τιτα­νικό» ποὺ βυθίστηκε τὸ 1912 στὸν Βόρειο Ἀτλαντικό. Ποῦ εἶνε, σᾶς ἐρωτῶ, οἱ αὐτοκρατορίες τῶν Ἀσ­συρίων, τῶν Βαβυλωνίων, τῶν Περσῶν, τῶν Αἰ­γυπτίων; ποῦ εἶνε οἱ αὐτοκρα­τορίες τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Ναπο­λέοντος; Πέ­ρασαν, ἔσβησαν, σχεδὸν ξεχάστηκαν· μόνο ἐ­ρείπια κι ἀπομει­νάρια τὶς θυμίζουν ἢ στοὺς τόπους τῶν ἀνασκα­φῶν ἢ στὰ ἀρχαιολογι­κὰ μουσεῖα. Στὸν καιρό τους ἦταν τὰ «πλοῖα» τὰ μεγάλα ποὺ φαίνονταν ἀ­βύθιστα· καὶ ὅμως βυθίσθηκαν. Καὶ μέσα στὸν ὠ­κεανό –περίεργο πρᾶγμα– μιὰ βαρκούλα μὲ τὴ σημαία τοῦ σταυ­ροῦ συ­νεχίζει νὰ πλέῃ, δὲν καταποντίστηκε. Ταξιδεύει τρεῖς χιλιάδες τώρα χρόνια. Ποιά εἶ­νε ἡ βαρκούλα αὐτή; Ἡ γλυκειά μας πατρίδα! Πόσες θύελλες πέρασε! Σπανίως γνώρισε ἡ­μέρες εἰρήνης καὶ ἡσυχίας. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖ­στον, λόγῳ καὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσεώς της, ἦ­ταν ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ ποὺ ἀπέκρουε ἐπιθέ­σεις καὶ ἦταν πάντα ἐπὶ σκοπόν.

Γνώρισε μεγάλες ἀπειλές. Στὴν ἀρχαιότητα ἀπὸ τοὺς Πέρσες. Στὸ Βυζάντιο ἀπὸ τοὺς Ἄραβες καὶ τοὺς Σαρακηνούς. Μετά, ἀπὸ τοὺς «πολιτισμένους» καὶ «χριστιανοὺς» σταυροφόρους τῆς Δύ­σεως. Ἀργότερα ἀπὸ τὰ τέκνα τῆς Ἄγαρ, τοὺς Τούρκους τοῦ Μωάμεθ, ποὺ –γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας– τελικὰ κυρίευσαν τὴν Βασιλίδα τῶν πόλεων, γκρέμισαν τὸν τίμιο σταυ­­ρὸ ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ ὕ­ψω­σαν τὸ μισοφέγγαρο. Καὶ τότε οἱ «χριστιανοὶ» Εὐρωπαῖοι εἶπαν· Πάει ἡ Ἑλλάδα! Ἡ Ἑλ­λάδα ὅμως δὲν χάθηκε. Ὕστερα ἀπὸ τετρα­κό­σα καὶ πεντακόσα χρόνια σκληρῆς δουλείας ὕψωσε πάλι τὸν τίμιο σταυρὸ καὶ ἡ βαρκούλα ἐξακολούθησε νὰ πλέῃ στοὺς ὠκεανούς.

