Ἀλήθεια, πόσο ὄμορφα εἶναι ὅταν βρέχει…

Ὅταν μαζεύονται τὰ σύννεφα, σκοτίζουν τὸν τόπο, μέχρι νἄρθουν οἱ πρῶτες οἱ σταγόνες. Τὰ δάκρυα τοῦ οὐρανοῦ. Τὰ ὠφέλιμα δάκρυα. Πού ποτίζουν, καθαρίζουν ἀναζωοογονοῦν τὴ φρυγμένη γῆς!!

Κι ὔστερα εἶναι κι ἐκείνη ἡ ἡσυχία στοὺς δρόμους, καθὼς οἱ ἄνθρωποι μαζεύονται στὰ σπίτια τους, ἀφοῦ ἀνασάνουν ἐκείνη τὴ μοναδικὴ τὴν εὐωδιὰ ἀπό χῶμα βρεγμένο.

Εἶναι τὸ χνῶτο τῆς γῆς ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὰ πάνω, ὅπως ἡ προσευχή. Εἶναι ἡ ἄχραντη ἀνασαιμιὰ τὴς Μάνας γῆς ποὺ εὐγνωμονεῖ τὸν Οὐρανὸ γιὰ τὸ φίλεμα τῆς δροσιᾶς, γιὰ τὴν εὐλογία τοῦ νεροῦ.

Κι ὔστερα εἶναι τὸ ταξίδι… Τῆς ρέμβης τὸ ταξίδι, στὸ ἥσυχο τὸ σπίτι μὲ τὰ τζάμια νὰ θολώνουν ἤ νὰ τὰ κεντοῦν μικρές – μικρὲς ψιχάλες…

Τότε συμμαζεύεται ὁ νοῦς, ἡρεμεῖ, χαλαρώνει τὸ εἶναι, λὲς καὶ μαλακώνει ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς βροχῆς κι ὕστερα ξεκινᾶ τὸ ταξίδι. Τῶν Στοχασμῶν τὸ ἱερὸ ταξίδι.

Γιατὶ μέσα στὴ γκρίζα ἀτμόσφαιαρα ποὺ ἁπλώνεται παντοῦ, ὅλα μοιάζουν σὰν παλιές, ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες. Τοῦ χθὲς φωτογραφίες μὲ πρόσωπα ἀκριβὰ στολισμένες.

Πρόσωπα καὶ γεγονότα ποὺ τ᾿ ἀνασύρεις μέσα σὲ τοῦτη τὴν κατάνυξη ποὺ δημιουργεῖ ὁ καιρός. Κι εἶναι αὐτό τόσο εὐεργετικό, γιατὶ ἀποφορτίζει τὴν ψυχή, ἀνανεώνει τὴ σχέση σου μὲ πρόσωπα φευγᾶτα πιά.

Τὴν ἀνανεώνει, ποὺ σημαίνει ὅτι συντηρεῖς τὰ πρόσωπα αὐτὰ μέσα σου, τὰ θυμᾶσαι, τὰ μνημονεύεις καί, κάποτε, διαλέγεσαι μυστικὰ μαζί τους.

Διαλέγεσαι μυστικά, συγκεντρώνοντας πολλὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀπόμειναν μεταξύ σας μετέωρα, ἀναπάντητα, πνιχτά, ποὺ ὅμως κάτι τέτοιες ὧρες τὰ ἀνακαλεῖς καὶ πασχίζεις νὰ τὰ φέρεις μπροστά σου μὲ τὴν προοπτικὴ τὴν ἀκριβὴ ἀπάντηση.

Ἴσως πολλοὶ νὰ δυσανασχετοῦν ὅταν βρέχει, γατὶ δὲν μποροῦν μὲ ἄνεση νὰ κινηθοῦν κ.λ.π. Ὡστόσο, ὑπάρχουν ἀκόμα καὶ κάποιοι ἄλλοι ποὺ ζοῦν μὲ νοσταλγία μεγάλη καὶ βαθειὰ ἐνατένιση τὴν ὀμορφιὰ τοῦ βροχεροῦ τοπίου…

π. K.N. Kαλλιανός

Πηγή: Ημερολόγιο Αποδημίας

Εικόνα: «Άγιο Όρος» από: culture.ru

το «σπιτάκι της Μέλιας»