Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς Νέδουσα Μεσσηνίας, (1781 – Πειραιάς, 25 Σεπτεμβρίου 1849), ήταν Έλληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Έμεινε γνωστός και μέσα από το ψευδώνυμό του, ως ο Τουρκοφάγος.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος γνωστός ως Νικηταράς ανιψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, γεννήθηκε Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας, στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας. Σε ηλικία μόλις 11 ετών, πυροβόλησε για πρώτη φορά Τούρκο! Το 1816, μετά τη σφαγή του πατέρα του από τους Τούρκους ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του, Κολοκοτρώνη, στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ. Ακολούθως υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του Πεντηκόνταρχου φέροντας το οικογενειακό του επώνυμο Τουρκολέκας. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη.

Ο Νικηταράς δεν κράτησε το οικογενειακό επώνυμο Τουρκολέκας, αλλά το έτος 1818 μετά τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία, το υποκοριστικό Σταματελόπουλος, Το παράδειγμά του ακολούθησε και ο αδελφός του Νικόλας. Στον ελληνικό λαό όμως έμεινε με το αγαπημένο του προσωνύμιο Νικηταράς, που του αποδόθηκε μετά την Μάχη στα Δερβενάκια και υιοθέτησε ως επώνυμο ο γιός του Ιωάννης μετά το 1854.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, πήρε μέρος στην πρώτη Μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 24 Απριλίου του 1821 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι). Μετέπειτα, στη Μάχη των Δολιανών, ο Νικηταράς, που κρατούσε με 450 άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει χιλιάδες Τούρκους που επιτίθενται με πυροβολικό. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του εκείνη την ημέρα, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με το θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς και σε άλλες μάχες στην Στερεά Ελλάδα.

Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συντηρούσε δικό του σώμα ενόπλων με άνδρες που προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Συμμετείχε στην αντιμετώπιση του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, είχε καταλάβει τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ’ όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή. Κατά τη διάρκεια της μάχης μάλιστα έσπασε τρία σπαθιά και όταν έσπασε το τελευταίο, το χέρι του έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε γιατρός για να του ανοίξει το χέρι και να βγάλει το σπαθί. Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, ο Νικηταράς κατέλαβε την οχυρή θέση Αγιονόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, υφιστάμενος πανωλεθρία. Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες μέχρι που απελευθερώθηκε η χώρα.

Ο Νικηταράς μετά την Επανάσταση επί Καποδίστρια και Όθωνα ανήκε στο Κόμμα των Ναπαίων (Ρωσόφιλων). Η Ελληνική Κυβέρνηση, φοβούμενη ότι το ρωσόφιλο Κόμμα επεδίωκε να αντικαταστήσει τον Βασιλιά Όθωνα με κάποιον Ρώσο Πρίγκιπα, συνέλαβε το Νικηταρά το 1839 και τον καταδίκασε, σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας.

Ο Νικηταράς είχε εμπλακεί σε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα, και είχε προδοθεί η δράση των συνωμοτών από πρώην μέλος. Στην επακόλουθη δίκη που ακολούθησε δεν προσκομίστηκαν, αφού είχαν προλάβει να τα καταστρέψουν, ενοχοποιητικά στοιχεία τα οποία να μπορούσαν να αποδείξουν έστω τη σύσταση «μυστικής εταιρείας» για αυτό και αθωώθηκε. Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς, η υγεία του ήταν εξασθενημένη από τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του. Έπασχε από ζάχαρο χωρίς να το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να χάσει σε μεγάλο βαθμό την όρασή του. Του χορηγήθηκε «άδεια επαιτείας», στον χώρο όπου υπάρχει σήμερα ο ναός της Ευαγγελίστριας, κάθε Παρασκευή.

Το 1843, όταν ο Βασιλιάς Όθωνας αναγκάστηκε να δώσει Σύνταγμα στην Ελλάδα του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη. Απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 62 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα από το θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ά Νεκροταφείο Αθηνών.

ekriti.gr

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «Το 1821 σήμερα – Τα μηνύματα του 1821 και τα σύγχρονα εθνικά θέματα» ΔΕΙΤΕ: >> ΕΔΩ