Από τις σημαντικότερες κωμοπόλεις πέρα από τη διάσημη περιοχή του Χολομώντα, στέκεται ανάμεσα σε δάση με φλαμουριές, οξιές και βελανιδιές.

Παρά την ανάδειξή της σε κορυφαίο προορισμό για τους λάτρεις των φθινοπωρινών, χειμερινών και ανοιξιάτικων ταξιδιών, η ορεινή Χαλκιδική παραμένει τοπίο με κάμποσες ανεξερεύνητες γωνιές. Κι αυτό μάλλον οφείλεται στην εστίαση που έχει δοθεί στο βουνό Χολομώντας και τα γύρω χωριά, αφήνοντας υποφωτισμένο το υπόλοιπο εσωτερικό της περιοχής, παρότι είναι εξίσου όμορφο.

Μια τέτοια γωνιά, ανεξερεύνητη από όσους δεν ζουν εκεί κοντά, είναι και η Μεγάλη Παναγία –τα παλιά Ρεβενίκια ή και Αρεβενίκεια. Μια κωμόπολη 2.592 κατοίκων, η οποία είναι χτισμένη σε υψόμετρο 443 μέτρων στους πρόποδες του βουνού Χτίκελα, στο μεσοδιάστημα του δεύτερου ποδιού της Χαλκιδικής (Σιθωνία) με τη χερσόνησο όπου βρίσκεται το Άγιο Όρος.

Η απόσταση της Μεγάλης Παναγίας από τη Θεσσαλονίκη ανέρχεται στα 83 χιλιόμετρα, τα οποία μπορεί να διανύσει κανείς (με αυτοκίνητο) μέσα σε περίπου 1 ώρα και 30 λεπτά. Η κοντινή αυτή απόσταση, συνδυαστικά με τη γενικότερη ευκολία οδικής διάσχισης της Χαλκιδικής, καθιστούν την κωμόπολη ιδανική για ημερήσια εκδρομή σε ένα τοπίο με πυκνόφυτους λόφους και κοιλάδες («Χτίκελα», άλλωστε, σημαίνει οροσειρά με 8 κοιλάδες).

Ένα θρησκευτικό κέντρο με βυζαντινές ρίζες

Η παλιά ονομασία Αρεβενίκεια, η οποία μετατράπηκε σε Ρεβενίκια με την πάροδο των ετών –κρατώντας μέχρι την επίσημη μετονομασία της κωμόπολης σε Μεγάλη Παναγία το 1926– μαρτυρεί εμμέσως το μεσαιωνικό/βυζαντινό παρελθόν της περιοχής: τα «Αραβενίκεια», δηλαδή, μνημονεύουν τη νίκη των κατοίκων της εναντίον των Αράβων το 904, πράγμα που σημαίνει ότι ο πρώτος οικιστικός πυρήνας στεκόταν ήδη χτισμένος εκεί. Και μάλιστα σε μια προσεκτικά διαλεγμένη τοποθεσία, που δεν γινόταν ορατή σε όσους έρχονταν από τη θάλασσα.

Η σύγχρονη περιοχή προσελκύει πλήθη επισκεπτών κάθε Δεκαπενταύγουστο, τα οποία συρρέουν από όλη την ανατολική Χαλκιδική προκειμένου να τιμήσουν το μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι που διοργανώνεται στη Μεγάλη Παναγία, έχοντας ως επίκεντρο τον σημαντικό ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, 2 (περίπου) χιλιόμετρα εκτός κωμόπολης. Ορισμένοι πιο μερακλήδες, πάλι, έρχονται εδώ τα Σαββατοκύριακα του φθινοπώρου και του Δεκέμβρη, ώστε να παρακολουθήσουν τις γιορτές που στήνονται γύρω από τα τοπικά τσιπουροκάζανα, κατά την προετοιμασία της νέας παραγωγής τσίπουρου κάθε χρονιάς.

Το γεφύρι του Κομπλητσού βρίσκεται στη θέση που είναι γνωστή στους ντόπιους ως «του Μπιζιργιάννη ο μύλος». Photo: Δήμος Αριστοτέλους

Τα νερά της Μεγάλης Παναγίας και το γεφύρι στον Κομπλητσό

Αν και σημαντική για τη Μεγάλη Παναγία, αυτή η ανάδειξη της θρησκευτικής της διάστασης έχει αφήσει παραγκωνισμένο το τοπικό ποτάμι, όπως και το γραφικό γεφύρι του, το οποίο βρίσκεται στη θέση που οι ντόπιοι ξέρουν ως «του Μπιζιργιάννη ο μύλος» –προφανώς λόγω μύλου που λειτουργούσε εκεί, σε παλαιότερα χρόνια. Το γεφύρι δεν πρέπει να συγχέεται με το πιο γνωστό Γεφύρι του Γοματίου, το οποίο είναι παλιότερο (βυζαντινό), δίτοξο και κοντά στο χωριό Γομάτι, περίπου 20 χιλιόμετρα από εδώ.

Στο παρελθόν, βέβαια, η Μεγάλη Παναγία είχε 3 μικρά ποτάμια, πλέον όμως ορατός μόνο ο Κομπλητσός, καθώς τα δύο άλλα έχουν καλυφθεί προκειμένου να δημιουργηθούν δρόμοι για την κωμόπολη. Πηγάζοντας από τα τοπικά βουνά, ο Κομπλητσός τη διαρρέει σε σημαντικό μήκος, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο περιβάλλον γεμάτο πλατάνια, στο οποίο κατοικούν και πολλοί βάτραχοι –ή μπασνιάκια, όπως θα ακούσετε τους ντόπιους να τους αποκαλούν.

Τα υπόλοιπα νερά της περιοχής συνεχίζουν φυσικά να ρέουν άφθονα και κρυστάλλινα στα περίχωρα της Μεγάλης Παναγίας, δημιουργώντας πανέμορφα δάση με φλαμουριές, βελανιδιές, πεύκα, οξιές και καστανιές, όπου μπορεί να δει κανείς σκίουρους, κάστορες, αλλά και ζαρκάδια ή αγριογούρουνα κάποιες φορές. Ένας περίπατος εδώ ή μια ενδελεχής εξερεύνηση των δικών τους μυστικών –που θα αποτελέσει αντικείμενο χωριστών, μελλοντικών άρθρων– αποτελεί μια αναζωογονητική πρόταση για κάθε επισκέπτη. Ιδιαίτερα για όσους φτάσουν εδώ το φθινόπωρο ή την άνοιξη, ώστε να αποφύγουν τις πολλές ζέστες και τα μεγάλα κρύα.

ΠΗΓΗ