Μὰ πάλι ἦρθε ἄλλη θύελλα χειρότερη ἀπὸ τὴν πτῶσι τῆς Πόλεως, ἡ Μικρα­σιατικὴ καταστροφὴ τοῦ 1922. Ἕνα μεγάλο ὄ­νειρο ἔσβησε γιὰ τὸν ἑλληνισμό. Πῶς νὰ μὴ θρηνήσῃ ὁ Χριστι­­ανὸς πατριώτης; Ἑλλάδα εἶνε ἡ Μικρὰ Ἀ­σία καὶ ὁ Πόντος. Ἕ­νας ἑλληνισμὸς μὲ ῥίζες ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ὁμήρου· ἑλληνισμὸς μὲ τρι­άντα μητροπόλεις καὶ χιλιάδες ναοὺς καὶ ἐξω­κ­κλήσια, μὲ πέντε χιλιάδες σχολεῖα καὶ ἐκπαιδευτήρια, μὲ μοναστήρια ἔνδοξα· ἑλληνισμὸς μὲ θυσίες καὶ μαρτύρια, μιὰ γῆ ποὺ ὅπου σκά­ψῃς βρίσκεις λείψανα ἁγίων καὶ μαρτύρων· αὐτὸς ὁ ἑλληνισμὸς χάθηκε. Ἔτσι εἶνε· γιὰ νὰ γίνῃ ἕνα ἔθνος θέλει χίλια χρόνια, γιὰ νὰ καταστραφῇ φτάνει μιὰ κακιὰ στιγμή. Τὰ παιδιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τοῦ Πόντου, ποὺ εἶχαν περιου­σίες καὶ ζοῦσαν ἐκεῖ σὲ γῆν ῥέουσαν μέλι καὶ γάλα, τ᾽ ἄφησαν ὅλα καὶ γυμνοὶ – ξυπόλητοι, μὲ τὴν ψυχὴ στὰ δόντια ἦρθαν ἐδῶ. Δὲν πῆραν μαζί τους τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο τὶς εἰ­κόνες τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.

Ἤμουν 15 ἐτῶν παιδί, ὅταν στὸ μικρὸ νησί μου ἀκούγαμε καμπάνες νὰ χτυπᾶνε θλιβερά, ὅτι «Ἔρχονται οἱ πρόσφυγες!». Κλείσαμε τὰ σχολεῖα, πήγαμε ὅλος ὁ κόσμος στὴν παραλία. Τί νὰ δοῦμε· βγῆκαν οἱ καημένοι ῥακένδυτοι, πειναλέοι, κρατώντας τὶς εἰκό­νες. Μόλις πάτησαν στὴ στεργιά, φίλησαν τὸ χῶμα τῆς πατρίδος καὶ εἶπαν «Δόξα σοι, ὁ Θεός».

Πάλι τότε οἱ Εὐρωπαῖοι ἔγραψαν· Πάει ἡ Ἑλλάδα! Γιατὶ ἦταν δυνατὸν σὲ μιὰ «βαρκούλα» νὰ χωρέσουν δύο ἑκατομμύρια πρόσ­φυγες; Καὶ ὅμως ἔγινε θαῦμα. Οἱ ἀδελφοί μας αὐτοὶ κοπίασαν, μόχθησαν. Ἔμεναν σὲ καλύβες, μὲ λαμπάδες. Μὲ τὰ ἐλάχιστα μέσα ποὺ εἶχ­αν καὶ μὲ γαϊδουράκια καλλιέργησαν βῆμα πρὸς βῆμα τὴ γῆ καὶ τὴν ἔκαναν περιβόλι.

* * *

Νά τὸ θαῦμα, ἀδελφοί μου. Ἡ βαρκούλα τα­ξιδεύει στὸν ὠκεανό! Ποῦ εἶνε οἱ ἐ­χθροί μας; Δὲν εἶμαι προφήτης, ἀλλὰ μὲ πίστι στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴν Ἀποκάλυψι λέω, ὅτι μεγάλες αὐ­τοκρατορίες, ποὺ σήμερα ἀπειλοῦν τὸν κό­­σμο, θὰ σβήσουν· ἡ βαρκούλα ὅμως αὐτὴ θὰ πλέῃ.

Παιδιὰ τοῦ Πόντου καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, παιδιὰ τοῦ μαρτυρίου καὶ τοῦ θριάμβου, κρα­τῆστε τὴν πίστι τῶν πατέρων μέχρι τέλους· καὶ ὁ Κύριος θὰ εἶνε μαζί σας χορηγῶν ὑμῖν «ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια ἀγαθά» (τελ. εὐχ. Ὄρθρ.).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νεομαρτύρων Πτολεμαΐδος τὴν Κυριακὴ 28-8-1983 τὸ πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 15-7-2022.

πηγή: augoustinos-kantiotis.gr